Legislator Case Law & Legislation
1121/2015 AI generated

1121/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1121/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1121/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) η υπόσχεση αμοιβής για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης, β) μεσιτική δραστηριότητα με οποιαδήποτε μορφή (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας), γ) σύναψη της σκοπούμενης κύριας σύμβασης και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και τη σύναψη της σύμβασης. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη συνδρομή της υπό στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1121/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Π. Κ. και Σια Μεσιτείες-Οργάνωση και Προβολή Ναυτιλιακών Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων ΕΠΕ" όπως μετατράπηκε στην νέα επωνυμία " Π. Κ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΠΡΟΒΟΛΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ-ΜΕΣΙΤΕΙΕΣ" που εδρεύει στην Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πολύζου-Νταϊλιάνα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Ξενοδοχειακών-Τουριστικών Επιχειρήσεων Λήμνου ΑΕ" που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Μάρκος Αχουζαρίδης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-1999 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2527/2001μη οριστική, 8181/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4838/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 29-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 703 παρ. 1 ΑΚ εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για την σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης ευκαιρίας. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι:

α) η υπόσχεση αμοιβής για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης, β) μεσιτική δραστηριότητα με οποιαδήποτε μορφή (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας), γ) σύναψη της σκοπούμενης κύριας σύμβασης και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και τη σύναψη της σύμβασης. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη συνδρομή της υπό στοιχ.

γ' προϋπόθεσης, για το απαιτητό της αμοιβής πρέπει να καταρτισθεί η σύμβαση την οποία ήθελε ο υποσχεθείς την αμοιβή. Αν, μετά τις ενέργειες του μεσίτη, οι συμβαλλόμενοι προβούν σε κατάρτιση άλλης σύμβασης δεν οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν από τα συγκεκριμένα δεδομένα, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι ο εντολέας εννοούσε να επιτύχει την κατάρτιση σύμβασης με ορισμένο αποτέλεσμα, ισοδύναμο, ανεξάρτητα από τη μορφή αυτής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 248/1993 "περί Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων" μεσίτης αστικών συμβάσεων, είναι, "το φυσικό πρόσωπο ή η εμπορική εταιρεία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικού δικαίου συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων, παραχώρησης ακινήτων προς ανοικοδόμηση με αντιπαροχή ή που υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων.

Για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του ...", προσκομίζοντας τα εις αυτό αναφερόμενα δικαιολογητικά. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 ΑΚ συνάγεται ότι η έναντι αμοιβής μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως, ανταλλαγής, μισθώσεως ακινήτων και παραχωρήσεως ακινήτων προς ανοικοδόμηση με αντιπαροχή επιτρέπεται μόνον σε πρόσωπα που κατά τις νόμιμες διατυπώσεις έχουν εγγραφεί στα οικεία επιμελητήρια και έχουν εντεύθεν το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων και αφετέρου ότι η συμφωνία για καταβολή μεσιτικής αμοιβής για τη διαμεσολάβηση ή υπόδειξη για τη σύναψη μιας τέτοιας συμβάσεως, που αφορά σε ακίνητα, σε πρόσωπο που δεν είναι επαγγελματίας μεσίτης υπό την εκτεθείσα έννοια, είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στο νόμο και λογίζεται σαν να μην έγινε.

Ως εκ τούτου δεν παρέχει στο πρόσωπο που μεσολάβησε δικαίωμα αμοιβής. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής (ΑΠ 1044/2012).

Στην ένδικη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίστηκε, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα ακόλουθα: Ότι ασχολείται με την εξεύρεση πελατείας σε ελληνικά ξενοδοχεία και ξενοδοχειακά συγκροτήματα για: α) μίσθωση κλασσικού τύπου ή μίσθωση με βάση το ΑLLOTMENT, β) διαχείριση και γ) πώληση.

Ότι η αναιρεσίβλητη (εναγομένη), που εκμεταλλεύεται ξενοδοχείο στο Πλατύ Λήμνου, με έγγραφη εντολή της, ανέθεσε σ' αυτήν την εξεύρεση ενδιαφερομένων για τη μίσθωση ή τη διαχείριση του ανήκοντος σε αυτήν ξενοδοχείου, καθώς και τη διαπραγμάτευση για την κατάρτιση των αντίστοιχων συμβάσεων, έναντι αμοιβής που θα αντιστοιχούσε στο 7,5% επί του αληθούς τιμήματος της μίσθωσης ή διαχείρισης.

Ότι σε εκτέλεση αυτής της εντολής, που αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα και κατόπιν δικής της μεσολάβησης, καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αγγλικής εταιρίας M. W., το από 2-11-95 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως του παραπάνω ξενοδοχείου για εννέα χρόνια, η οποία, όμως, στη συνέχεια, μεθοδεύτηκε από τους συμβληθέντες, με το από 22-3-1996 συμφωνητικό, να εμφανιστεί με συγκάλυψη της μισθωτικής σύμβασης, ως σύμβαση ALLOTMENT ολόκληρου του ξενοδοχείου, επαναλαμβανόμενη διαδοχικώς, κάθε χρόνο, με τους ίδιους χρηματικούς και οικονομοτεχνικούς όρους, καθόλο το χρονικό διάστημα των εννέα ετών στο οποίο είχαν αποβλέψει εξαρχής οι συμβαλλόμενοι, για λόγους οικονομικοτεχνικούς.

Ότι παρόλα αυτά η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να της καταβάλει την οφειλόμενη μεσιτική αμοιβή της, η οποία ανέχεται σε 4.360 λίρες Αγγλίας (υπόλοιπο αμοιβής) για το έτος 1998 και 33.683,25 λίρες Αγγλίας για το έτος 1999. Ζήτησε δε: Α) να αναγνωρισθεί, ότι η εναγόμενη υποχρεούται με βάση την υφιστάμενη σύμβαση να της καταβάλει, προκαταβολικά, την 1η Νοεμβρίου κάθε έτους και, για όσα έτη διαρκέσει η ως άνω μίσθωση αμοιβή που αντιστοιχεί στο 7,5% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος σε λίρες Αγγλίας, άλλως το ισότιμο αυτών προς τη δραχμή και σε περίπτωση καθυστέρησης εντόκως από την 1η Νοεμβρίου εκάστου έτους για το επόμενο μισθωτικό έτος και Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα αιτούμενα για τα έτη 1998 και 1999 χρηματικά ποσά.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την ως άνω αγωγή, ως αόριστη, με κύρια αιτιολογία, ότι η ενάγουσα, ενώ με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτήν, η επικαλούμενη μεταξύ αυτής και της εναγομένης έννομη σχέση είναι εκείνη της σύμβασης εμπορικής μεσιτείας, δεν επικαλείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος της μεσίτριας συμβάσεων και ότι είναι εγγεγραμμένη στο οικείο Επιμελητήριο ως μεσίτρια, ώστε να δικαιούται να ζητήσει μεσιτική αμοιβή για τη με δική της μεσολάβηση κατάρτιση των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων μίσθωσης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος για μεσιτική αμοιβή της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του π.δ. 248/1993, που ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή. Τούτο, διότι με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά η σύμβαση για την οποία δόθηκε εντολή μεσολάβησης στην αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη ήταν εκείνη της μίσθωσης ακινήτου (ξενοδοχείου), που εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του π.δ. 248/1993, την οποία πράγματι εκτέλεσε και στην οποία απέβλεψαν οι συμβληθέντες σ' αυτήν, καλύπτοντάς την κάτω από εικονικές διαδοχικές συμβάσεις ALLOTMENT, προς επίτευξη ισοδύναμου αποτελέσματος.

Αντιθέτως, δεν ήταν εφαρμοστέες οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 393/1976 "περί ιδρύσεως και λειτουργίας τουριστικών γραφείων". Τούτο, διότι τα πραγματικά περιστατικά, τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής, δεν υπαγόντουσαν στο πραγματικό αυτών, που αφορά, μεταξύ άλλων, τη μεσολάβηση από το τουριστικό γραφείο προς διασφάλιση ή ενοικίαση καταλύματος μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων ατόμων εντός και εκτός της χώρας, περί των οποίων δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση.

Ωσαύτως, με βάση τα ήδη αναφερθέντα, το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του "πράγματα" προταθέντα, θεμελιωτικά του προς διάγνωση δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας. Εντεύθεν, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από του αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αντιστοίχως.

Κατόπιν αυτών, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. και ΣΙΑ-ΜΕΣΙΤΕΙΕΣ-ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕ" και ήδη "Π. Κ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΠΡΟΒΟΛΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ-ΜΕΣΙΤΕΙΕΣ", για αναίρεση της 4838/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ