Supreme Court allows appeal against appeal court decision on co-ownership and easement rights in Greek civil law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment regarding property co-ownership and easement rights. The appellant argued that the lower court erred in concluding that a single registration was sufficient for establishing horizontal co-ownership and easement rights, whereas the appellant contended that double registration was legally required. The court found the lower court's reasoning flawed on this specific point but dismissed other arguments, ordering the case to be remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 1024/1971, Article 1 of Law 3741/1929, Articles 1002 and 1117 of the Civil Code; A single registration of donation and horizontal co-ownership contracts is sufficient to establish the respective rights, contrary to the requirement of double registration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1120 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1120/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Γ. και Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βεργανελάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Ε. Μ., το γένος Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., κατοίκου ..., 3) Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2019 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις αριθμ. 8187Δ/19-10-2020, 8194Δ/22-10-2020 και 8188Δ/19-10-2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Σ. Α., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου και κλήση προς συζήτηση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων. (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
Με την κρινόμενη από 03/04/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 7/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της αριθμ.9/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσία βάσιμη την από 24/05/2016 αρνητική της κυριότητας αγωγή του, αναγνωρίζοντας κύριο τον ενάγοντα- αναιρεσείοντα του επίδικου ακινήτου και υποχρεώνοντας τους εναγομένους να παύσουν να προσβάλλουν την κυριότητά του σ'αυτό με το να τοποθετούν πράγματα στην αυλή της οικίας του, να καταστρέφουν την περίφραξη και να αποκόπτουν τα εντός αυτής φυτά. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ).
Α1. Ο αγροτικός συνεταιρισμός (ΑΣ) είναι, σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 4384/ 2016, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής), αυτόνομη ένωση προσώπων, η οποία συγκροτείται εθελοντικά και επιδιώκει, με την αμοιβαία βοήθεια και την αλληλεγγύη των μελών της, τη συλλογική οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη και προαγωγή τους, μέσω μίας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης, αποτελεί δε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που έχει εμπορική ιδιότητα και αναπτύσσει κάθε είδους δραστηριότητα για την επίτευξη των σκοπών του στο πλαίσιο του νόμου και του καταστατικού του.
Τη νομική προσωπικότητα αποκτά ο συνεταιρισμός από την καταχώριση στο μητρώο αγροτικών συνεταιρισμών, που τηρείται στο ειρηνοδικείο της περιφέρειας, όπου έχει την έδρα του (άρθρο 4 παρ. 1 του άνω Νόμου). Ως νομικό πρόσωπο, ο συνεταιρισμός αποτελεί οντότητα διαφορετική και ανεξάρτητη από τα μέλη του. Είναι φορέας αυτοτελών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, φέρει ιδία επωνυμία και έδρα, ιδία περιουσία, έχει δε τη δυνατότητα να είναι διάδικος και υποκείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Επιπλέον, διαθέτει όργανα που διαμορφώνουν και, στη συνέχεια, εκφράζουν προς τα έξω τη δική τους βούληση. Τέλος, η συνεταιριστική μερίδα έχει περιεχόμενο διττής φύσης, καθώς, περιγράφει, αφενός, το ελάχιστο ποσό συμμετοχής κάθε συνεταίρου στο σχηματισμό του κεφαλαίου του συνεταιρισμού, αφετέρου την εταιρική συμμετοχή στο συνεταιρισμό, δηλαδή, την έννομη σχέση που συνδέει ένα πρόσωπο με το συνεταιρισμό.
Η εταιρική μερίδα είναι, συγχρόνως, το μέτρο συμμετοχής του κάθε εταίρου στην άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων, αλλά και το μέτρο ανάλογης επιβάρυνσής του με τις εταιρικές υποχρεώσεις (άρθρα 3, 9,10 και 11 του άνω Νόμου).
2.Από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1194, 1198 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5-7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ορόφου μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκείμενη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Η χωριστή αυτή ιδιοκτησία δημιουργείται και αυτομάτως, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι` αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 203/2016, ΑΠ 740/2013).
3.Από το συνδυασμό των άρθρων 1033, 1108 και 1118 AΚ και 224, 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1, ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την κατάλυση της στηριζόμενης στην κυριότητα σε ακίνητο, αρνητικής αγωγής ο εναγόμενος μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, την ένσταση ότι αυτός την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος ενήργησε δυνάμει δικαιώματός του, συνιστάμενου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και υπέρ του δικού του ακινήτου. Για το ορισμένο και βάσιμο κατά νόμο της εν λόγω ένστασης πρέπει, στην ιστορική βάση αυτής, να αναφέρεται ότι σε βάρος του ακινήτου, που στην αγωγή αναφέρεται ως ανήκον στον ενάγοντα, έχει συσταθεί με ορισμένο νόμιμο τρόπο πραγματική δουλεία που έχει ορισμένο περιεχόμενο, αντίστοιχο της προβαλλόμενης με την αγωγή προσβολής, υπέρ ορισμένου ακινήτου, του οποίου έγινε κύριος o εναγόμενος με ορισμένο νόμιμο τρόπο, π.χ. παραγώγως από ορισμένο κύριο του ακινήτου τούτου, που είναι βέβαια, και άμεσος δικαιοπάροχός του (ΑΠ 563/2020, AΠ 1444/1999).
Β.1.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 948/2019, 319/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο εκκαλών - ενάγων είναι κύριος ενός οικοπέδου, εμβαδού 2.288,70 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης με τη στήλη αέρος της οικοδομή, απαρτιζόμενης στο ισόγειο από κατοικία εμβαδού 149,35 τ.μ.
και ισόγειο με τη στήλη αέρος του βοηθητικό χώρο, εμβαδού 34,11 τ.μ., και στον όροφο από μία αποθήκη με στέγη από ελενίτ, εμβαδού 25,72 τ.μ., και ένα πατητήρι, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από μηνός Νοεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χανίων Μ. Μ., το οποίο (οικόπεδο) βρίσκεται στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας Λίμνης, του δημοτικού διαμερίσματος ...
δήμου .... Το ως άνω ακίνητο ο εκκαλών - ενάγων απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμό …/….3.10 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της θανούσας στις 5.3.09 μητέρας του Χ Χ. χήρας Γ. Π., το γένος Μ. Κ., η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη - Σπυρίδωνος και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …-…-… των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλικιανού.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του υπ' αριθμό …/1961 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου Δημητρίου Μπαλωμενάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, ο αρχικός δικαιοπάροχος του εκκαλούντος - ενάγοντος πατέρας του Γ. Π. του Κ., είχε μεταβιβάσει προς το Γεωργικό Πιστωτικό Συνεταιρισμό ...
διαιρετό τμήμα του όλου αγρού, εμβαδού 100 περίπου τετραγωνικών μέτρων, ευρισκόμενο στο νότιο τμήμα του αγρού, που συνόρευε νότια με κτήματα Θ. Μ. του Γ. και Ε. Σ. Π., δυτικά με δρόμο "αμαξιτό" (δηλαδή δρόμο, από τον οποίο μπορούσε να περάσει αυτοκίνητο) και βόρεια με ιδιοκτησία του δωρητή, με τον όρο όπως ο χώρος αυτός χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση καταστήματος του Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού, χωρίς καμία αποζημίωση, πλην της υποχρέωσης του ως άνω συνεταιρισμού όπως παραχωρήσει στον ιδιοκτήτη (Γ.
Π.) τη στήλη αέρος, ήτοι την ταράτσα της ανεγερθησόμενης οικοδομής και την προεξοχή της οικοδομής, ουδενός άλλου πλην αυτού έχοντος δικαίωμα χρήσης αυτής. Εν συνεχεία, δυνάμει της υπ' αριθμό …/1974 οικοδομικής άδειας της Νομαρχίας Χανίων, Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών, ο ως άνω γεωργικός συνεταιρισμός ανήγειρε επί του ως άνω ακινήτου ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 100,00 τ.μ., την οποία χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση αγροτικών υλικών και προϊόντων, γεωργικών φαρμάκων, λιπασμάτων κλπ.
Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμό …/1975 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου Κισάμου Ιωάννη Γιαννουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό … των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος - ενάγοντος Γ. Π., μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον ίδιο ως άνω Γεωργικό Πιστωτικό Συνεταιρισμό Ζουνακίου, όμορο προς δυσμάς με το παραπάνω δωρηθέν ακίνητο διαιρετό τμήμα 40 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία του δωρητή Γ.
Π., νότια με ιδιοκτησία Θ. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού και δυτικά με ιδιοκτησία δωρητή, παρακρατώντας (ο δωρητής) τα δικαιώματά του επί της στήλης αέρος, απεριορίστως καθ' ύψος, επί των ανεγερθησόμενων από το δωρεοδόχο συνεταιρισμό ισόγειων κτισμάτων επί του δωρούμενου ακινήτου.
Και είναι μεν αληθές ότι, στα παραπάνω συμβόλαια, περιλαμβάνονται δύο εμπράγματες δικαιοπραξίες που χρήζουν μεταγραφής, ήτοι δωρεά εν ζωή και σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, πλην όμως το καθένα από αυτά, μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο από μία φορά, στη μερίδα καθενός από τους συμβαλλόμενους, μόνο ως εμπράγματη δικαιοπραξία μεταβίβασης της κυριότητας, δηλαδή ως δωρεά εν ζωή, όπως αναφέρεται στις περιλήψεις των ως άνω συμβολαίων και όπως ζητήθηκε να μεταγραφούν, όχι όμως και ως εμπράγματες δικαιοπραξίες σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (βλ.
περιλήψεις μεταγραφής των ως άνω συμβολαίων, στις οποίες ρητά αναφέρεται ότι, ζητείται η μεταγραφή των ως άνω συμβολαίων δωρεάς εν ζωή, ως συμβαλλόμενοι αναγράφονται οι "δωρητής" Γ. Π. και "δωρεοδόχος" Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός Ζουνακίου, ενώ το μεταβιβασθέν ακίνητο αναφέρεται ως "δωρηθέν ακίνητο" και "αντικείμενο δωρεάς").
Επομένως, αφού δεν έλαβε χώρα μεταγραφή της εμπράγματης δικαιοπραξίας σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν επήλθε η σύσταση του συγκεκριμένου εμπράγματου δικαιώματος, σύμφωνα και με την παραπάνω σκέψη, η δε μεταγραφή των ως άνω τίτλων, στον οποίο γινόταν απλή και εντελώς αόριστη μνεία για τη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας και μάλιστα χωρίς να αναφέρονται τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του όλου ακινήτου, ούτε των ορόφων που πρόκειται να ανεγερθούν, δεν αρκεί για να συσταθεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, παρόλο που η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας πράγματι προηγείται της μεταβίβασης του ακινήτου, εν τούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση τα υπό κρίση συμβόλαια, μεταγράφηκαν ως δωρεές εν ζωή ακινήτων και όχι ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο δε Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός Ζουνακίου, κατέστη κύριος των ως άνω διαιρετών εδαφικών τμημάτων με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας ήδη από τα έτη 1961 και 1975, αντίστοιχα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος εναγόμενος.
Επομένως, ο α' λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το ως άνω ενιαίο ακίνητο του εφεσίβλητου, ήδη από το χρόνο της μεταβίβασης αυτού, ήταν περίκλειστο και στερούνταν κάθε επικοινωνίας με δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό, που ήταν αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του.
Για το λόγο αυτό, τα μέλη του συνεταιρισμού ήδη από το έτος 1961 μέχρι και την άσκηση της αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των 50 ετών, χρησιμοποιούσαν για την πρόσβασή τους στο ακίνητο από τη δημοτική οδό που βρισκόταν στα ανατολικά του ακινήτου, μία εδαφολωρίδα, εμβαδού 21 τ.μ. περίπου (ήτοι μήκους 6 μέτρων περίπου και πλάτους 3,5 μέτρων περίπου), που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της όμορης ιδιοκτησίας του εκκαλούντος - ενάγοντος και συνορεύει βόρεια και νότια με την ως άνω ιδιοκτησία του ενάγοντα, ανατολικά με δημοτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία του συνεταιρισμού.
Ειδικότερα, η ως άνω εδαφολωρίδα ξεκινά από την ανατολικά κείμενη δημοτική οδό, διέρχεται από την ανατολική πλευρά του ακινήτου του ενάγοντα και καταλήγει στην είσοδο της αποθήκης. Την εδαφολωρίδα αυτή χρησιμοποιούσαν τα ως άνω μέλη από το έτος 1974, χωρίς δικαστική ή άλλη αμφισβήτηση, για την είσοδο και έξοδό τους προς και από την αποθήκη, στην οποία αποθήκευαν γεωργικά προϊόντα, φυτοφάρμακα, λιπάσματα κλπ., η χρήση δε αυτή γινόταν όχι κατά παράκληση του ιδιοκτήτη - δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος, αλλά με διάνοια κυρίου και με την οριστική βούληση του δωρητή, όπως προκύπτει από το παλιό διαχωριστικό κάγκελο που είχε τοποθετηθεί έκτοτε, προκειμένου να οριοθετεί την ως άνω δίοδο και υπάρχει ακόμα και σήμερα και αποτυπώνεται στις προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο φωτογραφίες.
Επομένως, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, ως κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, κατέστη κύριος δικαιώματος δουλείας διόδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας σε βάρος του δεσπόζοντος ακινήτου του εκκαλούντος - ενάγοντος, η σύσταση της οποίας (δουλείας διόδου) δεν απαγορευόταν από τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, σύμφωνα και με την παραπάνω σκέψη, δεδομένου ότι, η δίοδος αυτή αποτελούσε τη μοναδική πρόσβαση του περίκλειστου, δεσπόζοντος ακινήτου σε δημοτική οδό, που να εξυπηρετεί τις ανάγκες του.
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμος. Τέλος αποδείχθηκε ότι, στη δυτική πλευρά του ακινήτου του εφεσίβλητου υπάρχει πράγματι δημοτική οδός. Μεταξύ της αποθήκης, όμως, και της ως άνω οδού, υπάρχει μεγάλη υψομετρική διαφορά, πάνω από τέσσερα μέτρα, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες και, επομένως, η πρόσβαση από αυτήν είναι αδύνατη, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εκκαλούντος ότι, η πρόσβαση προς τη δυτική οδό είναι εφικτή με μικρής έκτασης χωματουργικές εργασίες.
Επομένως, και ο γ' λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, σε σχέση με τους λόγους της έφεσης, ορθά ερμήνευσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις>>. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής του ισχυρισμού των εναγομένων ότι προέβησαν στην προσβολή (διατάραξη) της κυριότητας του ενάγοντος δυνάμει νομίμου δικαιώματός τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.
Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι ο Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός Ζουνακίου (μη διάδικος) έχει αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του περίκλειστου ακινήτου ιδιοκτησίας του και σε βάρος του όμορου ακινήτου του ενάγοντος, επί μιας εδαφικής λωρίδας εμβαδού 21 τ.μ., που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο αυτού, εν τούτοις δεν διευκρινίζει στην απόφασή του :1) γιατί δέχεται ότι εναγόμενος -εφεσίβλητος στη δίκη αυτή είναι ο πιο πάνω Συνεταιρισμός, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αυτός δεν υπήρξε ποτέ διάδικος ούτε στην πρωτόδικη ούτε στη δευτεροβάθμια δίκη, όπου συμμετείχαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι (φυσικά πρόσωπα), καθόσον κατ' αυτών, αποκλειστικά, στρέφονταν τόσο η ένδικη αγωγή όσο και η έφεση, 2) ποια είναι ακριβώς ή έννομη σχέση που συνδέει τους εναγομένους με τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου Συνεταιρισμό, ώστε να δικαιούται να ασκούν οι ίδιοι το δικαίωμα της επικαλούμενης δουλείας του τελευταίου σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του ενάγοντος και 3) αν στα μέλη του Συνεταιρισμού που αναφέρεται στην απόφαση ότι χρησιμοποιούσαν την επίδικη εδαφολωρίδα για την πρόσβασή τους στο δεσπόζον ακίνητο περιλαμβανόταν και οι εναγόμενοι ή αν ήσαν τρίτοι.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν.δ. 1024/1971, 1 ν. 3741/1929 και 1002 και 1117 ΑΚ, και κατέληξε στην εσφαλμένη παραδοχή ότι ο Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός ...
κατέστη αποκλειστικός κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, παραγώγως, ήτοι δυνάμει των υπ' αριθμ. …/1961 και …/1975 δωρητηρίων συμβολαίων, τα οποία, ωστόσο, έχρηζαν, όχι μίας αλλά διπλής μεταγραφής, ενόψει ότι με αυτά είχαν συσταθεί δύο δικαιοπραξίες ήτοι αφενός οριζόντια ιδιοκτησία και αφετέρου δωρεά. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αρκεί μία μεταγραφή των συμβολαίων αυτών, για να επέλθουν τα αποτελέσματα της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και δωρεάς.
Τέλος, μετά την παραδοχή του πιο πάνω δεύτερου αναιρετικού λόγου, παρέλκει η έρευνα των τρίτου και τέταρτου αναιρετικών λόγων, καθόσον η έρευνά τους προϋποθέτει την αναγνώριση υπέρ του, μη διαδίκου, Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Ζουνακίου δικαιώματος δουλείας διόδου. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον η σύνθεσή του από άλλους δικαστές είναι δυνατή, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του που περιέχεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 7/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ