Legislator Case Law & Legislation
1121/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance but allows appeal against second instance due to insufficient reasoning.

Case Number 1121/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the portion of the appeal challenging the first-instance judgment because an appeal had already been lodged against it. However, the court allowed the appeal against the second-instance judgment, finding it legally flawed. The court ruled that the appellate court failed to adequately explain how the victim's contributory negligence affected the outcome given the severity of multiple injuries. Consequently, the case was remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if an appeal against that judgment has already been filed and accepted, whereas an appeal against a second-instance judgment is admissible if the appellate court's reasoning is insufficient regarding the victim's contributory negligence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contributory negligence insufficient reasoning remand for retrial legal basis defect multiple injuries causation analysis

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 40/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1121/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καραγκούνη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4151/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1091/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/9/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (4151/2003 Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), να γίνει δεκτή κατά τα λοιπά και κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ) λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ'ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ'ουσία, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (Ολ.ΑΠ 40/1996). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 4151/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτος, καθόσον, οι κατ' αυτής ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές, με την επίσης προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου (1091/2004) και μετά από ουσιαστική έρευνα, η μεν έφεση των εναγομένων-νυν αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή κατ'ουσία, ενώ απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάσθηκε εκ νέου η ένδικη αγωγή από το Εφετείο και ως προς τα κονδύλια, στα οποία αναφέρονται οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου (σχετικά με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και επί συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων, κατά το άρθρο 10 του ν. ΓΠΝ/1911, προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινή πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν, καθεαυτό αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα στην επεύλευση αυτοκινητικού ατυχήματος ή στην έκταση της εξ' αυτού ζημίας, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), επιβάλλεται στους οδηγούς και στους επιβάτες μοτοποδηλάτων να φορούν προστατευτικό κράνος.Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από τέτοιο πρόσωπο σε περίπτωση συγκρούσεως μοτοποδηλάτων αυτοκίνητο θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.

Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και με τη χρήση προστατευτικού κράνους, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο, που παρέλειψε να το φορέσει. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως κι' έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, αντιστοίχως, όταν τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους ή όταν τα περιστατικά αυτά δεν καλύπτουν με πληρότητα και σαφήνεια τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί να εξετασθεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι προέχει σιωπηρώς και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την πρσοβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, όσον αφορά το ζήτημα της συνυπαιτιότητος, για την επέλευση του θανασίμου τραυματισμού του, του ..., υιού, αδελφού και μνηστήρα των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων, ο οποίος οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που συγκρούσθηκε, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε η πρώτη των εναγομένων-νυν αναιρεσιβλήτων:

Ο ... αμέσως μετά το προπεριγραφόμενο ατύχημα διακομίστηκε στο Τζάνειο Νοσοκομείο και από εκεί "διασωληνωμένος" στο Νοσοκομείο Κοργιαλένειο Μπενάκειο Ε.Ε.Σ. με τη συνοδεία γιατρών, έχοντας στο μεταξύ εμφανίσει μυδρίαση και απουσία σφίξεων και καρδιακών τόνων και φέροντας σοβαρότατο τραύμα στην αριστερή τραχηλική χώρα, παρά δε τις προσπάθειες ανάταξης, εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του αποβίωσε την ίδια ημέρα.

Κατά την ιστορούμενη πιο πάνω παράσυρσή του από το αυτ/το της πρώτης εναγομένης, ο ατυχής ... είχε υποστεί εκτεταμένο βαθύ ανώμαλο τραύμα στην αριστερή παρειά με κάταγμα της γνάθου, αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων κεφαλής, κατασύντριψη της κάτω και άνω γνάθου αριστερής κροταφογναθικής αρθρώσεως, πολτοποίηση των μεγάλων αγγείων του τραχήλου αριστερά, τραυματική ρήξη της θωρακικής αορτής, κατάγματα πλευρών αμφοτέρων των ημιθωρακίων, πολλαπλές παραπυλικές ρήξεις των πνευμόνων, ρήξη αριστερού ημιδιαφράγματος και ρήξη σπληνός, στην οικεία δε ιατροδικαστική έκθεση ως αίτια του θανάτου του αναφέρονται οι βαρύτατες κακώσεις της κεφαλής, του λαιμού, του θώρακα και της κοιλίας [βλ.

το προσκομιζόμενο φωτ/φο της 2584/2001 ιατροδικαστικής Εκθέσεως αυτοψίας- νεκροτομίας του Ιατροδικαστή ...]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο παθών κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε, όπως όφειλε [άρθρο 101 ΚΟΚ], προστατευτικό κράνος, η παράλειψη του δε αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος κράνος και ότι, όπως ήδη παρατηρήθηκε, υπέστη βαρύτατες κακώσεις στο κεφάλι [αριστερή παρειά, γνάθους], τις όποιες [και ενδεχομένως και τις κακώσεις του λαιμού], σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, αν φορούσε κράνος, δεν θα είχε υποστεί και που πάντως θα ήταν πιο ελαφρές και όχι θανατηφόρες.

Ενόψει τούτων, εφόσον ο θάνατος του ... οφείλεται και στις προπεριγραφόμενες κακώσεις της κεφαλής, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην προαναφερόμενη παράλειψή του και στον επελθόντα θάνατό του. Η κρίση τούτη δεν αναιρείται ούτε κλονίζεται από την από 19.9.2001 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού συμβούλου των εναγόντων ..., σύμφωνα με την οποία οι κακώσεις της κεφαλής μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ιατρικά και δεν ήταν ικανές "από μόνες τους να επιφέρουν άμεσο θάνατο", αφού και η έκθεση αυτή αποκλείει τον άμεσο [ακαριαίο] μόνο θάνατο του παθόντος από τις κακώσεις της κεφαλής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Εφετείο, έκανε δεκτή, ως βάσιμη κατ'ουσία, την πρωτοδίκως προβληθείσα και επαναφερθείσα και με λόγο εφέσεως, ένσταση των εναγομένων-νυν αναιρεσιβλήτων, περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, ως προς τη βαρύτητα και την έκταση του τραυματισμού του και το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και εστέρησε έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως, ως προς το ζήτημα αυτό. Διότι, ενώ δέχεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι, εκτός από τις κακώσεις της κεφαλής, ο τραυματισθείς είχε, επίσης, υποστεί πολτοποίηση των αγγείων του τραχήλου, ρήξη της θωρακικής αορτής, πολλαπλές ρήξεις των πνευμόνων, ρήξη σπληνός και ρήξη αριστερού ημιδιαφράγματος καθώς και ότι στην οικεία ιατροδικαστική έκθεση, ως αιτία θανάτου αναφέρονται (εκτός από τις βαρύτατες κακώσεις της κεφαλής) και οι (βαρύτατες) κακώσεις του λαιμού, του θώρακα και της κοιλίας, εν τούτοις δεν διευκρινίζεται εάν ο θάνατος θα είχε επέλθει και με μόνες τις λοιπές, εκτός εκείνων της κεφαλής, βαρύτατες κακώσεις ήτοι, πολτοποίηση τραχήλου, ρήξη πνευμόνων, ρήξη σπληνός, ρήξη ημιδιαφράγματος κλπ, σε καταφατική δε περίπτωση γιατί υπάρχει συνυπαιτιότητα του θανόντος στην ένταση της ζημίας, ή αν οι εν λόγω σωματικές κακώσεις δεν ήταν ικανές (μόνον αυτές) να επιφέρουν το θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Συνεπώς, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων στη μείζονα νομική σκέψη διατάξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚπολΔ, ο οποίος εξετάζεται ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και του οποίου η αναιρετική εμβέλεια εκτείνεται στο σύνολό της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση 1091/2004 του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2006 αίτηση αναίρεσης των ..., κλπ, κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά της 4151/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Αναιρεί την 1091/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ