Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding fictitious default judgment and improper party representation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Chamber of Larissa Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred by rejecting their claim of fictitious default judgment due to improper party representation. The court held that this procedural defect did not justify overturning the final judgment because the first-instance court had already examined and rejected the claim sua sponte.
Legislator headnote
AI generatedArticles 280, 559, 118 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that a procedural defect regarding fictitious default judgment is inadmissible if the first-instance court already examined and rejected the claim sua sponte, and the defect does not affect the validity of the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1120 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1120/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. χήρας Κ../νου Α., και Β. Ι., 2) Γ. Π. του Δ. και της Ε., κατοίκων ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Κ../νου Α. του Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη-Ζωή Τσιγάρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Β. του Χ., 2) Κ./νας Β. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιάρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2011 αγωγή του αρχικού και ήδη αποβιώσαντος ενάγοντος Κ../νου Α. του Ν., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-10-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-10-2016 (αρ. κατ. 39/2016) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή επιδόθηκε στις 08-12-2022 [βλ. την από 8-12-2022 επισημείωση στο νόμιμο αντίγραφό της της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Λάρισας Ν.
Κ.. Ζ.], ενώ η υπό κρίση αίτηση είχε κατατεθεί στις 17-10-2016 στη γραμματεία του Εφετείου δηλαδή πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών [άρθρ. 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], Ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτήν λόγων [άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ].
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 01-03-2011 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσειόντων, ο αρχικώς ενάγων Κ. Α., και μετά τον θάνατό του οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα, ως αντίθετων στα χρηστά ήθη: 1) του υπ αριθμ. ...
συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Τρικάλων Κανελλιάς Κατσαρού και 2) της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης της αδελφής του, Χ. χήρας Μ. Μ., την οποία συνέταξε η ως άνω συμβολαιογράφος Τρικάλων, κατά το μέρος της εγκατάστασης των εναγομένων ως κληρονόμων της προαναφερθείσης αδελφής του αρχικώς ενάγοντος.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 126/2013 οριστική απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν την 29-11-2013 έφεσή τους, η οποία έγινε δεκτή από το Εφετείο κατ' ουσίαν, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, με την προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 110/ 2016 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.
1) Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο της, ενόψει, όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.
Τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ' εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακύρωσης αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 ΑΚ. (ΑΠ 538/ 2021). Ως κριτήριο, για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, χρησιμεύει το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο, κατά γενική αντίληψη, χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος.
Εξάλλου, για να κριθεί, αν η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν το διαθέτη, ο σκοπός που επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1712 ΑΚ προκύπτει, ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατο του, με τους περιορισμούς, όμως, των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και του άρθρου 178 ΑΚ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται με αυτή είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της κατάληψης ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του.
Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και, συνεπώς, δεν είναι άκυρη, η διαθήκη, όταν έγινε για λόγους, που δεν είναι ηθικά επιλήψιμοι (ΑΠ 370/2017). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της διάταξης τελευταίας βουλήσεως ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, είναι ζήτημα νομικό, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και, συνεπώς, η σχετική κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 361/ 2021, 754/2019, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 825/ 2009).
Η ακυρότητα της διαθήκης ή διατάξεως αυτής είναι απόλυτη και επέρχεται, αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται να κηρυχθεί αυτή με δικαστική απόφαση. Επιτρέπεται, όμως, η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως για την ανωτέρω αιτία (ΑΠ 538/ 2021, ΑΠ 825/2009). 2) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, ΑΠ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 3/2020).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1/ 2016, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 52/2019). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακόλουθα, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013). 3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 8/2018).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1217/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/2020).
Επομένως, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 565/2018).
Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 322/2023, ΑΠ 1419/ 2023, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 402/2014, 1586/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά τα οικεία μέρη του, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1α και 19, αντίστοιχα, πλημμέλειες, συνιστάμενες στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της αναφερόμενης στην μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ., όπως, από το νοηματικό περιεχόμενο των διαμβανόμενων στον λόγο αυτό αιτιάσεων προκύπτει.
Ο ανωτέρω λόγος, ως προς τις αιτιάσεις αυτές είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αόριστος, και, τούτο, διότι δεν εκτίθενται στον αναιρετικό αυτό λόγο επακριβώς και πλήρως,σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή στο σύνολό τους τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, παρά μόνο απόσπασμα αυτών.
Επίσης, καθόσον αφορά την από τον αριθμό 1α πλημμέλεια δεν εξειδικεύεται στον άνω αναιρετικό λόγο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα το σχετικό με την ερμηνεία και εφαρμογή της φερομένης ως παραβιασθείσας διάταξης του άρθρου 178ΑΚ και ποια επίδραση είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης, ενώ καθόσον αφορά την από τον αριθμό 19 πλημμέλεια και πάλι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, το, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, ενόψει δε του ότι η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης δεν αναφέρει ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ποια δηλαδή στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά της λείπουν ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.
Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον με το πρόσχημα των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων Α. Γ. (στην υπ' αριθμ. ... ένορκη κατάθεσή της), Μ. Λ., Α. Μ. και Ε. Μ. (άρθρο 561 παρ. Ι ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 895/2011).
Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποιών αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019).
Αρκεί, λοιπόν, κατ` αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη κάποιο είδος αποδεικτικού μέσου ή αν, παρά τη γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις αιτιολογίες της, δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (συνήθως έγγραφο), αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1203/2013, ΑΠ 847/2011, ΑΠ 1130/2010, ΑΠ 131/2005), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε αξιολογείται στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 7/2022, ΑΠ 970/2017, ΑΠ 1700/2011, ΑΠ 507/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά το οικείο μέρος του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί κρίσιμων πραγματικών περιστατικών δεν έλαβε υπ` όψη του, άλλως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπ` όψη του και συνεκτίμησε τις μαρτυρικές καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων (Α.
Μ., και Ε. Μ.). Ο λόγος αυτός ως προς την αιτίαση αυτή, καίτοι είναι αντιφατικός με τις αιτιάσεις που προβάλλονται σε σχέση με την αξιολόγηση των καταθέσεων των εν λόγω μαρτύρων στον προβαλλόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο, παραδεκτά προβάλλεται εφόσον προτείνεται επικουρικώς (ΑΠ 1964/ 2022), είναι όμως αβάσιμος ως προς την άνω αιτίαση, διότι, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και τις καταθέσεις των λόγω μαρτύρων, το περιεχόμενο των οποίων, μάλιστα μνημονεύει επί λέξει στην αναιρεσιβαλλομένη [στις σελίδες 17η (τέλος) έως 20η (στην αρχή της)].
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης (ΑΠ 1249/2020).
Αφορά σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 1/2019, ΑΠ 571/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 1306/2018), πρέπει δε στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο, που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το δικονομικό απαράδεκτο (ή η ακυρότητα) που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο, δηλαδή ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε δηλαδή τα συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που τον ιδρύουν (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 571/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 449/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι ενάγοντες, και ήδη αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απέρριψε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους, που επανέφεραν στο Εφετείο, με τον οποίο διατείνονταν ότι ενώ ο, κατά την 30-6-2012 επισυμβάς θάνατος του αρχικώς ενάγοντος, στην θέση του οποίου υπεισήλθαν αυτοί ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του, γνωστοποιήθηκε απ'αυτούς στους εναγόμενους αναιρεσίβλητους, ως διακοπτικό της δίκης γεγονός στην μετ' αναβολή (από την αρχικώς ορισθείσα στις 16-1-2012), δικάσιμο της 08-10-2012, εν τούτοις οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά την νέα μετά την διακοπή δικάσιμο έστρεψαν τις από 06-09-2012 γραπτές προτάσεις τους κατά του αρχικού ενάγοντος, κι όχι κατά των νομίμων κληρονόμων του, περίσταση εξαιτίας της οποίας έπρεπε να δικαστούν ερήμην οι εναγόμενοι και να γίνει δεκτή η αγωγή τους, λόγω της ερημοδικίας τους.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό υπό τις ακόλουθες παραδοχές, και ειδικότερα διότι: "...ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι λυσιτελής, δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης (η οποία ήδη έχει εξαφανισθεί), πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί ο εν λόγω ισχυρισμός τους, που είχαν προβάλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε, ως αβάσιμος, διότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι στρέφουν τις προτάσεις τους, που είχαν καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 6.9.2012, κατά του αρχικώς ενάγοντος και όχι κατά των κληρονόμων του, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, δεν εντάσσεται μεταξύ των περιπτώσεων της πλασματικής ερημοδικίας (βλ.
άρθρο 280 ΚΠολΔ), ούτε αποτελεί μη νόμιμη και μη προσήκουσα παράσταση των εναγομένων στην συζήτηση εκείνη, όταν μάλιστα δεν υπάρχει από τους τελευταίους αμφισβήτηση και αμφιβολία για την ταυτότητα των διαδίκων και την ιδιότητά τους ως υπεισελθόντων στην δικονομική θέση, του αποβιωσαντος αρχικού ενάγοντος, κληρονόμων του εκ διαθήκης (βλ.
άρθρο 118 ΚΠολΔ)". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και, τούτο, διότι υπό τα ως άνω εκτιθέμενα σ' αυτόν δεν ιδρύεται η, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβαλλόμενη πλημμέλεια, σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος και ως αλυσιτελής, ενόψει ότι την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας απόφασης, εξαφάνισε, στο σύνολό της, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, με την επί πλέον επισήμανση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερεύνησε ως όφειλε αυτεπαγγέλτως το νόμιμο της αγωγής και την απέρριψε ως μη νόμιμη, ανεξαρτήτως της επικαλούμενης από τους ενάγοντες τυχόν ερημοδικίας των εναγομένων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07-10-2016 (αρ. κατ. 39/2016) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ