1121/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.
Legislator headnote
AI generated1121/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1121 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1121/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, τον κ. Υπουργό Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και τον Υπουργό Πολιτισμού, που άπαντες κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και οι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Ροϊλό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.
Εκδόθηκε η απόφαση: 738/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 9-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει η παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως, δηλαδή ότι το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 738/2009 απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι (ήδη ο αναιρεσείων) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, άλλως ότι δεν κατέστη απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι το Εφετείο έχει λάβει υπόψη όλα τα έγγραφα και συγκεκριμένα τις 403/2006, 409/1998, 1443/2002 και 1444/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, την 528/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, τους κτηματολογικούς πίνακες του επίδικου έργου όπου αναφέρεται ότι συντάχθηκαν με βάση το Ν. 2730/1999 για το σχεδιασμό και ολοκληρωμένη ανάπτυξη και εκτέλεσης ολυμπιακών έργων, το υπ' αριθ.
πρωτ. Δ12/ΦΗΛι1/36395/ ΟΙΚ/30-9-2004 της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ, όπου το επίδικο έργο χαρακτηρίζεται ως έργο της βασικής υποδομής της χώρας, αντίγραφο της 19/2005 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Αρχαίας Ολυμπίας, βάσει της οποίας αποχαρακτηρίστηκε ο διερχόμενος έμπροσθεν του ακινήτου του (αναιρεσείοντος) από ενθικός σε δημοτικός, την από Νοεμβρίου 2002 σχετική τεχνική έκθεση εκτίμησης δαπάνης της ένδικης απαλλοτρίωσης, με τιμές 2002, το ανασυνταγμένο κτηματολογικό διάγραμμα της ένδικης απαλλοτρίωσης, το .../2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ολυμπίων Μαρ.
Πλαστουργού, με αγοραστή τον Δήμο Ολυμπίας, την από 1-8-2005 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ε. Κ., την από 25-4-2004 έκθεση του γεωπόνου Γ. Π., την από 11-5-2006 τεχνική έκθεση του διπλωματούχου Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Α. Α. και το από Δεκεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Ν. Μ., ενώ τα υπ' αριθ. 16 έως 28 σχετικά(ως ο συνημμένος πίνακας στο τέλος των προτάσεών τους, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχθηκαν τα σε αυτή αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, και από όλα εν γένει τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση νομίμως οι διάδικοι (πίνακες, διαγράμματα, τεχνικές εκθέσεις, ένορκη βεβαίωση ενώπιον Συμβολαιογράφου κλπ) σε σύνδιασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, το δε γεγονός ότι μνημονεύθηκαν και εξάρθηκαν μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του Εφετείου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα υπόλοιπα.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ν.2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" ορίζεται στις παραγράφους 1, 2, 3 και 6 αυτού και ότι "μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου.
Καταρτίζει έκθεση στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού. Εκτιμά αιτιολογημένα και αναλυτικά την αξία του. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση.
Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ίδιου ΚΑΑΑ, τελ. εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3193/2003)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά δε την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (13 ΚΑΑΑ), τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007 και 754/2005).
Εν συνεχεία, κατά την έννοια των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, εφ' όσον συνετάγη, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ακόμα και αν είναι κατώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση ως προς την πραγματική κρίση αξία του απαλλοτριωθέντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983)". Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Από το άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 130/2010).
Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη Εφετειακή απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού, προκειμένου να καταλήξει στον καθορισμό των επί μέρους τιμών μονάδας για την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και ενώ διαχωρίζει αυτό ανάλογα με τη χρήση και καλλιέργεια αυτών, προσδιορίζει την αξία αυτών και συνακόλουθα την αποζημίωση, με βάση την πρόσοψη επί της Παλαιάς Εθνικής οδού Πύργου-Αρχαίας Ολυμπίας είτε επί της επαρχιακής οδού Πλατάνου-Φλόκα, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά ή σύγκριση στη χρήση και το είδος της καλλιέργειας και εκμετάλλευση αυτών, στοιχεία τα οποία θα είχαν ουσιώδη επιρροή στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων, μεταξύ των οποίων και του ακινήτου (ΚΠ 024Α) του αναιρεσείοντος, την οποία καθόρισε μόνο σε 18 ευρώ ανά τ.μ. (δεύτερος λόγος).
Ότι με ανεπαρκή αιτιολογία το Εφετείο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναγνώριση μείωσης της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου του (18.093.30 μ2), ενώ έπρεπε να κρίνει αν το όλο ακίνητο των 25.541,30 (πριν την απαλλοτρίωσή του) είχε εξαντλήσει το ποσοστό δόμησης και όχι μετά την απαλλοτρίωση στην έκταση που απέμεινε (τρίτος και τέταρτος λόγος).
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση (στίχος 13ος της δεύτερης σελίδας του 21ου φύλλου) αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό (ΚΠ 024) είναι αγρόκτημα πορτοκαλεώνα, το δε Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα της καθοριστέας οριστικής αποζημίωσης και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, του οποίου οι αιτιάσεις αναφέρονται σε δήθεν ελλείψεις ως προς την επί μέρους ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και την αιτιολόγηση του αποδεικτού πορίσματος, ως προς το ύψος της καταβλητέας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επί των θεμάτων που αφορούν τους 3ο και 4ο λόγους αναίρεσης, το Εφετείο, μετά από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην από 16 Νοεμβρίου 2006 αυτοτελή αίτηση του Γ. Ν. διατυπώνεται εκτός των άλλων, και αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης τούτου κατά το άρθρο 13 παρ.4 του ν. 2882/ 2001 για το τμήμα του ακινήτου του που απόμεινε μετά την απαλλοτρίωση.
Ο Γ. Ν. πριν την απαλλοτρίωση ήταν ιδιοκτήτης ενός αγροκτήματος-πορτοκαλεώνα, εκτάσεως 25.541,30 τ.μ., στη θέση "Καλόγερος" της αγροτικής περιοχής του δημοτικού διαμερίσματος Πλατάνου του Δήμου Αρχαίας Ολυμπίας, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού Πλατάνου, το οποίο κατά τη βορειοανατολική μόνο πλευρά του έχει πρόσωπο στον επαρχιακό δρόμο Πλατάνου-Φλόκα.
Στη δυτική πλευρά του δεν είχε και πριν την απαλλοτρίωση πρόσωπο στην παλαιά εθνική οδό Πύργου-Αρχαίας Ολυμπίας, διότι μεταξύ της οδού αυτής και της δυτικής πλευράς του αγροκτήματος παρεμβάλλονταν ρέμα και δρόμος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως τούτο προκύπτει από το ανασυνταχθέν κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα (στον τελευταίο απεικονίζονται οι ιδιοκτησίες του Ελληνικού Δημοσίου με αριθ.
ΚΠ 001, 001Α και 024). Είχε όμως πρόσβαση το αγρόκτημα στη δημόσια οδό Πύργου-Αρχαίας Ολυμπίας μέσω χωματόδρομου που κατέληγε στο βορειοδυτικό άκρο τούτου, αλλά και μέσω της επαρχιακής οδού Πλατάνου-Φλόκα. Ο Γ. Ν. πριν την απαλλοτρίωση, εξαντλώντας το δικαίωμα δόμησης που του παρείχε το π.δ. 24/31.5.1985 για ανέγερση κατοικίας σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού με εμβαδό μεγαλύτερο των 8.000 τ.μ., όπου η μέγιστη επιφάνεια του κτιρίου, όπως και η συνολική επιφάνεια των ορόφων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 280 τ.μ. + (εμβαδόν γηπέδου - 8.000) χ 0,01 με μέγιστο τα 400 τ.μ., βορειοανατολικά του ακινήτου του κατασκεύασε διώροφη κατοικία, η οποία υφίσταται και σήμερα, μη θιγείσα από την απαλλοτρίωση.
Μετά την απαλλοτρίωση τμήματος τούτου μετά των συστατικών του (δένδρων πορτοκαλιάς, ελαιοδένδρων, πηγαδιού και συστήματος άρδευσης με σταγονίδια κλπ), εμβαδού 7.502 τ.μ. (αριθμός κτηματοτεμαχίου 024Α στον ανασυνταχθέντα από μηνός Μαΐου 2004 κτηματολογικό πίνακα), το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 18.039,30 τ.μ., δεν υπέστη καμία μείωση της αξίας του, ούτε κατέστη άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται εξ οιουδήποτε λόγου (απότμησης ή λόγω της εκτελέσεως του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση), διότι 1) το εναπομείναν ακίνητο, όπως και πριν, έτσι και μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθεί να έχει πρόσωπο στην επαρχιακή οδό Πλατάνου-Φλόκα, ενώ την πρόσβαση στην παλαιά Ε.Ο Πύργου Αρχαίας Ολυμπίας εξακολουθεί να την έχει και μετά την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου μέσω της Επαρχιακής οδού Πλατάνου - Φλόκα (και όχι και μέσω του χωματόδρομου, ο οποίος με την απαλλοτρίωση καταργήθηκε λόγω της κατασκευής φρεατίου αποστράγγισης των ομβρίων υδάτων), 2) με το νέο αυτοκινητόδρομο έγινε αδύνατη λόγω των στηθαίων ασφαλείας κατά μήκος τούτου μόνο η απευθείας πρόσβαση σ' αυτόν του εναπομείναντος τμήματος, όχι όμως και η επικοινωνία τούτου με αυτόν (αυτοκινητόδρομο), μέσω του παράπλευρου δικτύου και 3) με την κατασκευή πριν την απαλλοτρίωση στο ενιαίο ακίνητο, εκτάσεως 25.541,30 τ.μ., διώροφης κατοικίας από τον αιτούντα, την οποία δεν έθιξε καθόλου η απαλλοτρίωση, το δικαίωμα δόμησης γενικώς στο εναπομείναν τμήμα, εμβαδού 18.039,30 τ.μ., εξαντλήθηκε.
Ενόψει όλων αυτών, το αίτημα του Γ. Ν. για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τον μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου του αναιρεσείοντος, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση και ως προς την εξάντληση του δικαιώματος δόμησης, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα και οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, μη επιβληθούν όμως δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, διότι το αναιρεσίβλητο παρέστη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 738/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ