Legislator Case Law & Legislation
1120/2023 AI generated

Supreme Court allows labor union appeal, rejecting employer's claim of equal pay violation.

Case Number 1120/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the labor union's appeal against the First Instance Court's decision, overturning the lower court's rejection of their claims. The unions argued they were legally entitled to higher wages upon securing permanent positions and that the employer's voluntary payment to permanent staff did not violate equal treatment principles. The Court accepted these arguments, holding that the unions' claims were substantiated and dismissing the employer's counter-claim regarding the legality of the lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that where employees are legally entitled to higher wages upon securing permanent positions, the employer's voluntary payment to permanent staff does not constitute unequal treatment, and the union's appeal regarding the legality of the lawsuit is admissible.

Keywords

AI generated
labor union appeal equal pay principle permanent position wages voluntary payment defense labor dispute procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1120 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1120/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία - Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Σπηλιόπουλου και Κώστα Παπαδημητρίου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Γ. του Γ., κατοίκου Μ. Φ., 2.Γ. Δ. του Σ., κατοίκου Ι. Α., 3. Σ. Η. του Α., κατοίκου Β. Α., 4.Κ. Κ. του Π., κατοίκου Κ. Α., 5. Μ. Λ. του Γ., κατοίκου Α., 6. Γ. Μ. του Γ., κατοίκου Π. Α., 7. Ε. Π. του Γ., κατοίκου Α., 8. Ε. Π. του Ι., κατοίκου Χ., 9. Α. Σ. του Γ., κατοίκου Π. Α., 10. Π. Μ. του Γ., κατοίκου Α. Α., 11. Χ. Σ. του Χ., κατοίκου Γ. Α. και 12. Ν. Χ. του Σ., κατοίκου Χ. Α., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Σιδερή, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1037/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 659/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11.7.2022 και με αριθμό κατάθεσης 5535/608/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 659/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 30.10.2017 και με αριθμό κατάθ. 590256/505836/30.10.2017 έφεση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .... ΑΕ και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1037/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 8.7.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 73077/2429/2015) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Ο Οργανισμός ... (...), που ιδρύθηκε με το β.δ. 20/29.12.1958 (άρθρα 1, 3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.δ. 3865/1958, με το π.δ. 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του κ.ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών" , όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται ότι οι μετοχές της εταιρείας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ο ... διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των ... του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 391/1974, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 2084/1986 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Β 770/31.10.1986) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου.

Κατά τον ως άνω Κανονισμό το προσωπικό του ... συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ. 1α).

Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζόμενων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ....

Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ.

και η τελική επιλογή του γίνεται από τον Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4). Εξάλλου, ανεξάρτητα από την επακολουθήσασα 1999/70 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 28.6.1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10.7.1999 και της οποίας η ισχύς άρχισε στις 10.7.2001, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, ενσωματώθηκε δε στην Ελληνική έννομη τάξη στις 2.4.2003 με το π.δ. 81/2003, στην τελευταία η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν κατά το παρελθόν με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Στο ως άνω π.δ. 81/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το π.δ. 180/2004, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 164/2004... το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με το οποίο (άρθρο 3 περ.

γ' του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας (για την εφαρμογή του π.δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003".

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία είναι και η αναιρεσείουσα, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (από 11.4.2001 απόφαση του Δ.Σ. αυτής, ΦΕΚ 2212/2001, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004,υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003 και β) Στο άρθρο 8Α του π.δ. 81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, ορίζεται ότι "Στις διαδοχικές συμβάσεις που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990...

ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004... ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω ΠΔ 164/2004...". Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 19.7.2004, και αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της καταχρήσεως συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του παραπάνω π.δ. 164/2004 απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, όπως προαναφέρθηκε, από τις 19.7.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10.7.2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.

Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, οι διατάξεις του άρθρου 11, που είναι συνταγματικώς ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις "τακτοποίησης" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, να εργάζονται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τελούντες εν αγνοία των δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, δεδομένης της καθυστέρησης προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην εν λόγω Οδηγία.

Οι διατάξεις αυτές ορίζουν, ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος π.δ/τος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του (παρ. 1).

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004 (παρ. 2).

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4).

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α').

Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ. 5)". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκει και η αναιρεσίβλητη, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 του πδ 164/2004 και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας κλπ), εκτός από τη λήψη των αποδοχών της θέσης στην οποία εντάχθηκαν, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 460/2014, ΑΠ 1040/2011).

Τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται οι εργαζόμενοι αυτοί από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης, καθόσον τα οριζόμενα στις διατάξεις αυτές δεν έχουν την έννοια ότι παράγονται αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά ότι ο χρόνος που διανύθηκε με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου θεωρείται ότι έχει διανυθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τη θεμελίωση μισθολογικών δικαιωμάτων μόνο στο μέλλον (πρβλ.

ΑΠ 1073/2014). Η ρύθμιση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων (ΑΠ 365/2013). Και ναι μεν το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3320/2005 αναφέρεται στο προσωπικό του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, το οποίο συνδεόταν με τους φορείς αυτούς με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή άλλη σχέση και του οποίου οι συμβάσεις συνιστούσαν συμβάσεις αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του πδ 164/2004 και καθορίζει τις συνέπειες της διαπίστωσης αυτής της τελευταίας θέσης, που έλαβε χώρα βάσει της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 διοικητικής διαδικασίας, όμως ο σκοπός που επεδίωξε ο νομοθέτης με τις ανωτέρω ρυθμίσεις πρέπει να τύχει ανάλογης εφαρμογής και στην προκείμενη περίπτωση, που η ύπαρξη σύμβασης αορίστου χρόνου αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και όχι με την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 διοικητική διαδικασία.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 20/2011, Ολ ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ ΑΠ 30/1998).

Από τις διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 16/2017, 7/2011, Ολ ΑΠ 654/1984).

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.

Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που εισάγει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (Ολ ΑΠ 3/2013, Ολ ΑΠ 32/2009, Ολ ΑΠ 19/2004).

Εξάλλου, από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 22 παρ. 1 εδάφ. β του ισχύοντος Συντάγματος - σε συνδυασμό με τα άρθρα 141 (πρώην 119) Συνθήκης ΕΟΚ και 288 ΑΚ - περί παροχής ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία - που αποτελεί ειδικότερη μορφή της με το άρθρο 4 παρ. 1, 2 του ίδιου Συντάγματος καθιερούμενης αρχής της ισότητας, δεν δεσμεύεται μόνο ο νομοθέτης.

Με την επιταγή αυτή θεσπίζεται συγχρόνως και κανόνας δημόσιας τάξης, με τον οποίο παρέχεται ευθέως στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη την αμοιβή που καταβάλλει ο τελευταίος οικειοθελώς σε άλλο μισθωτό του, που ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει υπό τις ίδιες συνθήκες την ίδια εργασία, εκτός αν η εξαίρεση από την αμοιβή είναι δίκαιη και εύλογη συνεπεία συνδρομής ειδικού και σοβαρού, κατ` αντικειμενική κρίση, λόγου, τον οποίο προτείνει και αποδεικνύει ο εργοδότης.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του ιδίου Συντάγματος, με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, συμπληρούμενοι από τις με ελεύθερες διαπραγματεύσεις συναπτόμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων αυτών, με τους κανόνες που θεσπίζονται από τη διαιτησία (άρθρο 22 παρ. 2), ενώ το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για την διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ακώλυτη άσκηση των συναφών προς αυτή δικαιωμάτων από κάθε προσβολή τους, μέσα στα όρια του νόμου (άρθρο 23 παρ. 1).

Με τις διατάξεις αυτές σκοπήθηκε η κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας των επαγγελματικών οργανώσεων, έτσι ώστε, κατά την άσκηση του αποκλειστικού προνομίου τους, να ρυθμίζουν τους όρους των μεταξύ των μελών τους συναπτόμενων συμβάσεων εργασίας, είτε με την κατάρτιση συλλογικής συμβάσεως εργασίας, είτε, σε περίπτωση αποτυχίας των σχετικών διαπραγματεύσεων, με την προσφυγή στη διαιτησία.

Οι όροι αυτοί, που ενσαρκώνουν την εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων, στην οποία στηρίζεται και από την οποία εξαρτάται η λειτουργία και βιωσιμότητα οποιασδήποτε οικονομικής ιδιωτικής ή δημόσιας επιχείρησης ή ιδρύματος ως εκ τούτου δε και η τύχη των μισθωτών τους: Α) Ούτε από τον κρατικό νομοθέτη μπορούν να θιγούν με οποιοδήποτε τρόπο, εκτός αν πρόκειται για γενικούς όρους εργασίας, δηλαδή για εκείνους που έχουν ως αντικείμενο τη γενική διάπλαση της σχέσεως εργασίας ή τη ρύθμιση θέματος που ενδιαφέρει τη γενική έννομη τάξη, γιατί αφορά το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, που αποτελεί και το κρίσιμο για την οριοθέτηση του χώρου λειτουργίας του κρατικού νομοθέτη (Ολ.

ΑΠ 626/1988), Β) Αλλά ούτε και σε μισθωτούς που δεν ήταν μέλη των οργανώσεων οι οποίες συμβλήθηκαν ή έλαβαν μέρος στη διαιτησία μπορούν να εφαρμοστούν, έστω και αν: α) οι τελευταίοι εργάζονται υπό τις ίδιες εν γένει συνθήκες συγκριτικώς με τους μισθωτούς για τους οποίους ισχύουν οι περιέχουσες ευνοϊκότερους όρους ΣΣΕ ή ΔΑ, β) οι δύο αυτές ομάδες μισθωτών απασχολούνται στον ίδιο ή διαφορετικό εργοδότη και γ) είναι ευνοϊκότεροι των όρων των ΣΣΕ ή ΔΑ που ισχύουν για αυτούς.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η από τον εργοδότη εφαρμογή της, για συγκεκριμένο μισθωτό, ισχύουσας ΣΣΕ ή ΔΑ είναι υποχρεωτική και συνεπώς η κατ' εφαρμογή τέτοιων ΣΣΕ ή ΔΑ καταβολή από αυτόν μεγαλύτερης αμοιβής σε μερικούς μισθωτούς του και μικρότερης σε άλλους εργαζόμενους, υπό τις ίδιες εν γένει συνθήκες με τους πρώτους, δεν είναι οικειοθελής παροχή, ώστε να ισχύει για εκείνους που λαμβάνουν τη μικρότερη αμοιβή η επιταγή του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

β του Συντάγματος, η οποία, καθώς και η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 αυτού, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, εφαρμόζεται μόνο για τον έλεγχο συγκεκριμένης ΣΣΕ ή ΔΑ, δηλαδή αν οι κανονιστικές διατάξεις της κάνουν δυσμενή διάκριση σε βάρος ορισμένης κατηγορίας προσώπων έναντι άλλης που καλύπτονται και οι δύο από την ίδια διάταξη, καίτοι επιβάλλεται ίση μεταχείριση αμφοτέρων των κατηγοριών αυτών, των οποίων ρυθμίζει τους όρους εργασίας (ΑΠ362/2019, 942/2015, 288/2003).

Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, ώστε να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C-197/15).

Η Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα πδ 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003, το πρώτο και 19.7.2004, το δεύτερο.

Η επιλογή των μέτρων που προβλέπονται από το πδ 164/2004 έγινε με γνώμονα την ιδιαιτερότητα του δημόσιου τομέα και τις συνταγματικές επιταγές για τη διαδικασία επιλογής του μόνιμου προσωπικού στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1.

Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του πδ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19.7.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10.7.2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.

α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.

α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Όπως ήδη εκτέθηκε τα μέτρα του πδ κρίθηκαν συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο (βλ. πλην της προαναφερθείσας ΔΕK C- 212/2004 και τις ΔΕΚ C - 378 έως C - 380/2007, Α. κ.λπ.). Ειδικότερα με την τελευταία ως άνω απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το πδ 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρεχόταν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επόμ., ιδίως σκέψη 146 της C - 378 έως C - 380/2007), περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα.

Η δε προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που αφενός μεν η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου οι προπαρατεθείσες εφαρμοστικές διατάξεις του πδ 164/2004, που σε συμφωνία με την συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (πρβλ.

ΔΕΚ C-212/2004 υπόθ. Α., C 378 - 380 υπόθ. Α. ε.α., ). Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω C -760/18 απόφαση). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 123, C-282/2019, σκέψη 123).

Όπως προεκτέθηκε, έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης. Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του πδ 164/2004, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις) α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του πδ 164/2004.

Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C -760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις (για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι με διάταξη νόμου συνεχόμενες παρατάσεις της ίδιας σύμβασης ορισμένου χρόνου εξομοιώνονται, ως προς το επίπεδο προστασίας του εργαζόμενου, με περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου) οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το πδ 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω πδ, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.

με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 παρ. 4 ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το πδ 164/2004. Το ζήτημα τίθεται επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημιώσεως στους απασχοληθέντες, αφετέρου, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 του ν. 4528/2018, ουσιαστικά αίρεται αναδρομικά η πειθαρχική και ποινική ευθύνη των εκπροσώπων των φορέων που τους απασχόλησαν με τον πιο πάνω τρόπο, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 πδ 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό.

Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε, κατ' αρχήν, να υποστηριχθεί ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας - πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (C., U. και C.), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ότι, ελλείψει των ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί, έκτοτε, τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν.

Όμως η ως άνω θέση εκκινεί από την άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου του 7 πδ 164/2004 στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών ρυθμίσεων του νόμου, οι οποίες της στερούν το χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας.

Τούτο επειδή η ακυρότητα της σύμβασης συνιστά, κατά τη γραμματική διατύπωση του νόμου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημιώσεως, λόγω της μη περαιτέρω ανανέωσης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Η άποψη αυτή είναι τελολογικώς εσφαλμένη, καθώς η πρόβλεψη στην ως άνω διάταξη για καταβολή αποζημίωσης - σε αντίθεση με την πρόβλεψη του καταλογισμού των σχετικών δαπανών στους υπευθύνους των φορέων που συνήψαν τις άκυρες συμβάσεις εργασίας, η οποία έχει αμιγώς αποτρεπτικό χαρακτήρα - συνιστά ταυτόχρονα και μέτρο προστασίας του εργαζομένου, που αν και απασχολούμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, λαμβάνει την αποζημίωση που θα λάμβανε στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (καταγγελία), εξάλλου, επιτρέπεται κατά το εσωτερικό μας δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου, συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου.

Με τον όρο "άκυρη σύμβαση" ο νομοθέτης επιθυμεί να στερήσει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που επαναλαμβάνεται παρανόμως, από τη δυνατότητα να μετατραπεί σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ταυτόχρονα να διασφαλίσει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης του μισθωτού, η σχέση εργασίας του οποίου διακόπτεται αιφνιδίως, ως εάν είχε καταγγελθεί, όχι όμως να θέσει την ακυρότητα της σύμβασης που διακόπτεται ως προϋπόθεση για την λήψη της αποζημίωσης, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η κατ' όνομα σύμβαση ορισμένου χρόνου υποκρύπτει σύμβαση αόριστης διάρκειας.

Η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. και την C-619/17, σκέψεις 94 και 95). Σημειώνεται δε ότι κατά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C -760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ - το οποίο επαναλαμβάνει ρητά τη θέση πως δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να κρίνουν κατά πόσον οι απαιτήσεις τις οποίες θέτει η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου πληρούνται από τις διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας (C-619/17, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 89) και ότι στα αιτούντα δικαστήρια απόκειται, εν προκειμένω, να εκτιμήσουν εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν κατάλληλο μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, αν απαιτείται, για την επιβολή κυρώσεων για την κατάχρηση αυτή (C-103/18, C-429/18, σκέψη 90)- η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 πδ 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο, ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.

Αλλά, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ, καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στο δημόσιο τομέα, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι συντρέχει η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της, που είναι η πρόθεσή του εργοδότη να καταστρατηγήσει την προστασία του μισθωτού, η οποία τού παρέχεται από τις διατάξεις για την σύμβαση αορίστου χρόνου.

Η καταστρατήγηση θεωρείται ότι τεκμαίρεται από το γεγονός και μόνο ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Το τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν αποκλειστεί αιτιολογημένα η εκδοχή ότι η νομοθετική επιταγή για την με νόμο παράταση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (όπως συνέβη με τις προμνησθείσες διατάξεις για το ειδικό καθεστώς των οποίων απεφάνθη το ΔΕΕ με την C-760/1918 απόφασή του) δεν εξυπηρετεί υφιστάμενες δημοσιονομικές ανάγκες.

Οι τελευταίες, εξάλλου, μπορεί να προκληθούν αιφνιδίως και από νομοθετήματα άσχετα με την δια νόμου παράταση υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως η διάταξη του άρθρου 63 ν. 4430/2016, η οποία θεσπίστηκε, κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του εν λόγω νόμου, λόγω "της ανορθολογικής λειτουργίας των κανόνων ανταγωνισμού", των "εκτεταμένων παθογενειών" και της "ενίσχυσης της εργατικής ανασφάλειας", κατά το σύστημα ανάθεσης των ...

καθαριότητας στο δημόσιο τομέα μέσω δημόσιων ανοιχτών διαγωνιστικών διαδικασιών, καθώς και της ανάγκης διασφάλισης του δημοσιονομικού οφέλους και η οποία οδήγησε σε παράταση των συμβάσεων των εργαζομένων στην καθαριότητα σε συγκεκριμένους φορείς του Δημοσίου, δημιουργώντας έκτακτες και απρόβλεπτες καταστάσεις (πρβλ.

ΟλΣτΕ 943/2020). Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι, υπό το πρίσμα της οδηγίας, κάμπτεται η αντίθεση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στις συνταγματικές επιταγές, η τελευταία δεν θα μπορούσε, άνευ ετέρου, να αναχθεί σε ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 του παραρτήματος της Οδηγίας, χωρίς την ταυτόχρονη διαπίστωση της πρόθεσης του εργοδότη (Δημοσίου) να καταστρατηγήσει την αυξημένη εργασιακή ασφάλεια που παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο από τη σύμβαση εργασίας αορίστου σε σχέση με της αντίστοιχης διάρκειας διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Επομένως, ούτε υπό την εκδοχή αυτή καταλείπεται πεδίο γενικής και άνευ όρων εφαρμογής της ως άνω διάταξης, ως υποκατάστατης ελλείποντος ισοδύναμου μέτρου. Αντιθέτως, ορατός είναι ο κίνδυνος η υιοθέτηση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 ως ισοδύναμου προς την Οδηγία 70/1999 μέτρου να οδηγήσει στην παράκαμψη της ειδικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8, καταλείποντας ευρύτατο περιθώριο μη ορθής εφαρμογής της και στο μέλλον, με προφανή βλάβη του σημαντικού δημόσιου σκοπού που υπηρετείται από τη διάταξη αυτή, πριν από τη θεσμοθέτηση της οποίας υπήρχαν πράγματι, στον τομέα αυτό, διαπιστωμένες κατ' επανάληψη παθογένειες.

Σποραδικές δε, πρόσκαιρες και μεμονωμένες, νομοθετικές ή μη επιλογές, που καταστρατηγούν τον ως άνω συνταγματικό κανόνα, δεν είναι ικανές για να χαρακτηρίσουν, στην κρίση του Έλληνα Δικαστή, τις ρυθμίσεις του πδ 164/2004 ως αναποτελεσματικά ισοδύναμα μέτρα της ρήτρας 5 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας (ΑΠ 104/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΟλΑΠ 7/2006).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 260/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη, από 8.7.2015, αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν αρχικά από τη δεύτερη εναγομένη και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ... ΑΕ" κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες το έτος 2009, με την ειδικότητα του επιμελητή - κλητήρα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός ...

ΑΕ" το έτος 1996 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ανέλαβαν καθήκοντα φύλακα των εγκαταστάσεων της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη. Ότι από την πρόσληψή τους και μέχρι τις 21.4.2008, που η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, απασχολούντο 12 έως 14 ημέρες το μήνα, εκ των οποίων 2 ημέρες ήταν Κυριακές ή αργία, εκ περιτροπής σε τρείς οκτάωρες βάρδιες, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.

Ότι η σύμβασή τους δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, για το λόγο ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους, αλλά παρά ταύτα η εναγομένη τους ενέταξε, βάσει του εσωτερικού κανονισμού της, στην κατηγορία του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού, προσλαμβάνοντάς τους με σύμβαση εργασίας διάρκειας του καθενός μιας ημέρας και για την εργασία τους αυτή αμείβονταν με το προβλεπόμενο από τις εκάστοτε ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργατοτεχνίτη, αρνούμενη να εφαρμόσει τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας της ...

ΑΕ", οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ της εναγομένης και του "Συλλόγου Υπαλλήλων ... ΑΕ". Ότι η σχέση που τους συνέδεε με την εναγομένη είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με τις συνεχείς ανανεώσεις των ημερήσιων συμβάσεων αορίστου χρόνου και την εργασία τους σύμφωνα με το πρόγραμμα που κατάρτιζε η εναγομένη κάθε μήνα, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης, οι συμβάσεις δε αυτές έγιναν προς καταστρατήγηση του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.

β του ν. 2112/1920, του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990, του π.δ. 164/2004, τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της Οδηγίας 97/81/ΕΚ, κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν μετά από παραίτηση της αγωγής τους ως προς την δεύτερη εναγόμενη, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το αναφερόμενο σε αυτή χρηματικό ποσό ήτοι λόγω εξομοιώσεως αναδρομικά με τους μονίμους υπαλλήλους, τις διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών αποδοχών τους και των αποδοχών που αντιστοιχούν στο τακτικό προσωπικό, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ...

ΑΕ", που αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.7.2014. Επικουρικά, για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας τους ήθελε κριθεί άκυρη, ζήτησαν να τους καταβληθούν τα παραπάνω κονδύλια με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1037/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσία κατά την κύρια βάση της επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά (κρίνοντας ότι αυτοί έλαβαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα όσα εδικαιούντο βάσει των οικείων ΣΣΕ, που θα εφαρμόζονταν σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990).

Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης, και σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: " Ότι η πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός ...

Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε" και ήδη αναιρεσείουσα, λειτουργεί, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ/τος 228/1999, χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 και του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν. Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι εργάστηκαν για λογαριασμό της ως ακολούθως και συγκεκριμένα: 1) η 1η αυτών, από τις 23.2.2005 έως τις 29.5.2009, έχοντας πραγματοποιήσει 688 ημερομίσθια με σύμβαση μίας ημέρας, 2) η 2η αυτών, από το Νοέμβριο του έτους 1978 έως τον Απρίλιο του έτους 1995 και από τις 18.7.2005 έως τις 24.2.2009, έχοντας πραγματοποιήσει 1.213 ημερομίσθια με σύμβαση μίας ημέρας, 3) η 3η αυτών, από τις 27.3.2007 έως τις 24.2.2009 έχοντας πραγματοποιήσει 297 ημερομίσθια με σύμβαση μίας ημέρας, 4) η 5η αυτών, από τις 2.11.2006 έως τις 28.5.2009, εργαζόμενη (ευκαιριακά) σε διάφορα έκτακτα συνεργεία, με σύμβαση εργασίας μίας ημέρας, 5) η 6η αυτών, από την 8.2.2004 έως την 8.9.2009, εργαζόμενη, επίσης, σε διάφορα έκτακτα συνεργεία με σύμβαση εργασίας μίας ημέρας, 6) η 7η αυτών, από τις 13.9.2007 έως τις 26.2.2009, έχοντας πραγματοποιήσει 222 ημερομίσθια με σύμβαση μίας ημέρας, 7) η 8η αυτών, από τις 30.1.2007 έως και την 8.9.2009, έχοντας πραγματοποιήσει 322 ημερομίσθια, με σύμβαση μίας ημέρας, 8) η 9η αυτών, από τις 29.1.2000 έως την 3.9.2008, σε διάφορα έκτακτα συνεργεία με σύμβαση μίας ημέρας, 9) ο 10ος αυτών, από τις 17.7.2007 έως τις 27.2.2009, έχοντας πραγματοποιήσει 243 ημερομίσθια με σύμβαση μιας ημέρας, 10) ο 11ος αυτών, από την 9.9.2003 έως τις 23.2.2009, έχοντας πραγματοποιήσει 853 ημερομίσθια με σύμβαση μίας ημέρας και 11) ο 12ος αυτών, από το Δεκέμβριο του έτους 1996 έως τις 24.2.2009, έχοντας πραγματοποιήσει 1.461 ημερομίσθια με σύμβαση μίας ημέρας (όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες:

α. υπ' αριθμ. πρωτ. ..., β. υπ' αριθμ. πρωτ. ..., γ. υπ' αριθμ.. πρωτ. ..., δ. υπ' αριθμ. πρωτ. 2, ε. υπ' αριθμ. πρωτ. 2, στ. υπ' αριθμ. πρωτ. ..., ζ. υπ' αριθμ. πρωτ. 2, η. υπ' αριθμ. πρωτ. ..., θ. υπ' αριθμ. Πρωτ. ..., ι. υπ' αριθμ. πρωτ. ... και κ. υπ' αριθμ. πρωτ. ... επικαλούμενες και προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της Προϊσταμένης Τμήματος Διοικητικής Υποστήριξης Προσωπικού της εναγόμενης εταιρείας).

Η εναγόμενη εταιρεία δεν αμφισβήτησε ειδικά το γεγονός ότι και η τέταρτη των εναγόντων απασχολήθηκε ευκαιριακά για λογαριασμό της, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίας ημέρας πριν από το έτος 2009. Το αντικείμενο της εργασίας των υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 αυτών (εναγόντων - εφεσίβλητων), που απασχολούνταν ως επιμελητές - κλητήρες, συνίστατο στη διακίνηση εγγράφων, αλληλογραφίας κ.λ.π.

στο επί μέρους τμήματα και υπηρεσιακές μονάδες της Διεύθυνσης Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της ως άνω εταιρείας, ενώ το αντικείμενο εργασίας των λοιπών, υπό στοιχεία 10, 11 και 12 αυτών, που απασχολούνταν με την ίδια ειδικότητα (ως κλητήρες, δηλαδή), χρησιμοποιώντας μεταφορικό μέσο, συνίστατο στη μεταφορά, παράδοση και παραλαβή εγγράφων, δεμάτων κ.λ.π.

με το παραπάνω μέσο, από και προς τις υπηρεσίες αυτής (εναγόμενης εταιρείας). Σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων (διάρκειας μίας ημέρας) οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι εργάζονταν επί τρεις (3) έως πέντε (5) ημέρες εβδομαδιαίως και επί μία (1) έως δύο (2) Κυριακές μηνιαίως, με ημερήσιο ωράριο διάρκειας 7,5 ωρών (από τις 7:30 π.μ.

έως τις 14:00 μ.μ,), ενίοτε δε καθ' υπέρβαση αυτού, αναλόγως των αναγκών της εναγόμενης. Όλοι, δηλαδή, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι πρόσφεραν τις παραπάνω υπηρεσίες τους με συνθήκες εργασίας που ήταν ίδιες, όπως και για το υπόλοιπο (τακτικό) προσωπικό της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας (π.χ. τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου, μισθοδοσία κ.λ.π.), δυνάμει, όμως, συμβάσεων που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας μίας ημέρα.

Όσον όμως, αφορά την καθορισθείσα ως άνω διάρκειά τους, η εναγόμενη - εκκαλούσα, είχε εντάξει αυτούς (ενάγοντες - εφεσίβλητους) στη δομή των ... όπου τους απασχολούσε κατά το παραπάνω διάστημα, ακριβώς για τις ανάγκες λειτουργίας αυτών (των ... της, δηλαδή) και όπου παράλληλα απασχολούσε, σε σταθερή, επίσης, βάση, (τακτικό) προσωπικό, που εργαζόταν κι αυτό στα συγκεκριμένα ως άνω αντικείμενα.

Ειδικότερα, οι εν λόγω διάδικοι (ενάγοντες - εφεσίβλητοι), καθ' όλα τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, ήταν επιφορτισμένοι με τα προαναφερόμενα καθήκοντα, με τα οποία καλύπτονταν μόνιμες οργανωτικές ανάγκες της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας. Ο μόνιμος χαρακτήρας των αναγκών που οι συγκεκριμένοι διάδικοι (ενάγοντες - εφεσίβλητοι) κάλυπταν, προκύπτει άλλωστε και από τις ίδιες τις διαρκείς ανανεώσεις των σχετικών συμβάσεών τους.

Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι με τις κατά τα ανωτέρω προσλήψεις τους αυτοί κλήθηκαν να καλύψουν έκτακτες ανάγκες της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας (π.χ. αναπλήρωση προσωπικού που απουσίαζε από την εργασία του, παροδικό φόρτο εργασίας στα ανωτέρω αντικείμενα), που να επέβαλαν την πρόσκαιρη πρόσληψή τους και την εν συνεχεία αυτοδίκαιη αποχώρησή τους.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι, η ορισμένη διάρκεια καθεμίας από τις μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες ως άνω συμβάσεις δεν συμβιβάζεται με τη φύση των αναγκών που οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι κάλυπταν, καθόσον τόσο οι τομείς στους οποίους οι τελευταίοι απασχολήθηκαν, όσο και η παροχή των προαναφερόμενων ...

τους δεν σχετίζονταν με την εκτέλεση συγκεκριμένων, χρονικώς προσδιορισμένων εργασιών των αντίστοιχων τμημάτων της εναγόμενης - εκκαλούσας, ούτε συνδέεται με συγκεκριμένες έκτακτες ανάγκες της λειτουργίας των ανωτέρω ... αυτής, τις οποίες οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι να κλήθηκαν να διεκπεραιώσουν με την πρόσληψή τους, έτσι ώστε μετά το τέλος αυτών (εργασιών) να έληγε αυτοδικαίως η σύμβασή τους, όπως τυπικά προβλεπόταν.

Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πρόσληψη των εναγόντων - εφεσιβλήτων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας μίας ημέρας, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, ήταν σε κάθε περίπτωση αδικαιολόγητη, δεδομένης της διαρκούς μερικής απασχόλησης των συγκεκριμένων διαδίκων, με τις μεταγενέστερες των αρχικών, διαδοχικώς καταρτισθείσες τέτοιες συμβάσεις εργασίας, οι οποίες στόχευαν στην κάλυψη των ανωτέρω μόνιμων αναγκών της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας.

Από τα προαναφερθέντα καθίσταται σαφές ότι, παρ' ότι αυτές (παραπάνω συμβάσεις) χαρακτηρίζονταν ως ορισμένου χρόνου, διάρκειας μίας ημέρας και τυπικά αφορούσαν σε ευκαιριακή, μόνον, απασχόληση των εν λόγω διαδίκων (εναγόντων - εφεσίβλητων), εντούτοις, η εν τοις πράγμασι εφαρμογή και εκπλήρωσή τους είχε να κάνει με την παροχή συγκεκριμένης εργασίας από πλευράς των εναγόντων - εφεσίβλητων, διαρκούς προοπτικής, αφού η προσδιορισθείσα εκάστοτε ως άνω διάρκεια τους δεν δικαιολογούνταν από τη φύση ή το είδος και το σκοπό της εργασίας που καθένας αυτών παρείχε, αλλά ούτε και από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τα ανωτέρω και ιδίως λόγω των λειτουργικών αναγκών της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας, προκύπτει ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης. Με βάση δε τα προαναφερθέντα η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, τόσο βάσει των αρχικών, όσο και κατόπιν των διαδοχικώς καταρτισθεισών αυτών ως άνω συμβάσεων, του παραπάνω χρονικού διαστήματος, ήταν εξ αρχής αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, ο οποίος αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, χωρίς το δικαστήριο να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που της δίνουν ό νόμος ή οι δικαιοπρακτούντες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και δεν συνιστά απαγορευμένη από το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος μετατροπή της σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, καθώς η εν λόγω Συνταγματική απαγόρευση, με βάση τη σαφή γραμματική διατύπωσή της, αφορά μόνο στις συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πρόσκαιρες, απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, και όχι εκείνες που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, σύμφωνα με την ίδια νομική σκέψη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.

Κι αυτό γιατί, αφ' ενός, όπως προαναφέρεται οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης -εκκαλούσας εταιρείας, αφ' ετέρου, η κατάτμηση των εργασιακών τους σχέσεων, σε ορισμένου χρόνου συμβάσεις διάρκειας μίας ημέρας, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της παρεχόμενης από πλευράς των πρώτων εργασίας ή από τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας των παραπάνω ..., δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες ανάγκες της τελευταίας (εναγόμενης - εκκαλούσας), δεν έπαυαν μετά την τυπική λήξη των κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενων συμβάσεων εργασίας ως ορισμένου χρόνου (μίας ημέρας), αλλά ο χαρακτηρισμός αυτός επιβλήθηκε ώστε να διατηρείται η δυνατότητα καταγγελίας των ενεργών, εν τοις πράγμασι υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, με καταστρατήγησα των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που διέπουν τις συμβάσεις αυτές (εργασίας αορίστου χρόνου).

Τούτο δε, επειδή η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, που αποτελεί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά την έννοια της ρήτρας 5 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 28.6.1999 "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", για την πρόληψη των καταχρήσεων από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα εφαρμόζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή κατ' επίφαση έργου ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν και έπειτα από την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004, δηλαδή από τις 19.7.2004 και μετά, διάστημα που συνήφθησαν οι περισσότερες από τις προαναφερόμενες αρχικές συμβάσεις (μίας ημέρας), εφόσον το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 κατισχύει έναντι των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004:

α) ως κανόνας δικαίου με ανώτερη τυπική ισχύ από το εν λόγω π.δ. και β) βάσει ρητής πρόβλεψης του άρθρου 10 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, ότι το διάταγμα αυτό δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους εν γένει, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Σημειώνεται ότι όποιος ζητάει την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης μπορεί να ακολουθήσει, είτε τη δικαστική διαδικασία είτε τη διοικητική διαδικασία.

Η παράλειψη προσφυγής κατά την διοικητική διαδικασία του π.δ/τος 164/2004 δεν στερεί σ' αυτόν το δικαίωμα να προσφύγει στη δικαστική προστασία, ούτε και συνεπάγεται ότι με τη δικαστική αναγνώριση παρέχεται σ' αυτόν λιγότερη έννομη προστασία για την διεκδίκηση μισθολογικών αξιώσεων. Το έτος 2004 συστάθηκε η αρχικώς δεύτερη εναγόμενη και εν προκειμένω μη διάδικος, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." (ΦΕΚ τΑΕ και ΕΠΕ ...) που είναι θυγατρική της (πρώτης και εδώ) εναγόμενης, η οποία κατέχει το σύνολο των μετοχών της, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή πλήρους φάσματος υποστηρικτικών ... για τις επιχειρησιακές λειτουργίες και ανάγκες της τελευταίας (εναγόμενης εταιρείας), την ενίσχυση και υποστήριξη του δικτύου πωλήσεων, την διοργάνωση δραστηριοτήτων αθλητικού και πολιτιστικού περιεχομένου, την διανομή υλικού, τη διαχείριση εγκαταστάσεων και τεχνικών έργων.

Σημαντικό έργο της θυγατρικής ως άνω εταιρείας της εναγόμενης είναι και η διαμόρφωση της ενιαίας εταιρικής εικόνας των σημείων πώλησης / πρακτορείων. Και οι δύο εταιρείες, όμως, έχουν κοινή έδρα και χρησιμοποιούν κοινές εγκαταστάσεις ενώ η ανωτέρω θυγατρική συστάθηκε μόνο προς εξυπηρέτηση της εναγόμενης, καθώς το αντικείμενο της δραστηριότητάς της συνίσταται αποκλειστικά στην παροχή ...

προς την τελευταία (και μητρική εταιρεία), από την οποία παράλληλα χρηματοδοτείται. Και ναι μεν η συσταθείσα κατά τα ανωτέρω θυγατρική εταιρεία αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, πλην όμως αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν έχει αυτοτελή επιχειρηματική δραστηριότητα και αντικείμενο, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυθύπαρκτη εταιρεία.

Αντιθέτως, η μητρική εταιρεία (εναγόμενη) έχει την εξουσία να κατευθύνει τις χρηματοοικονομικές και λειτουργικές αρχές διαχείρισης της ως άνω θυγατρικής, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, με σκοπό την κατ' αυτόν τον τρόπο προσπόριση οφέλους για την ίδια. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγόμενης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, συγχρόνως, και της προαναφερόμενης θυγατρικής (της εναγόμενης) εταιρείας και δικαιούνταν να εκπροσωπεί αμφότερες τις εταιρείες.

Στις 22.6.2009, δυνάμει της σχετικώς καταρτισθείσας μεταξύ αυτών, της (μητρικής) εναγόμενης και της θυγατρικής, ως άνω, εταιρείας, από ίδιας ημερομηνίας έγγραφης σύμβασης, η τελευταία ανέλαβε έναντι της πρώτης την παροχή ... υποστήριξης και παρακολούθησης του δικτύου πρακτορείων ..., την παροχή ... παραγωγής, προμήθειας, αποθήκευσης και διανομής αναλώσιμων, εντύπων και προωθητικού υλικού προς όλα τα πρακτορεία, υποστήριξης στους παίκτες (πελάτες) και στους πράκτορες, την ευθύνη ...

φύλαξης, καθαριότητας, συντήρησης και τεχνικής υποστήριξης του μηχανολογικού εξοπλισμού και των κτιριακών εγκαταστάσεων, την ευθύνη παρακολούθησης της συντήρησης του εξοπλισμού των πρακτορείων, την παροχή ... γραμματειακής υποστήριξης καθώς και την παροχή τεχνικών συμβουλευτικών ... (άρθρο 1° της οικείας σύμβασης).

Αντικείμενο της αμέσως προηγούμενης σύμβασης αναφορικά με την παροχή ... από την ... Α.Ε. προς την ... ... Α.Ε. αποτέλεσε, μεταξύ άλλων και η παροχή προσωπικού με αντίστοιχη εμπειρία (άρθρο - 2° αυτής, παρ. 2.6). Στα πλαίσια της αναληφθείσας σχετικώς υποχρέωσης, η εναγόμενη εταιρεία, μέσω τριμερών συμβάσεων δανεισμού, που αυτή συνήψε με τους δανειζόμενους εργαζομένους της και την θυγατρική της ως άνω εταιρεία, διέθεσε τμήμα του τακτικού προσωπικού της στην τελευταία, η οποία, κατ' αυτόν τον τρόπο στελεχώθηκε, όσον αφορά τις θέσεις ευθύνης, αποκλειστικά με τακτικό προσωπικό της επιλογής της (εναγόμενης).

Ακόμη όμως και πριν την κατάρτιση της προηγουμένως αναφερόμενης σύμβασης (από 22.6.2009, δηλαδή), η εναγόμενη με τριμερείς συμβάσεις δανεισμού προέβαινε στον δανεισμό προσωπικού των οργανικών μονάδων της προς την παραπάνω θυγατρική της, όπως προκύπτει και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από 28.1.2009 και από 18.2.2009 συμβάσεις δανεισμού μισθωτών μεταξύ της πρώτης (εναγόμενης), της τελευταίας και των δανειζόμενων βάσει αυτών μισθωτών αυτής (εναγόμενης).

Όπως μάλιστα προκύπτει από τον πίνακα της Οργανωτικής Δομής της ... ... Α.Ε., τον οποίο οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους και ο οποίος (πίνακας) παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, η πλειοψηφία των θέσεων ευθύνης αυτής καλύφθηκαν από δανειζόμενους υπαλλήλους της εναγόμενης εταιρείας...

Το ίδιο έτος (2009) οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι κατήρτισαν με την δεύτερη εναγόμενη τις ακόλουθες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Συγκεκριμένα: 1) η 1η αυτών (εναγόντων - εφεσίβλητων), δυνάμει της από 21.5.2009 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ανέλαβε βάσει αυτής την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της στην τελευταία ως επιμελητής γενικών καθηκόντων, με ημερομηνία έναρξης την 1.6.2009, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μικτού μισθού, ύψους 1.015 ευρώ, 2) η 2η αυτών δυνάμει αρχικώς της από 21.5.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από την 1.6.2009 έως 31.5.2013, προσλήφθηκε ως επιμελητής γενικών καθηκόντων, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού, ύψους 1.069 ευρώ, ενώ στη συνέχεια, η ως άνω σύμβαση τροποποιήθηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την από 30.5.2013 σχετική νεότερη έγγραφη σύμβαση, 3) η 3η αυτών δυνάμει της από 11.6.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της ως επιμελητής γενικών καθηκόντων, με ημερομηνία έναρξης τις 15.6.2009, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού ύψους 935 ευρώ, 4) η 4η αυτών απασχολήθηκε με σύμβαση αορίστου χρόνου από την 1.6.2009 μέχρι και τις 31.7.2014 και σταμάτησε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην (θυγατρική) εταιρεία την 1.8.2014, 5) η 5η αυτών δυνάμει αρχικώς της από 21.5.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από την 1.6.2009 μέχρι τις 31.5.2013, - ανέλαβε την υποχρέωση να εργαστεί για λογαριασμό της ως επιμελητής γενικών καθηκόντων, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού ύψους 978 ευρώ, ενώ στη συνέχεια η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε με την από 30.5.2013 έγγραφη τροποποίησή της σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, 6) η 6η αυτών δυνάμει της από 1.9.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της ως επιμελητής γενικών καθηκόντων, με ημερομηνία έναρξης την 9.9.2009 έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού ύψους 1.102 ευρώ, 7) η 7η αυτών δυνάμει της από 11.6.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της ως επιμελητής γενικών καθηκόντων, με ημερομηνία έναρξης τις 15.6.2009, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού ύψους 978 ευρώ, 8) η 8η αυτών δυνάμει της από 1.9.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της ως επιμελητής, γενικών καθηκόντων με ημερομηνία έναρξης την 9.9.2009, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού ύψους 1.061 ευρώ, 9) η 9η αυτών δυνάμει της από 21.5.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της ως επιμελητής γενικών καθηκόντων με ημερομηνία έναρξης την 1.6.2009, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού ύψους 1.020 ευρώ, 10) ο 10ος αυτών δυνάμει της από 21.5.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία του ως επιμελητής γενικών καθηκόντων με ημερομηνία έναρξης την 1.6.2009, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού, ύψους 1.063 ευρώ, 11) ο 11ος αυτών δυνάμει της από 21.5.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία του ως επιμελητής γενικών καθηκόντων με ημερομηνία έναρξης την 1.6.2009, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού ύψους 971 ευρώ και 12) ο 12ος αυτών δυνάμει της από 21.5.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία του ως επιμελητής γενικών καθηκόντων με ημερομηνία έναρξης την 1.6.2009, έναντι συμφωνηθέντος μικτού μηνιαίου μισθού, ύψους 1.070 ευρώ (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από τις παραπάνω αναφερόμενες, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες έγγραφες συμβάσεις καθώς και την υπ' αριθμ.

πρωτ. ... βεβαίωση της Προϊστάμενης Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της ... ... Α.Ε.). Από το περιεχόμενο των πανομοιότυπων, κατά τα λοιπά, ως προς τους όρους εργασίας, ως άνω συμβάσεων, προκύπτει ότι σε εκτέλεση αυτών οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι θα εργάζονταν με ημερήσιο οκτάωρο και εβδομαδιαίο ωράριο σαράντα (40) ωρών, επί πενθήμερο, στα γραφεία της εταιρείας στην έδρα ή τα υποκαταστήματα της ή όπου αλλού κρινόταν αναγκαίο από τη Διοίκηση της εταιρείας.

Παράλληλα, προβλεπόταν ότι οι συγκεκριμένοι διάδικοι (ενάγοντες - εφεσίβλητοι) δικαιούνταν επιπλέον αμοιβής για τυχόν πρόσθετη, υπερωριακή, εργασία τις Κυριακές και λοιπές αργίες ή νυχτερινή εργασία. Το αντικείμενο, όμως, της εργασίας των εναγόντων - εφεσίβλητων, μετά την υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων με την θυγατρική εταιρεία της εναγόμενης, παρέμεινε αμετάβλητο, αφού αυτοί εξακολούθησαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τα ίδια, όπως και προηγουμένως, καθήκοντα, χωρίς, επίσης να αλλάξει ο τόπος της εργασίας τους, στις εγκαταστάσεις, δηλαδή, της εναγόμενης επί της ....

Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι μετά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων, το έτος 2009, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι απασχολήθηκαν με καθήκοντα που άπτονταν αποκλειστικά της δραστηριότητας της θυγατρικής της εναγόμενης, ως άνω εταιρείας, καθώς τέτοια, κατά τα παραπάνω, δεν υπήρχε. Αντιθέτως, οι εν λόγω διάδικοι (ενάγοντες - εφεσίβλητοι) κατά την παροχή των ως άνω ...

τους, τελούσαν, όπως και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα (μέχρι το έτος 2009, δηλαδή), υπό τις οδηγίες και εντολές των στελεχών της εναγόμενης εταιρείας που αποφάσιζε κυριαρχικά για την σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα, ασκώντας ουσιαστικά το διευθυντικό δικαίωμα, αφού η ίδια εξακολούθησε και μετά το έτος 2009 να καθορίζει το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας τους όπως και τις εν γένει συνθήκες παροχής της και ήταν αυτή που τελικά αποκόμιζε το όφελος αυτής (της εργασίας που οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρείχαν), χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η θυγατρική αυτής (εναγόμενης) ήταν τυπικά συμβαλλόμενη στις αμέσως προηγούμενες έγγραφες συμβάσεις εργασίας ή το γεγονός ότι η τελευταία τους κατέβαλλε τις μηνιαίες αποδοχές τους.

Η κατάρτιση, επομένως, των ανωτέρω συμβάσεων (του έτους 2009), ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, που, κατά την πραγματική βούληση των συμβληθέντων, ήταν η εναγόμενη εταιρεία.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι μέχρι το έτος 2009, οπότε καταρτίστηκαν οι προαναφερόμενες έγγραφες συμβάσεις τους, συνδέονταν με την εναγόμενη με συμβάσεις που στην πραγματικότητα είχαν τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, οι οποίες έκτοτε (από το έτος 2009, δηλαδή) και σύμφωνα με τα παραπάνω, κατέστησαν αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, ενέπιπταν και αυτοί στο πεδίο εφαρμογής των προπαρατεθεισών Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων.

Εφόσον δε παράλληλα οι συγκεκριμένοι διάδικοι (ενάγοντες - εφεσίβλητοι) διέθεταν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, απασχολούνταν με τα ίδια καθήκοντα και παρείχαν γενικά τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους, κατά τα λοιπά, όρους και συνθήκες, υπό τις οποίους εργάζονταν και οι συνάδελφοί τους, οι οποίοι ανήκαν στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης εταιρείας.

Το γεγονός ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι διαφοροποιούνταν συγκριτικά με τους τελευταίους, όσον αφορά την μισθολογική τους μεταχείριση, αμειβόμενοι με τις μειωμένες σε σχέση με τα προβλεπόμενα στις ισχύσασες ως άνω Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ως άνω αποδοχές και εξαιρούμενοι, έτσι, από την εφαρμογή των μισθολογικών όρων των τελευταίων, συνιστά αδικαιολόγητη και δυσμενή μεταχείριση από πλευράς της εναγόμενης σε βάρος τους, αντικείμενη στην αρχή της ισότητας.

Όσον αφορά την τελευταία από τις προαναφερόμενες Επιχειρησιακές Συμβάσεις [από 17.5.2011 (Π.Κ. 65/2011)], αυτή ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 36, τριετούς διάρκειας, δηλαδή από την 1.1.2011 έως και τις 31.12.2013, με ημερομηνία εφαρμογής των τροποποιημένων όρων της από 1.6.2011. Έτσι, η σύμβαση αυτή, η οποία κατά την 14.2.2012 βρισκόταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, έληξε με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της.

Αυτή δε, εξακολούθησε να ισχύει ως προς τους κανονιστικούς της όρους, πλασματικά, για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, μέχρι, δηλαδή τις 31.3.2014, ενώ έκτοτε δεν επακολούθησε άλλη (Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας). Παρ' ότι, όμως, σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο, η εναγόμενη δεν δεσμευόταν πλέον οπό το νόμο ή τη σύμβαση, εντούτοις δεν προέκυψε ότι η εν λόγω διάδικος - που περιορίστηκε στην αναφορά της λήξης της παραπάνω Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας - είτε κατόπιν συμφωνίας με το τακτικό προσωπικό της, είτε με μονομερή ενέργεια της, προσάρμοσε πράγματι τους καταβληθέντες σ' αυτό (προσωπικό της) μισθούς του υπόλοιπου επίδικου χρονικού διαστήματος, στους οριζόμενους, ως άνω, όρους (διατηρώντας, δηλαδή, για το υπόλοιπο του επίδικου χρονικού διαστήματος μόνο το βασικό μισθό και τα προσδιοριζόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας τέσσερα (4) επιδόματα).

Ενόψει δε του ότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε τα ποσά των κατά τα παραπάνω καταβλητέων στο υπόλοιπο προσωπικό της αποδοχών του συνολικού επίδικου χρονικού διαστήματος, η συγκεκριμένη διάδικος εξακολουθεί να οφείλει στους ενάγοντες - εφεσίβλητους για το χρονικά διάστημα από την 1.1.2011, μέχρι τις 31.7.2014 - οπότε αυτοί αποχώρησαν από την υπηρεσία της συμμετέχοντας σε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου πλην της υπό στοιχείο 9 αυτών (εναγόντων - εφεσίβλητων), της οποίας η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε την 7.5.2012 (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από ίδιας ημερομηνίας έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της) - τις προκύπτουσες διαφορές μεταξύ των κατά τα ανωτέρω ληπτέων και των μειωμένων αποδοχών που αυτή συνέχισε να καταβάλει κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα στους τελευταίους.

Βάσει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι στους ενάγοντες - εφεσίβλητους εξακολουθούσαν να οφείλονται συνολικά τα ακόλουθα ποσά και συγκεκριμένο: (1) 103.149,36 ευρώ στην 1η αυτών, (2) 127.586,29 ευρώ στον 2° αυτών, (3) 86.682,33 ευρώ στην 3η αυτών, (4) 120.558,83 ευρώ στην 4η αυτών, (5) 117.041,29 ευρώ στην 5η αυτών, (6) 86.892,84 ευρώ στην 6η αυτών, (7) 102.661,75 ευρώ στην 7η αυτών, (8) 104.175,38 ευρώ στην 8η αυτών, (9) 51.472,10 ευρώ στην 9η αυτών, (10) 99.817,46 ευρώ στον 10° αυτών, (11) 56.877,97 ευρώ στον 11° αυτών και (12) 59.132,18 ευρώ στον 12° αυτών, χωρίς το οικείο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης να πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των πρώτου, δεύτερου, τρίτου λόγων, του σκέλους του τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης, με το οποίο επαναφέρεται ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της καθώς και του πέμπτου λόγου της ένδικης έφεσης.

Ότι από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι στη συνέχεια η εταιρεία με την επωνυμία ".... ... Α.Ε." με την από 20.6.2014 εγκύκλιο ανακοίνωσε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου προσωπικού διάρκειας μέχρι τις 15.7.2014, σύμφωνα με τους σχετικούς όρους του οποίου, το σύνολο των χρηματικών ποσών που θα ελάμβαναν οι δικαιούχοι εργαζόμενοι συμμετέχοντας περιελάμβανε α) νόμιμη αποζημίωση και κίνητρο αποχώρησης βάσει ηλικίας, επιπρόσθετο της νόμιμης αποζημίωσης, υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα καθορισθέντα στον περιληφθέντα στην σχετική εγκύκλιο πίνακα σε περίπτωση που ο εργαζόμενος υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στο πρόγραμμα με τους καθοριζόμενους στην οικεία ανακοίνωση όρους και προϋποθέσεις και η αίτησή του γινόταν δεκτή από την παραπάνω εταιρεία, τότε θα θεωρούνταν ότι ο εργαζόμενος και η εταιρεία από κοινού συμφώνησαν στη λύση της μεταξύ τους σύμβασης, με ανάλογο έγγραφο που θα κοινοποιούνταν στον ΟΑΕΔ.

Ακολούθως, οι υπόλοιποι, πλην της υπό στοιχείο 9, των εναγόντων - εφεσίβλητων, που υπέβαλαν αιτήσεις συμμετοχής στο αμέσως προηγούμενο πρόγραμμα, υπέγραψαν τις από 31.7.2014 ομοίου περιεχομένου δηλώσεις - αποδείξεις, οι οποίες απευθύνονταν προς την εταιρεία "... ... Α.Ε." και βάσει των οποίων οι τελευταίοι, μεταξύ των άλλων, δήλωσαν ότι τα επί μέρους ποσά που αναλογούσαν σε καθένα τους, σύμφωνα με το Π.Ε.Ε. (ύψους 26.407,50 ευρώ όσον αφορά την 1η των εναγόντων - εφεσίβλητων, 41.802 ευρώ όσον αφορά την 2η αυτών, 27.618 ευρώ όσον αφορά την 3η αυτών, 29.618 ευρώ όσον αφορά την 4η αυτών, 30.774 ευρώ όσον αφορά την 5η αυτών, 34.170,50 ευρώ όσον αφορά την 6η αυτών, 24.808,17 ευρώ όσον αφορά την 7η αυτών, 31.901 ευρώ όσον αφορά την 8η αυτών, 30.258,06 ευρώ όσον αφορά τον 10° αυτών, 28.044,56 ευρώ όσον αφορά τον 11° αυτών και 40.444,06 ευρώ όσον αφορά τον 12° αυτών) τα εισέπρατταν σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε αξίωσής τους, απορρέουσας από την μεταξύ αυτών και της προαναφερόμενης εταιρείας εργασιακή σχέση και επ' ευκαιρία της λύσης αυτής, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχαν καμία μισθολογική απαίτηση κατά της ίδιας της εταιρείας ή και κάθε συγγενούς (μητρικής ή θυγατρικής) ή άλλης οποιοσδήποτε εταιρείας του ομίλου οι ανωτέρω ενάγοντες - εφεσίβλητοι δήλωσαν συγχρόνως ότι, σε κάθε περίπτωση, εάν εγείρονταν απαιτήσεις κατά των παραπάνω εταιρειών, που να προέκυπταν από την εργασιακή τους σύμβαση ή τη λύση της ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, τότε, το σύνολο των παροχών του προγράμματος εθελούσιας εξόδου θα θεωρούνταν ότι εξοφλούσε πλήρως οποιαδήποτε τέτοια αξίωσή τους, επιπλέον δε ότι η ανωτέρω εταιρεία ή άλλη από τις προαναφερθείσες (εταιρείες), δικαιούνταν να το αντιτάξει σε συμψηφισμό.

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 παρ. 1 α.ν. 547/1937, 3 α.ν. 1843/1939, 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 και 14 α.ν. 551/1914, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και, συνεπώς, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα να λάβει τα, κατά το νόμο ελάχιστα όρια των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματά του, τα οποία απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως, πλην του μισθού, το δικαίωμα απολήψεως επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, ανεξαρτήτως αν η οικεία αξίωση έχει ή δεν έχει ακόμη γεννηθεί, οπότε, στην πρώτη περίπτωση, η παραίτηση έχει το χαρακτήρα αφέσεως χρέους κατά την έννοια του άρθρου 454 ΑΚ .

Στα πλαίσια της δίκης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εναγόμενη εταιρεία είχε υποστηρίξει ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι στους ενάγοντες εξακολουθούσε να οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, οι τελευταίοι έχουν ήδη εξοφληθεί, παραπέμποντας στην σχετική αναφορά των εν λόγω διαδίκων στην από 31.7.2014 δήλωσή τους, όπου αυτοί επιβεβαίωσαν ότι δεν διατηρούσαν καμία μισθολογική αξίωση για οποιασδήποτε φύσεως αποδοχές.

Επικουρικά, ανακαλώντας η εν λόγω διάδικος τις παροχές που τους χορηγήθηκαν στα πλαίσια του προγράμματος εθελούσιας εξόδου, πρότεινε να συμψηφιστούν τα ποσά που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες - εφεσίβλητους εκουσίως στις 31.7.2014, καθώς, όπως η εναγόμενη εταιρεία επισήμανε, οι τελευταίοι συμφώνησαν τότε ρητά ότι σε περίπτωση που οι ίδιοι προέβαλαν οποιαδήποτε αξίωση στο μέλλον, η καταβληθείσα οικειοθελώς (σε καθένα τους) παροχή θα θεωρούνταν ανακληθείσα και οι σχετικές αξιώσεις τους θα συμψηφίζονταν με την παροχή αυτή.

Επιβοηθητικώς, η εναγόμενη εταιρεία προέβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης των ασκούμενων με την αγωγή αξιώσεων, την οποία επιχείρησε να θεμελιώσει στο γεγονός ότι, ενώ οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι συμφώνησαν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, με τους προπαρατεθέντες όρους, στη συνέχεια με την πιο πάνω αγωγή τους προέβαλαν για πρώτη φορά αξιώσεις για πρόσθετες παροχές, για τις οποίες αυτοί ουδέποτε κατά το παρελθόν διαμαρτυρήθηκαν αλλά ούτε και διεκδίκησαν, δημιουργώντας της έτσι την εύλογη πεποίθηση, κυρίως δε λόγω της συμμετοχής τους στο προαναφερόμενο πρόγραμμα (εθελούσιας εξόδου), ότι δεν θα ασκήσουν το σχετικό δικαίωμά τους και δηλώνοντας, αντιθέτως, κατά τα παραπάνω, ότι δεν διατηρούσαν καμία αξίωση.

Οι ως άνω ισχυρισμοί, που, όπως εκτιμάται, επαναφέρονται με τα υπόλοιπα σκέλη του τέταρτου λόγου καθώς και με τον έκτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κι αυτό, γιατί, η μεταξύ της τυπικά αντισυμβαλλόμενης ("... ... Α.Ε.") και των παραπάνω εναγόντων - εφεσίβλητων συμφωνία, ότι τα ποσά που θα καταβάλλονταν στους τελευταίους, ως νόμιμη αποζημίωση και κίνητρο, κατά την αποχώρησή τους, θα λογίζονταν ως ολοσχερής εξόφληση κάθε αξίωσης των εν λόγω διαδίκων, δεν εμπίπτει στην έννοια της κατ' άρθρο 416 ΑΚ καταβολής, αλλά έχει τον χαρακτήρα της παραίτησης αυτών από τις παραπάνω αναγνωριζόμενες από διατάξεις δημόσιας τάξης αξιώσεις τους, η οποία, όμως, είναι, βάσει των εκτεθέντων, άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.

Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό περί συμψηφισμού, η ίδια, ως άνω, συμφωνία, βάσει της οποίας, ενδεχόμενες άλλες απαιτήσεις των εναγόντων - εφεσίβλητων, από τις εργασιακές τους συμβάσεις ή από τη λύση αυτών, θα εξοφλούνταν από το σύνολο των ως άνω παροχών του προγράμματος εθελούσιας εξόδου, το οποίο η εναγόμενη αντέταξε σε συμψηφισμό, ενέχει σιωπηρή συνομολόγηση διαλυτικής αίρεσης (άρθρο 202 ΑΚ), έτσι ώστε ο επιχειρούμενος καταλογισμός των τελευταίων να αποβαίνει αντιφατικός κατ' άρθρο 208 του ΑΚ και για το λόγο αυτό να θεωρείται ως μη γενόμενος (άρθρο 180 του ΑΚ), αφού στην περίπτωση αυτή θα ανατρέπονταν στην ουσία αναδρομικώς οι συμφωνηθείσες στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος προϋποθέσεις για τη λύση των συμβάσεων εργασίας των προαναφερόμενων - εναγόντων - εφεσίβλητων.

Ο ίδιος ισχυρισμός κατά το σκέλος του που η εναγόμενη εταιρεία επιχείρησε να θεμελιώσει κατά τα ανωτέρω την από το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, εκτός του ότι η παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει την αξίωσή του, κι αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθήσασα άσκησή της καταχρηστική, ιδίως στην περίπτωση αξιώσεων του μισθωτού για την καταβολή των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών του, από τις οποίες δεν επιτρέπεται κατά νόμο παραίτηση, όπως εν προκειμένω των μισθωτών για την καταβολή των νόμιμων αποδοχών τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς στο σύνολό τους, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε, απορριπτομένων, ως εκ τούτου, αντίστοιχα, των τέταρτου (κατά τα υπόλοιπα σκέλη του) και έκτου λόγων της κρινόμενης έφεσης.

Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 659/2022 απόφασή του, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσία την από 30.10.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του Α) ότι η κατάρτιση των συμβάσεων του έτους 2009 ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, που κατά την πραγματική βούληση των συμβληθέντων ήταν η αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία - μητρική - εταιρεία έχει την εξουσία να κατευθύνει τις χρηματοοικονομικές και λειτουργικές αρχές διαχείρισης της θυγατρικής και όχι η μη διάδικος εταιρεία με την επωνυμία "... ...

ΑΕ", καθ' όσον η θυγατρική εταιρεία αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, πλην όμως δεν έχει αυτοτελή επιχειρηματική δραστηριότητα και αντικείμενο, ώστε να θεωρηθεί ως αυθύπαρκτη εταιρεία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 138,180, 281, 214 και 70 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Β) ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδεόμενοι με την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 22.6.2009, καθώς και πριν, καθ' όσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής- αναιρεσείουσας, παρ' ότι δεν είχε την ευχέρεια να συνάψει με αυτούς σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, και ότι δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι τις διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.7.2014 μεταξύ των αποδοχών που έλαβαν σύμφωνα με το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και των υπέρτερων που θα ελάμβαναν, σύμφωνα με όσα προβλέπονταν από τις αντίστοιχες Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, εξομοιούμενοι αναδρομικά με τους μόνιμους υπαλλήλους της αναιρεσείουσας και που αντιστοιχούν στις θέσεις αυτές με βάση τις ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ...

ΑΕ", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648,669 ΑΚ, 8 παρ.3 Ν.2112/1920, τις διατάξεις των άρθρων 102 και 103 του Συντάγματος, 5 παρ.4, 6παρ.2 και 7παρ.1και 2 του ΠΔ164/2004, 2 παρ. 1, 5, 8Α π.δ. 81/2003, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το π.δ. 180/2004, 11 π.δ. 164/2004 και 1 ν.3320/2005, καθώς και τις διατάξεις της μη παράβασης των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, καθώς και των κατοχυρωμένων από το Ευρωπαϊκό δίκαιο αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, ήτοι του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

β και του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, και 141 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και τις διατάξεις των από 1.1.1995, 19.9.2002,3.12.2004, 17.7.2006, 6.9.2007, 4.5.2009 και 17.5.2011 Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ... ΑΕ", καθ' όσον α) όφειλαν οι αναιρεσίβλητοι να προβούν στις προβλεπόμενες από το άρθρο 1 ν. 3320/2005 ενέργειες για να πετύχουν την κατάταξή τους σε οργανική θέση, ώστε να επέλθει έκτοτε η έναρξη της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να τους καταβάλει τις αποδοχές της θέσης στην οποία θα κατατάσσονταν και β) οι υπέρτερες αποδοχές του μόνιμου προσωπικού της αναιρεσείουσας δόθηκαν απ' αυτή από νομική υποχρέωση και όχι οικειοθελώς, ώστε να μην τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με το μόνιμο προσωπικό της αναιρεσείουσας από τη διαφοροποίηση στην αμοιβή των παραπάνω προσώπων και έτσι, η μη καταβολή των υπέρτερων αυτών αποδοχών και στους αναιρεσιβλήτους για το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι δίκαιη και εύλογη και δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Συνακόλουθα τούτων, είναι βάσιμα τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους έκτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί κατ' ουσία και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών (τέταρτου και πέμπτου) λόγων αναίρεσης.

Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής τους, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της εφέσεως, της οποίας μετά την αναίρεση αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν τινά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο σχετικός λόγος εφέσεως της "...

ΑΕ" περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ των αναιρεσιβλήτων των προαναφερομένων χρηματικών ποσών και συνακόλουθα και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 659/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1037/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ