Legislator Case Law & Legislation
1121/2007 AI generated

1121/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1121/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1121/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρ. 103 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1121/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 446/1998 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-1998 αίτησή του και τους από 9-1-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ. 103 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται.

Κατ' επιταγή των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδόθηκε ο Ν. 993/79, ο οποίος με τους συμπληρωματικούς και τροποποιητικούς διατάξεών του νόμους κωδικοκοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το π.δ. 410/88 "κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 56, 57, 59, 63-65, 72, 78, 80-82 του παραπάνω διατάγματος συνάγεται, ότι η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ επιτρέπεται μόνο α) για την κάλυψη οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού που προβλέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, καθώς και για την κάλυψη οργανικών θέσεων μερικής ή περιοδικής απασχόλησης, για προσωπικό καθαριότητας και λοιπό βοηθητικό προσωπικό, με συμβάσεις αόριστου ή ορισμένου χρόνου που μπορεί να ανανεώνονται, β) για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών που ανακύπτουν από γεγονότα όπως σεισμοί, πλημμύρες, παγετοί ή πυρκαγιές, η διάρκεια δε της απασχόλησης, του προσωπικού αυτού δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβεί τους οκτώ μήνες από τότε που εμφανίστηκε η ανάγκη και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού οι εργαζόμενοι αποχωρούν αυτοδικαίως, γ) για την κάλυψη παροδικών αναγκών εποχιακής ή περιοδικής ή άλλης πρόσκαιρης φύσεως, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οπότε η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί, στις περιπτώσεις αυτές, να υπερβεί τους πέντε μήνες ή τα εκατό ημερομίσθια, μπορεί όμως να ανανεωθεί για τρεις ακόμη μήνες και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού η σύμβαση λύνεται αυτοδικαίως, δ) για την κάλυψη κατεπειγουσών αναγκών της υπηρεσίας που εμφανίζονται σε περιπτώσεις κενώσεως θέσεων τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού ή απουσίας προσωπικού λόγω κανονικών ή εκπαιδευτικών αδειών ασθενείας ή κυήσεως ή λόγω αδικαιολόγητης απουσίας, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και εφόσον έχει κινηθεί η διαδικασία για την πλήρωση της θέσης, η δε διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους εννέα μήνες και ε)με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών ερευνητικών προγραμμάτων ή για τις ανάγκες έργων αυτεπιστασίας ΟΤΑ, οπότε η εργασιακή σύμβαση λύνεται μόλις περατωθεί το πρόγραμμα ή το έργο.

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει επίσης ότι, με εξαίρεση την παραπάνω περίπτωση α΄, όπως και την περίπτωση προσλήψεως ειδικών συμβούλων, συνεργατών ή επιστημονικών συνεργατών του Πρωθυπουργού, των Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης καθώς και των Υπουργών ή των Δημάρχων, στους οποίους αναφέρονται τα άρ. 83 και 84 του π.δ. 410/88, δεν επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με συμβάσεις αόριστου χρόνου παρά με συμβάσεις ορισμένου χρόνου των οποίων δεν είναι, κατ' αρχήν, δυνατή η παράταση ή η ανανέωση και μόνο εφόσον συντρέχει κάποια από τις παραπάνω ειδικές περιπτώσεις η παράταση ή η ανανέωση είναι δυνατή.

Επομένως, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 671 ΑΚ, αλλά ούτε και της διάταξης του άρθρ. 8 εδάφ. β΄ ν. 2112/20. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 671 ΑΚ, η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της, ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία του χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης (το Δημόσιο, ΟΤΑ ή άλλο ΝΠΔΔ), κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 8 ν. 2112/20 (εδάφ.

β΄) "αι διατάξεις του νόμου τούτου (του 2112) εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", αφού σε όλες τις συμβάσεις για τις οποίες έγινε παραπάνω λόγος η ορισμένη διάρκεια τους προβλέπεται υποχρεωτικώς από, νεότερο του ν. 2112/20 και του ΑΚ, νόμο και, σύμφωνα με αυτόν, μόνο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας επιτρέπεται να καταρτιστούν.

Εξάλλου, οι συμβάσεις εργασίας ή έργου προσωπικού που έχει προσληφθεί ως έκτακτο δεν καθίστανται συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου από μόνο το λόγο ότι το προσωπικό αυτό χρησιμοποιείται για την εκτέλεση εργασιών που εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή άλλων ΝΠΔΔ, διότι δεν έχει σημασία το είδος της εργασίας που παρέχει το προσωπικό αυτό αλλά το έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός για το οποίο έχει προσληφθεί.

Στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου του εκτάκτου προσωπικού δεν επέφερε μεταβολή, και δεν τις μετέτρεψε σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, η παράτασή τους με το άρθρ. 12 Ν. 1835/89 και την ΠΥΣ 6/04.01.90, που κυρώθηκε με το άρθρ. 4 Ν. 1874/90, αφού στην παρ. 4 του άρθρ. 12 Ν. 1835 ορίστηκε ότι, μετά τη λήξη των παρατεινόμενων συμβάσεων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 13 Ν. 1735/87 (η οποία αντιστοιχεί στο άρ. 65 Π.Δ. 410/88) με τις οποίες ορίζεται ο χρόνος διάρκειας όλων των συμβάσεων, με την παραγρ. 3 δε της προαναφερόμενης ΠΥΣ ορίστηκε ρητώς ότι "η κατά τ'ανωτέρω παράταση σε καμμιά περίπτωση δεν μετατρέπει τις συμβάσεις αυτές σε συμβάσεις αορίστου χρόνου".

Ούτε με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρ. 44 Ν. 1882/90, με την οποία παρατάθηκε η ισχύς των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του εκτάκτου προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα αλλά και του εποχιακού, με μίσθωση έργου, προσωπικού έως τις 30.09.90, επήλθε καμία μεταβολή αφού ορίστηκε -και πάλι- στην παρ. 8 του ίδιου άρθρου, ότι η παράταση αυτή δεν μετατρέπει τις συμβάσεις "σε αορίστου χρόνου, μετά δε τη λήξη της ισχύος τους λύονται αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση και δίχως καμία αποζημίωση".

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, με την ένδικη από 16-6-96 αγωγή του, ότι προσελήφθη το έτος 1987 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκε στην εδρεύουσα στην Πάτρα 5η ΜΟΜΑ ως χειριστής μηχανημάτων έργων για την εκτέλεση δημοσίων τεχνικών έργων από το έτος 1987 έως τις 30-9-1990, που έπαυσε το αναιρεσίβλητο να δέχεται τις υπηρεσίες του, και ότι η εργασία του εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι η παραπάνω απασχόλησή του ήταν απασχόληση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και ότι από την 1-10-1990 το αναιρεσίβλητο είναι υπερήμερο περί την αποδοχή των υπηρεσιών του.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και κατά συνέπεια το Εφετείο, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου, καθώς και ο λόγος του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-1998 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 446/1998 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ