Legislator Case Law & Legislation
1121/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of tort claim based on breach of good faith and fair dealing.

Case Number 1121/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a tort claim alleging bad faith conduct. The appellant argued that the defendants' actions violated good faith principles, while the lower court incorrectly focused solely on lease contract terms. The Court ruled that the lower court failed to consider the alleged bad faith conduct, rendering the dismissal legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 919 and 914 of the Civil Code; A tort claim based on violation of good faith and fair dealing is admissible if the lower court fails to consider relevant facts establishing such violation.

Keywords

AI generated
tort liability good faith principles breach of fair dealing appeal procedure civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 919 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 212/2018
Case 419/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1121/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Θ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Εφραιμίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ε. συζύγου Γ. Π. και 2) Γ. Π., αμφοτέρων κατοίκων Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Αθανασάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21927/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της αδικοπραξίας που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την επιχειρηθείσα με πρόθεση πράξη του υπαιτίου ή και από παράλειψη αυτού, η δε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, των οποίων η έννοια είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και με κριτήριο τις ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου, κοινωνικού ανθρώπου.

Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, υπό την ανωτέρω έννοια, (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς.

Αναφορικά με την πρόθεση δεν απαιτείται να ενήργησε το πρόσωπο τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης του άλλου, αλλά αρκεί η θέλησή του για την επελθούσα ζημία, δηλαδή αρκεί ότι γνώριζε ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία.

H διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα του άρθρου 914 ΑΚ και είναι νομικά δυνατό συγκεκριμένη συμπεριφορά του υπαίτιου προσώπου να είναι αντίθετη τόσο προς την πρώτη όσο και τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 212/2018, ΑΠ 419/2018).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ολομΑΠ 36/1988). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (OλΑΠ 3/1997). Με τον πρώτο των ως άνω λόγων (άρθρο 559 αριθ. 1) ελέγχεται η νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της. Αν όμως οι τελευταίες (παραδοχές) δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, ως διαδικαστικό της δίκης έγγραφο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται ο δεύτερος από τους προαναφερόμενους λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση ή αντιστρόφως, για να θεμελιωθεί το ορισμένο ή το νόμιμο, λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων δεν έγινε επίκληση (ΑΠ 111/2012).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι o ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "... Ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη (αναιρεσίβλητη) με το από 01.09.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ήταν μισθώτρια ενός καταστήματος επί της οδού ...

στη ..... ιδιοκτησίας των κληρονόμων κατοίκων εξωτερικού Α. Κ., του οποίου τη διαχείριση είχε κατά νόμο αρχικά το Ελληνικό Δημόσιο και κατόπιν η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου. Ότι σύμφωνα με ρητό όρο του ως άνω συμφωνητικού απαγορευόταν η υπομίσθωση του ως άνω καταστήματος ή η με οποιονδήποτε τρόπον παραχώρηση της χρήσης αυτού σε οποιονδήποτε τρίτο με ή χωρίς αντάλλαγμα, επιτρεπόταν όμως στη μισθώτρια η σύσταση εταιρείας προσωπικής ή ΕΠΕ, με το ίδιο αντικείμενο εμπορίας, υπό τον όρο ότι η ίδια θα συμμετέχει σ' αυτήν με ποσοστό τουλάχιστον 40%.

Ότι με την από 01.03.1994 τροποποίηση του ως άνω συμφωνητικού παρεχόταν στη μισθώτρια το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το μίσθιο ως καφέ - μπαρ - ουζερί - εστιατόριο, ενώ παράλληλα διατηρείτο η δυνατότητα χρήσης του και ως καταστήματος πώλησης ετοίμων ενδυμάτων. Ότι με το από 16.12.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάθηκε εικονικά μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και της πρώτης εναγόμενης ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "...

Ε.Ε.", της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής ορίστηκε ο ίδιος και ετερόρρυθμο μέλος η ως άνω πρώτη εναγόμενη, με συμμετοχή καθενός εξ αυτών στο κεφάλαιο και στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 60% και 40%, αντίστοιχα. Ότι η παράνομη αυτή μεθόδευση της εικονικής σύστασης προσωπικής εταιρείας, στην οποία η πρώτη εναγομένη δεν συμμετείχε ούτε στο κεφάλαιο ούτε στη λειτουργία, έλαβε χώρα, προκειμένου η πρώτη εναγομένη να επιτύχει την καταστρατήγηση του απαγορευτικού όρου περί υπομίσθωσης του καταστήματος και να καταστεί έτσι δυνατή η υπεκμίσθωσή του σε αυτόν, με την εμφάνιση μάλιστα της πρώτης εναγομένης να παραχωρεί τη χρήση του μισθίου χωρίς αντάλλαγμα.

Ότι την παράνομη αυτή μεθόδευση της εικονικής σύστασης προσωπικής εταιρείας, για την οποία ουδέποτε είχαν λάβει γνώση τόσο οι ιδιοκτήτες του μισθίου, όσο και η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, ακολούθησε η πρώτη εναγομένη και με τους αναφερόμενους στην αγωγή προηγούμενους υπομισθωτές του μισθίου, Γ.

Γ. και Ι. Κ., οι οποίοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και αποχώρησαν από το μίσθιο τον Ιούλιου του 2005. Ότι με την υπ' αριθμ. 39046/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ανωτέρω υπομισθωτές υποχρεώθηκαν να αποδώσουν το μίσθιο στην πρώτη εναγομένη και να καταβάλλουν σε αυτήν το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα, τόκους και δικαστικά έξοδα.

Ότι ο ενάγων θέλοντας να λειτουργήσει μια επιχείρηση καφέ - μπαρ στο συγκεκριμένο μίσθιο, ήλθε σε επαφή με τον δεύτερο εναγόμενο (και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) σύζυγο της πρώτης εναγομένης, ο οποίος εκπροσωπούσε την τελευταία και ο οποίος του ζήτησε τη σύσταση της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας, προκειμένου να μπορέσει να προβεί στην υπεκμίσθωση του μισθίου κατά τα αναφερόμενα.

Ότι, παράλληλα, του ζήτησε να καταβάλλει στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 50.000 ευρώ ως "αέρα", με το οποίο θα καλυπτόταν απαίτηση των προηγούμενων υπομισθωτών για να παραδώσουν το κλειστό κατάστημα, καθώς και οι απαιτήσεις της πρώτης εναγομένης από μισθώματα που επιδικάσθηκαν, από αποζημιώσεις χρήσης που θα έπρεπε να καταβάλουν, καθώς και από διάφορους οφειλόμενους από τους προηγούμενους υπομισθωτές λογαριασμούς, αποκρύπτοντας την ύπαρξη της παραπάνω απόφασης απόδοσης του μισθίου.

Ότι ο ενάγων κατέβαλε, το ανωτέρω ποσό των 50.000 ευρώ και ειδικότερα της κατέβαλε ποσό 10.000 ευρώ για εξόφληση λογαριασμών του καταστήματος, ποσό 33.000 ευρώ απευθείας στους εναγομένους και ποσό 7.000 ευρώ στους προηγούμενους υπομισθωτές. Ότι με το από 19.12.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, η πρώτη εναγομένη παραχώρησε στην ετερόρρυθμη εταιρεία τη χρήση του ως άνω καταστήματος αντί του ποσού των 2.090 ευρώ μηνιαίως, ως αποζημίωση που θα καταβαλλόταν στην πρώτη εναγομένη, ενώ παράλληλα συμφωνήθηκε ότι η εταιρεία και ουσιαστικά ο ίδιος ο ενάγων θα κατέβαλλε μηνιαίο μίσθωμα 1.563 ευρώ.

Ότι στο ίδιο συμφωνητικό συμβλήθηκε κατ' απαίτηση των εναγομένων και ο πατέρας του ενάγοντος Θ. Θ., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, ο οποίος εγγυήθηκε την καλή εκτέλεση της σύμβασης με την παράδοση σε αυτούς μιας εγγυητικής επιστολής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ύψους 24.000 ευρώ, μετά δε τη λήξη αυτής οι εναγόμενοι ζήτησαν από τον τελευταίο την παράδοση της αναφερόμενης στην αγωγή ισόποσης, λευκής ως προς την ημερομηνία έκδοσης επιταγής, η οποία θα υπείχε τη θέση της εγγυητικής επιστολής για την καλή εκτέλεση της σύμβασης, στην πραγματικότητα όμως για να διασφαλιστεί η καταβολή του ποσού των 2.090 ευρώ μηνιαίως.

Ότι κατά την υπογραφή των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών είχε παρέλθει η προστατευόμενη δωδεκαετής διάρκεια της από 1.9.1993 μίσθωσης, πλην όμως οι εναγόμενοι τον διαβεβαίωσαν ότι θα τους χορηγείτο σύντομα παράταση αυτής από τους ιδιοκτήτες του μισθίου. 'Ότι στις 17.4.2006 και ενώ αυτός είχε ήδη δαπανήσει τεράστια ποσά για την αλλαγή χρήσης του μισθίου σε καφέ- μπαρ, οι ιδιοκτήτες του μισθίου απέστειλαν στην πρώτη εναγομένη την από 13.4.2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση με την οποία δήλωναν ότι σκόπευαν να πωλήσουν το μίσθιο, πράγμα το οποίο αυτή γνώριζε και ότι για το λόγο αυτό θα κατήγγειλαν την αορίστου πλέον χρόνου σύμβαση μίσθωσης, παράλληλα δε της ανέφεραν να μην προβεί σε ανακαινίσεις, χωρίς προηγουμένως να τους ρωτήσει, εάν αυτή επιθυμούσε τη συνέχιση της σύμβασης, πράγμα όμως που αυτή δεν έπραξε.

Ότι μετά την εξέλιξη αυτή οι εναγόμενοι του υποσχέθηκαν ότι είχαν τη δυνατότητα, λόγω προσβάσεων που είχαν στην Κ.Ε.Δ., να καταρτιστεί νέο συμφωνητικό. Ότι τον Οκτώβριο του 2007 ο ενάγων δήλωσε στους εναγομένους , ότι λόγω των μεγάλων οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ήταν πλέον αδύνατο να καταβάλει το ως άνω ποσό των 2090ευρώ μηνιαίως και έτσι συμφωνήθηκε να καταβάλει μόνον το μίσθωμα.

Ότι στις 31.12.2008 αναγκάστηκε να κλείσει το κατάστημα κάλεσε δε την πρώτη εναγομένη να παραλάβει τα κλειδιά του μισθίου, πλην όμως αυτή αρνήθηκε, στη συνέχεια δε με την από 27.2.2009 εξώδικη δήλωσή του που κοινοποιήθηκε σ'αυτήν στις 3.3.2009, κατήγγειλε την ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία και δήλωσε ότι τα υπόλοιπα μισθώματα ύψους 10.880 ευρώ του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο του 2007 έως 31.12.2008 τα συμψήφιζε με το ποσό των 43.890 ευρώ που είχε καταβάλει ως αποζημίωση χρήσης από 1.1.2006 έως 30.9.2007 και έτσι όφειλε αυτή να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία μετά τον ανωτέρω συμψηφισμό το ποσό των 33.010 ευρώ (43.890-10.880).Ότι την 4.3.2007 η πρώτη εναγομένη συμπλήρωσε αντισυμβατικά την ημερομηνία έκδοσης της παραπάνω επιταγής ,θέτοντας ως ημερομηνία έκδοσης την28.2.2009 και στη συνέχεια την εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα και τη σφράγισε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων.

Ότι ακολούθως πέτυχε την έκδοση της υπ'αριθμ.20704/2009 διαταγής πληρωμής του δικαστή του ίδιου ως άνω δικαστηρίου σε βάρος της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας και του ενάγοντος, ως ομορρύθμου εταίρου της, κατά της οποίας άσκησαν ανακοπή. Ότι τη ως άνω αντικείμενη στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη και με πρόθεση επαγωγής σε αυτόν ζημίας, τόσο από την καταβολή του <αέρα> των 33.000 ευρώ, όσο και από την καταβολή της αποζημίωσης χρήσης των 43.890 ευρώ συμπεριφορά των εναγομένων θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη τούτων.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 33.010 ευρώ ως αποζημίωση για την περιουσιακή του ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 33.000 ευρώ ως αποζημίωση για την περιουσιακή του ζημία.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κατ' αποδοχή λόγων εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, το οποίο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος- ενάγοντος ως μη νόμιμη δεχόμενο τα εξής: "Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η παραβίαση των όρων της μισθωτικής σύμβασης, με τη μορφή της παραχώρησης της χρήσης του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να υπάρχει δικαίωμα υπομίσθωσης, χορηγεί στον εκμισθωτή τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιώματα έναντι του μισθωτή ,ενόψει όμως του ότι το ενοχικό μισθωτικό δικαίωμα είναι σχετικό ..., κανένα δικαίωμα (δεν παρέχεται) στον υπομισθωτή.

Έτσι, η υπομίσθωση του μισθίου χωρίς την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, δεν καθιστά την υπομίσθωση παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.". Ωστόσο, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη περιστατικά των οποίων γίνεται επίκληση στην αγωγή προς θεμελίωση της νομικής της βασιμότητας στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης.

Συγκεκριμένα: Ενώ, κατά τα σαφώς ιστορούμενα στην αγωγή τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά της νομιμοφανούς μεθόδευσης των εικονικών προσωπικών εταιρειών εκ μέρους των εναγομένων στοιχειοθετούσαν την αντίθεση προς τα χρηστά ήθη που προβλέπει το άρθρο 919 ΑΚ, εν τούτοις το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω περιστατικά, των οποίων γίνεται επίκληση προκειμένου να θεμελιωθεί το νόμιμο της αγωγής.

Αντίθετως, εσφαλμένα θεώρησε ότι η ανωτέρω ζημία την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων αιτία και πηγή είχε την παραβίαση των όρων της μισθωτικής σύμβασης με τη μορφή της παραχώρησης της χρήσης του μισθίου από το μισθωτή, χωρίς να υπάρχει δικαίωμα υπομίσθωσης, και αρκέστηκε στο ότι η μη ύπαρξη δικαιώματος υπομίσθωσης δεν χορηγεί κανένα δικαίωμα στον υπομισθωτή και ότι η υπομίσθωση του μισθίου χωρίς την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος δεν καθιστά την υπομίσθωση παράνομη ή αντίθετη στα χρηστά ήθη, χωρίς να αποφαίνεται αν τελικά η υπομίσθωση ήταν νόμιμη και αν με τη μεθόδευση που έγινε είναι σύμφωνη με τα χρηστά ήθη.

Με τις σκέψεις αυτές οδηγήθηκε στο εσφαλμένο πόρισμα ότι η ένδικη ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη περιγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, που κατά την αγωγή συνιστά αντίθεση στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη. Δηλαδή το Εφετείο, για την κρίση του περί του νομίμου της αγωγής, έλαβε υπόψη περιστατικά, των οποίων δεν έγινε επίκληση για τη θεμελίωσή του, ενώ παρέλειψε να λάβει τα πράγματι επικαλούμενα, με αποτέλεσμα να ιδρύεται σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, τον οποίο παραδεκτώς προβάλλει ο αναιρεσείων και είναι βάσιμος.

Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή , ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176,183,189 παρ,1 , 191παρ.2 ΚΠολΔ) Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 225/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτόν και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ