Legislator Case Law & Legislation
1121/2014 AI generated

1121/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1121/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1121/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
right of use right of access in property public property enhanced public use accession to immovable property established right
AI generated
238/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2013 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 5-6-2015 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1006/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 486/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2018 αίτησή της και τους από 25-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
1564/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
519/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
258/2025
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....
1428/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2446/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-11-2020 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1121/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σωματείου με την επωνυμία "Πολιτιστικός Σύλλογος Τριστένου Ζαγορίου Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ", που εδρεύει στο Δ.Δ. Τρίστενο του Δήμου Ζαγορίου Ιωαννίνων, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σωματείου με την επωνυμία "Αδελφότης Τριστένου Ζαγορίου", νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3) Δήμου Ζαγορίου Ιωαννίνων, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Τριστένου, που εδρεύει στο Δ.Δ. Τρίστενο του Δήμου Ζαγορίου Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσουμάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 8/10/2001 κύρια παρέμβαση και την από 30/4/2002 προσεπίκληση του ήδη 2ου αναιρεσείοντος, καθώς και την από 24/1/2003 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Ανατολικού Ζαγορίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/11/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Για να είναι πλήρης και ορισμένη η διεκδικητική αγωγή ακινήτου, κατά τα άρθρα 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1094 ΑΚ, πρέπει, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κυριότητα του ενάγοντος στο πράγμα (ακίνητο) και ειδικότερα ότι έγινε κύριος αυτού με νόμιμο τρόπο, αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις του την κυριότητά του ή των δικαιοπαρόχων του, να συμπληρώσει με τις προτάσεις του τον τρόπο, με τον οποίο έγιναν κύριοι οι δικαιοπάροχοί του και αυτός, β) ακριβή περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή να αναφέρει τη θέση, την έκταση, την ιδιότητα (π.χ.

οικόπεδο, χωράφι κλπ) και τα όρια με κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και οπωσδήποτε τα όριά του, έτσι ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατό στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί του συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεις και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης.

γ) Έννομο συμφέρον και ειδικότερα τα περιστατικά που το στηρίζουν και δ) ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των στοιχείων αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και απορριπτέα λόγω της έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 εδ. Β' ΚΠολΔ ως την πρώτη συζήτηση της αγωγής ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη - από 8.8.2000 - διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου Ιερού Ναού, ως εκ της μη ακριβούς περιγραφής τόσο του επίδικου ακινήτου όσο και του μείζονος ακινήτου, του οποίου, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτή - αγωγή - φέρεται να είναι τμήμα, τον ισχυρισμό δε αυτόν πρόβαλαν νόμιμα σ' αυτό - Εφετείο - με λόγο της έφεσής τους κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό.

Όπως δέχθηκε το Εφετείο και προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός (ενάγων) ισχυρίστηκε με αυτήν, ότι είναι κύριος ενός οικοπέδου εμβαδού 728 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται μέσα στον οικισμό του δημοτικού διαμερίσματος Τριστένου (τέως Κοινότητας Τριστένου) Ζαγορίου και συνορεύει γύρω - γύρω με ιδιοκτησία Σ.

Τ., με κοινοτικό δρόμο, με κοινοτική πλατεία και με ιδιοκτησία Κ. Φ.. Στο οικόπεδο αυτό έχει ανεγερθεί προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου του μεγαλομάρτυρος Ιερός Ναός περί το έτος 1753 και το υπόλοιπο του οικοπέδου αποτελεί τον περίβολο του Ιερού Ναού. (Ότι) έχει καταστεί κύριος του όλου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία τόσο κατά τις διατάξεις του β.ρ.

δικαίου όσο και κατά τις διατάξεις του Α.Κ., δεδομένου ότι νέμ(εται) και κατέχ(ει) το όλο οικόπεδο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου περί τα 250 χρόνια, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και στον προορισμό του (αφού) τμήμα του οικοπέδου καταλαμβάνει ο Ιερός Ναός και το υπόλοιπο αποτελεί, όπως αναφ(έρθηκε) ήδη, τον περίβολο του Ιερού Ναού που είναι περιφραγμένος προ 100 και πλέον ετών, με τοίχο και κάγκελα.

Μέσα στον περίβολο του Ιερού Ναού και σε τμήμα του όλου οικοπέδου (του), εμβαδού 70 τ.μ. περίπου, είχ(ε) κατασκευάσει προ πολλών ετών μικρό ισόγειο κτίσμα για τις ανάγκες του Ναού. Το έτος 1976 με αίτηση και παράκληση της Αδελφότητας Τριστένου επέτρεψ(ε) σε αυτήν να προβεί στην κατεδάφιση του ισόγειου αυτού κτίσματος και να προβεί στην ανέγερση νέου κτίσματος και να χρησιμοποιηθεί ως Κέντρο Πολιτισμού της τέως Κοινότητας Τριστένου.

Η παραχώρηση αυτή έγινε προς την Αδελφότητα Τριστένου, σωματείο με έδρα την Αθήνα (δεύτερο αναιρεσείον), χωρίς αντάλλαγμα, λόγω χρησιδανείου αορίστου χρόνου ... Το κτίσμα τούτο ανεγέρθη επί τμήματος του όλου οικοπέδου (του), εμβαδού 70 τ.μ., αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 70 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 70 τ.μ.

και συνορεύει γύρω - γύρω με πλευρά μήκους 13,40 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Φ., με πλευρά μήκους 5,20 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Τ. και με πλευρές μήκους 13,40 και 520 μέτρων με υπόλοιπο του όλου οικοπέδου (του). Το παραπάνω κτίσμα λειτούργησε ως Κέντρο Πολιτισμού μέχρι το έτος 1982, οπότε η παραπάνω χρησάμενη Αδελφότητα Τριστένου το εγκατέλειψε.

Μετά το έτος 1982 το εναγόμενο (πρώτο αναιρεσείον) δια των εκπροσώπων του προέβη στην κατάληψη του παραπάνω κτίσματος και χρησιμοποιεί αυτό μέχρι σήμερα χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα ... Τι ισόγειο ως πνευματικό κέντρο και τον πρώτο όροφο ως ξενώνα ... αρν(ούμενο) την αναγνώριση της κυριότητάς (του) στο επίδικο ακίνητο και την απόδοσή του ...

εξακολουθεί (δε) να το κατέχει μέχρι σήμερα". Πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραδεκτά τη διόρθωσε ως προς το εσφαλμένο όριο "ιδιοκτησία Τ." - το οποίο αναγράφηκε από παραδρομή - στο ορθό "Δημοτικό Σχολείο", αφού με τη διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλεται η βάση της.

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι αναφέρονται με λεπτομέρεια η θέση, η έκταση, η ιδιότητα και τα όρια τόσο του επίδικου ακινήτου όσο και του μεγαλύτερου, που φέρεται στην αγωγή ότι το επίδικο είναι τμήμα του, περιγράφονται δηλαδή με ακρίβεια, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του διεκδικούμενου ακινήτου.

Επομένως, το Εφετείο, με το να εκφέρει όμοια κρίση δεν υπέπεσε στην προεκτεθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ...", του οποίου η ισχύς άρχισε από 2.12.1968 (άρθρ. 7) "οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 24 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασία των δημοσίων κτημάτων", ως αύται ισχύουν εκάστοτε και οι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως δια την προστασία των κτημάτων αυτών ..."Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν.

Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξάμενη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμο συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε, κατά τους προϊσχύσαντες νόμους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτησμάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2.12.1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 30/1968.

Κατά συνέπεια, επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον που τα διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα (30) έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή διάνοια κυρίου επί είκοσι (20) έτη, με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι 2.12.1968.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, οι προαναφερθείσες για το ορισμένο της αγωγής διατάξεις των άρθρων 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και επί της κύριας παρέμβασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δέχθηκε το Εφετείο και προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του περιεχομένου της άνω κύριας παρέμβασης, το κυρίως παρεμβαίνον με αυτήν ισχυρίστηκε, ότι το τμήμα του επιδίκου των 43,91 τ.μ.

ανήκε μέχρι το έτος 1976 στην κυριότητα της πρώην Κοινότητας Τριστένου και ήδη Δήμου Ανατολικού Ζαγορίου, ότι το έτος αυτό (1976) η ως άνω Κοινότητα του το μεταβίβασε ατύπως και ότι τελικά έγινε αυτό (το κυρίως παρεμβαίνον) κύριο του ως άνω τμήματος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Με το περιεχόμενο αυτό - δέχτηκε ορθά το Εφετείο, ότι - η κύρια παρέμβαση, όσον αφορά το άνω τμήμα των 43,91 τ.μ.

είναι μη νόμιμη αφού ... κατά το έτος 1976 ... δεν ήταν πλέον επιτρεπτή η χρησικτησία σε βάρος της τότε Κοινότητας Τριστένου και ήδη Δήμου Ανατολικού Ζαγορίου (ώστε το κυρίως παρεμβαίνον και τα υποστηριζόμενα από αυτό να έχει γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία). Τέλος, καθόσον αφορά το άλλο τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 41 τ.μ. - δέχθηκε, επίσης, ορθά το Εφετείο, ότι - η κύρια παρέμβαση είναι αόριστη και κατά συνέπεια απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, πράγματι, το κυρίως παρεμβαίνον - όπως προκύπτει από την κατά τα άνω παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της κύριας παρέμβασης - δεν περιγράφει με σαφήνεια το εν λόγω άλλο επίδικο τμήμα, με συνέπεια μα γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει, ως άνω, την κύρια παρέμβαση κατά τα αντίστοιχα τμήματα του επίδικου αντικειμένου ως μη νόμιμη και αόριστη, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του Αστικού δικαίου για την έκτακτη χρησικτησία, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον, από τα άνω δεδομένα, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους ούτε κήρυξε αυτήν - κύρια παρέμβαση - παρά το νόμο απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τους αριθμούς 1 και 14 - και όχι μόνο από τον αριθμό 14 - του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατά τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλον η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 70 τ.μ. ... αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου εκτάσεως 728 τ.μ. περίπου, το οποίο ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος. Ειδικότερα σε τμήμα του ακινήτου αυτού είναι κτισμένος από το έτος 1753 τουλάχιστον ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου, ενώ το υπόλοιπο ακίνητο, που αποτελούσε πάντοτε τον περίβολο του Ιερού Ναού και ήταν περιφραγμένο ... .

Σε τμήμα του περιβόλου αυτού και σε επαφή με το Δημοτικό σχολείο υπήρχε κτισμένο από τον ενάγοντα τουλάχιστον από το έτος 1926 ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 35,70 τ.μ. ... ενώ ένα δωμάτιο είχε διατεθεί τουλάχιστον από το έτος 1926 με παρακλητική σχέση προς την Κοινότητα Τριστένου προς στέγαση του Κοινοτικού της Γραφείου.

Η τελευταία, έκτοτε, προέβαινε σε επισκευές με δαπάνες της του κτίσματος αυτού, το έτος δε 1952 - 1954 το κατεδάφισε και στη θέση του ανήγειρε νέο, εμβαδού 26,81 τ.μ. ... το οποίο συνέχιζε να κάνει χρήση χωρίς αντάλλαγμα ως κοινοτικό γραφείο μέχρι το έτος 1976. Κατά το έτος αυτό ο ενάγων παραχώρησε τη χρήση του επίδικου ακινήτου άνευ ανταλλάγματος στο σωματείο με την επωνυμία "Αδελφότης Τριστένου Ζαγορίου", προκειμένου να ανεγείρει Κέντρο Πολιτισμού ...

εκδόθηκε η 527/1977 οικοδομική άδεια με βάση την οποία η Αδελφότητα Τριστένου ανήγειρε το κτήριο του Κέντρου Πολιτισμού. Το κτήριο αυτό ανεγέρθηκε εν μέρει στο επίδικο ... από το έτος 1926 ο ενάγων νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού διακατοχικές πράξεις, μέσω τόσο της Κοινότητας Τριστένου, όσο και της Αδελφότητας Τριστένου (άρθρ. 980 ΑΚ), στην κατοχή των οποίων παρέμεινε το εν λόγω ακίνητο, με τη συναίνεση του ενάγοντος και με βάση τις παραπάνω συμβατικές σχέσεις.

Το έτος 1982 ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο και άρχισε να κάνει χρήση αυτού χωρίς δικαίωμα, ισχυριζόμενος ότι η χρησιμοποίησή του γίνεται από αυτόν ως εκπροσώπου της άνω Αδελφότητας και από κοινού μ' αυτήν που κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ύστερα από άτυπη παραχώρησή του από την Κοινότητα Τριστένου.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός που προβάλλει ο εναγόμενος, ενόψει των όσων ανωτέρω έγιναν δεκτά περί χρησιδανειακών συμβάσεων ... είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο ανεξάρτητα του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ισχυρισμός αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του, ενόψει της ισχύος του ν.δ. 31/1968 από 2.12.1968, τυγχάνει μη νόμιμος ...".

Με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση, ότι "ο ενάγων Ιερός Ναός (έχοντας ασκήσει) δια των νομίμων εκπροσώπων του επί του επιδίκου τις ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενες υλικές πράξεις εξουσιάσεως αυτού, που αρμόζουν σε κύριο, σύμφωνα με τη φύση του και τον προορισμό του και καλή πίστη συνεχώς από της προσαρτήσεως της Ηπείρου (1941) στο Ελληνικό Κράτος (άρθρο 2 ν. 147/1914) και μέχρι το 1982, (έγινε) κύριος αυτού με χρησικτησία (τόσο) από το καθεστώς του προϊσχύσαντος β.δ.δ. (όσο) και από την ισχύ του ΑΚ, αφού από της κατά τα άνω ενάρξεως της ασκήσεως της νομής επ' αυτού, με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα οποιουδήποτε άλλου, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής κατά το ένα, αλλά και το άλλο νομικό καθεστώς", και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση από την ΑΚ 281 του εναγομένου, εφόσον δέχτηκε, ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, υπό τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν "δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του, εφόσον, - όπως δέχτηκε - είχε παραχωρήσει το επίδικο κατά παράκληση στον εναγόμενο και στην πραγματικότητα για την εξυπηρέτηση των κατοίκων και οι τελευταίοι αναγνωρίζουν αυτόν ως κύριο".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι πράγματι κατά το γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ανωτέρω περιστατικά, η άσκηση από τον ενάγοντα του ένδικου δικαιώματός του δεν είναι καταχρηστική, αντίθετη δηλαδή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη αυτή, γι' αυτό και ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατά την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19 αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 55 του ΕισΝΑΚ, τα ακίνητα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε χρησικτησία τακτική ή έκτακτη, κατά δε το προισχύον δίκαιο εξηρούντο μόνο από την τακτική χρησικτησία. Επομένως, ήταν δυνατό να αποκτηθεί πάνω σ' αυτά κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με άσκηση νομής καλόπιστα επί τριακονταετία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1945.

Γιατί μεταγενέστερα τα δημόσια κτήματα εξαιρέθηκαν και από την έκτακτη χρησικτησία με τον ν. ΔΞΗ/1912, με τα διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει αυτού και στη συνέχεια με το άρθρο 21 ν.δ. 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης κλπ". Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, στο δίκαιο αυτό δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες.

Τούτο έχει ως συνέπεια να μην υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραττε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, είτε τακτική, είτε έκτακτη, από το 1914 και εφεξής που ίσχυσε στις νέες χώρες η Ελληνική Νομοθεσία (άρθρα 1 και 2 του ν. 147/1914). Στις νέες χώρες τα ακίνητα, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 ν.δ. (ΑΠ 1741/2002 ΕλλΔνη 44.1588). Εκείνος δε που ισχυρίζεται, ότι ορισμένο πράγμα εξαιρείται από τη χρησικτησία οφείλει να αποδείξει τον ισχυρισμό του, γιατί προτείνει ένσταση (ΑΠ 1800/1985 ΝοΒ 34.1074).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός (ενάγων) απέκτησε το επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ.

όσο και κατά τις διατάξεις του ΑΚ και να καταλήξει στην παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης και κατ' ουσίαν, χωρίς όμως να ερευνήσει εάν το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει ή όχι στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 Ν.Δ., και, συνεπώς, εάν εξαιρείτο ή όχι από τη χρησικτησία, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για τη χρησικτησία του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, του Αστικού Κώδικα και του α.ν. 1539/1938, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι τον άνω ισχυρισμό περί εξαίρεσης του επίδικου ακινήτου από τη χρησικτησία - ο οποίος και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ - πρόβαλαν στο Δικαστήριο της ουσίας.

Και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο είναι δημόσια έκταση, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό το αντίθετο, ότι δηλαδή αυτό ουδέποτε ανήκε στην κυριότητα του Δημοσίου ή είχε τον χαρακτήρα του κοινοχρήστου, ως πλατεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.11.2011 αίτηση των 1) Σωματείου με την επωνυμία "Πολιτιστικός Σύλλογος Τριστένου Ζαγορίου Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ" κ.ά. για αναίρεση της 363/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ