Supreme Court partially allows appeal against insurance company's liability for driver's license violation damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against a first-instance judgment ordering it to pay damages. The court found that while the insurance company was liable for damages caused by a driver without a license, the lower court incorrectly ordered the return of 300 euros paid for enforcement costs. Consequently, the court annulled the specific portion of the lower court's decision regarding the return of funds and costs, remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 11 para. 1 of Law 489/1976; Art. 6b para. 1a of the same Law: Insurance companies are liable for damages caused by drivers without a license, but the court must distinguish between liability for the damage itself and the legality of enforcement costs, ruling that costs paid under a prior enforcement order must be returned if the underlying judgment is annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1120 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1120/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπαστογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Τσοπάνογλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10833/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8.11.2018 (104475/166/2018) αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 10833/2018 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986), με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.
Κατά δε το άρθρο 6β παρ. 1α του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 4 Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' 100/14-5-2007), εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος στερείται άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει τη γνωστή απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή του άρθρου 25 περ. 6 της προϊσχύσασας Κ4/885/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/6-4-1997), σύμφωνα με την οποία αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία όταν προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί, άδεια οδηγήσεως, η οποία ήταν μεν ανίσχυρη ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, πλην όμως μπορούσε να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλασσόταν μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, είχε όμως δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα.
Τέλος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, άρα και στο δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά των ασφαλισμένων προσώπων σε περίπτωση συνδρομής λόγου απαλλαγής του από την ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 18/2010, ΑΠ 1436/2009, ΑΠ 515/2009), το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάσημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχοι από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολομ., 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 474/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ (όπως 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 253/2013).
Από την παραδεκτή κατ άρθρο 561 παρ2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, άσκησε την από 20.10.2011 και με αριθ. κατάθεσης 321/2012 αγωγή της απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, στρεφομένη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, στην οποία, ιστορούσε ότι υποχρεώθηκε να καταβάλει κατόπιν εξώδικου διακανονισμού το ποσόν των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση στην ιδιοκτήτρια του ζημιωθέντος αυτοκινήτου για τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν σ'αυτό κατά την επισυμβάσα στην Αθήνα στις 23.2.2008 σύγκρουσή του με το ασφαλισμένο σ'αυτήν για τις προς τρίτους ζημιές αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τελευταίος, χωρίς να κατέχει την προς τούτο κατάλληλη άδεια ικανότητας οδήγησης.
Επικαλούμενη ως εκ τούτου την εκ του άρθρου 6β παρ. 1α του ν. 4 ν.489/1976 (ΠΔ 237/1986), που προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α 100/14.5.2007) συμπεριλαμβανόμενη και στο ασφαλιστήριο ρήτρα εξαίρεσης από την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ζήτησε κατόπιν μετατροπής του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το παραπάνω ποσό που κατέβαλε στη ζημιωθείσα.
Επ'αυτής, η οποία εκδικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681 Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, εκδόθηκε η με αριθμό 321/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας με την οποία απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της από τον εναγόμενο παραδεκτά προβληθείσας από το άρθρο 281ΑΚ ενστάσεως.
Κατόπιν εφέσεως που ασκήθηκε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από την ηττημένη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο κατά την ίδια ως άνω διαδικασία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 10883/2018 απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Μετά την ένδικη σύγκρουση, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε, κατόπιν εξωδικαστικού διακανονισμού, στις 24-7-2008, στην ιδιοκτήτρια του ζημιωθέντος αυτοκινήτου Ε.
Κ., σύμφωνα με την από 24-7-2008 εξοφλητική απόδειξη, ως αποζημίωση για όλες τις ζημιές που υπέστη συνεπεία του άνω ατυχήματος το αυτοκίνητο της, το ποσό των 15.000 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της και απαλλαγή της ιδίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 21944... ασφαλιστηρίου συμβολαίου η ενάγουσα προέβη στην ασφάλιση του με αριθμό κυκλ. ...
ΕΙΧ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του εναγομένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για τη χρονική περίοδο από 23-9-2007 έως 23-3-2008. Στους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συμπεριλήφθηκε ρητός όρος περί εξαίρεσης απ' την ασφαλιστική κάλυψη και αποκλεισμού απ' την ασφάλιση ζημιών που προξενήθηκαν σε χρόνο που το ασφαλισμένο όχημα οδηγείται από πρόσωπο στερούμενο της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης.
Η ενσωμάτωση στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο του άνω όρου δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωση του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σ' αυτόν (ασφαλιστή) το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του που οδηγούσε δίχως άδεια ικανότητας οδήγησης και να ζητήσει απ' αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του.
Τόσο, όμως, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ασφάλισης όσο και κατά το χρόνο πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, ο εναγόμενος, ασφαλισμένος της ενάγουσας κι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης, πράγμα που γνώριζε η ενάγουσα και παρά ταύτα προέβη στην κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την υποβολή της αίτησης ασφάλισης του άνω αυτοκινήτου του στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, το 2005, γνωστοποίησε στον ασφαλιστικό πράκτορα ότι δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης. Γι' αυτό το λόγο άλλωστε και στο σημείο που στην από 23-3-2005 έντυπη αίτηση ασφάλισης αυτοκινήτου της ενάγουσας ζητείται να συμπληρωθεί η ημερομηνία άδειας οδήγησης του δηλωθέντος οδηγού του υπό ασφάλιση αυτοκινήτου, κι εν προκειμένω του εναγομένου, ουδέν έχει συμπληρωθεί.
Παρόλα αυτά η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία προέβη στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης με τον εναγόμενο, αν και γνώριζε ότι αυτός στερείται άδειας ικανότητας οδηγού, δημιουργώντας του με τον τρόπο αυτό την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να επικαλεστεί τον άνω όρο εξαίρεσης απ' την κάλυψη και δη την έλλειψη ικανότητας οδηγού στο πρόσωπο του, και ν' ασκήσει κατ' αυτού αγωγή βάσει του σχετικού όρου της σύμβασης.
Συνακόλουθα, η άσκηση του δικαιώματος αυτού της ενάγουσας ασφαλιστικής, συνεπεία του άνω ατυχήματος το αυτοκίνητο της, το ποσό των 15.000 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της και απαλλαγή της ιδίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 21944... ασφαλιστηρίου συμβολαίου η ενάγουσα προέβη στην ασφάλιση του με αριθμό κυκλ. ...
ΕΙΧ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του εναγομένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για τη χρονική περίοδο από 23-9-2007 έως 23-3-2008. Στους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συμπεριλήφθηκε ρητός όρος περί εξαίρεσης απ' την ασφαλιστική κάλυψη και αποκλεισμού απ' την ασφάλιση ζημιών που προξενήθηκαν σε χρόνο που το ασφαλισμένο όχημα οδηγείται από πρόσωπο στερούμενο της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης.
Η ενσωμάτωση στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο του άνω όρου δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωση του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σ' αυτόν (ασφαλιστή) το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του που οδηγούσε δίχως άδεια ικανότητας οδήγησης και να ζητήσει απ' αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του.
Τόσο, όμως, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ασφάλισης όσο και κατά το χρόνο πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, ο εναγόμενος, ασφαλισμένος της ενάγουσας κι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης, πράγμα που γνώριζε η ενάγουσα και παρά ταύτα προέβη στην κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την υποβολή της αίτησης ασφάλισης του άνω αυτοκινήτου του στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, το 2005, γνωστοποίησε στον ασφαλιστικό πράκτορα ότι δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης. Γι' αυτό το λόγο άλλωστε και στο σημείο που στην από 23-3-2005 έντυπη αίτηση ασφάλισης αυτοκινήτου της ενάγουσας ζητείται να συμπληρωθεί η ημερομηνία άδειας οδήγησης του δηλωθέντος οδηγού του υπό ασφάλιση αυτοκινήτου, κι εν προκειμένω του εναγομένου, ουδέν έχει συμπληρωθεί.
Παρόλα αυτά η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία προέβη στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης με τον εναγόμενο, αν και γνώριζε ότι αυτός στερείται άδειας ικανότητας οδηγού, δημιουργώντας του με τον τρόπο αυτό την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να επικαλεστεί τον άνω όρο εξαίρεσης απ' την κάλυψη και δη την έλλειψη ικανότητας οδηγού στο πρόσωπο του.
και ν' ασκήσει κατ' αυτού αγωγή βάσει του σχετικού όρου της σύμβασης. Συνακόλουθα, η άσκηση του δικαιώματος αυτού της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του εναγόμενου ασφαλισμένου της με την ένδικη αγωγή είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου απορριπτέα, κατά παραδοχή της προβαλλόμενης εκ μέρους του ασφαλισμένου εναγομένου σχετικής ένστασης".
Με τις παραδοχές αυτές το δίκασαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας ομοίως με το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ουσιαστικά την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση.
Με τις κρίσεις του αυτές όμως το ως άνω δικαστήριο ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής, εκ μέρους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας άσκησης του αναγωγικού, έναντι του αναιρεσιβλήτου δικαιώματος της, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281ΑΚ.
την οποία εκ πλαγίου παραβίασε, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Δέχεται ότι η στηριζόμενη στην ως άνω συμφωνηθείσα εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του αντισυμβαλλομένου της, ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και εναγομένου με την ένδικη αγωγή είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου απορριπτέα, κατά παραδοχή της προβαλλόμενης εκ μέρους του ασφαλισμένου εναγομένου σχετικής ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, για το λόγο ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, αν και γνώριζε ότι ο αντισυμβαλλόμενος της στη σύμβαση ασφάλισης εναγόμενος δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης, δέχτηκε να προβεί στην κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με αυτόν και να εισπράττει τα ασφάλιστρα, παραλείποντας, όμως (η προσβαλλόμενη απόφαση), να αναφέρει , αν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης γνώριζαν, επίσης, ή καθίστατο σαφές σ' αυτά, και με ποιό τρόπο, ότι θα οδηγούσε ο ίδιος ο εναγόμενος ή και ο ίδιος το ασφαλισμένο όχημα ιδιοκτησίας του, ώστε να δικαιολογείται η δημιουργία πεποίθησης σ' αυτόν με την είσπραξη των ασφαλίστρων ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν θα επικαλεστεί τον παραπάνω όρο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη.
β) Δεν διευκρινίζει πώς έλαβε γνώση η ίδια η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, ή για ποιο λόγο όφειλε να γνωρίζει, την έλλειψη αυτή από μέρους του αντισυμβαλλομένου της με δεδομένο, ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης έγινε μέσω του ασφαλιστικού της πράκτορα, στον οποίο μόνο ο τελευταίος γνωστοποίησε ότι δεν κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης, γ) Δεν διευκρινίζει ποια συνέπεια θα είχε για την αναιρεσείουσα η γνώση, ή, η άγνοια του αν ο αντισυμβαλλόμενός της κατείχε ή όχι νόμιμη άδεια οδήγησης, καθόσον, σύμφωνα με το νόμο, με την ασφαλιστική σύμβαση ασφαλίζεται η ευθύνη από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, ανεξάρτητα από το ποίος το οδηγεί, και όχι η ευθύνη συγκειμένου προσώπου και ποία θα έπρεπε να ήταν η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, όταν ο αντισυμβαλλόμενός της κατά την υποβολή το έτος 2005 της αίτησης ασφάλισης, κατέστησε γνωστό στον πράκτορά της, ότι δεν κατέχει άδεια οδήγησης, ώστε να μη θεωρηθεί καταχρηστική η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και, ειδικά, αν αυτή όφειλε να αρνηθεί την κατάρτιση και, συνακόλουθα, την έκδοση του ασφαλιστηρίου.
Και, τέλος δ) Δεν διασαφηνίζεται, αν η αναιρεσείουσα, πριν την αυτοδίκαιη, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τον χρόνο εκείνο ρύθμιση του άρθρου 11α παρ 4 του ν. 237/1986, (όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν.3557/2007 (ΦΕΚ Α 100/14-5-2007), της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης για το από 23-9-2007 έως 23-3-2008 χρονικό διάστημα ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε προληπτική έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει, αν ο ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος εξακολουθούσε να μην κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης.
Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την αριθμό 6 του άρθρου 560ΚΠολΔ. (και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 που από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ως άνω διατάξεως του άρθρου 281ΑΚ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, που καθίσταται, αλυσιτελής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθενται (τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 11/2007). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή είτε εκούσια, είτε αναγκαστική να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη, ή, άλλο εκτελεστό τίτλο, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ187/2019).
Όμως ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 § 2 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται η απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και άρα όχι και των εξόδων της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης, τα οποία οφείλονται από τον καθ' ου η εκτέλεση, όχι με βάση την απόφαση αυτή, αλλά με βάση το νόμο, ήτοι το άρθρο 932 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ1453/2019, ΑΠ1037/2019, ΑΠ1486/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, στις 23.1.2020 δηλαδή την παραμονή της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επικαλείται, ότι, σε επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης της με αριθμό 10833/2018 αναιρούμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και σε εκούσια συμμόρφωση με την πρωτόδικη, με αριθμό 426/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα που επιδικάσθηκαν σε βάρος της ύψους 300 και 150 ευρώ αντιστοίχως, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 498 ευρώ και συγκεκριμένα:
α) το ποσό των επιδικασθέντων σε βάρος της με την αναιρούμενη απόφαση, δικαστικών εξόδων ποσού 300 ευρώ, πλέον των ποσών 5 και 43 ευρώ αντίστοιχα ως έξοδα έκδοσης απογράφου και την επίδοση της προς τούτο, κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου συνταχθείσας επιταγής και β) το ποσόν των επιδικασθέντων με την πρωτόδικη απόφαση δικαστικών εξόδων ύψους 150 ευρώ.
Ως εκ τούτου ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης με την επιστροφή από τον αναιρεσίβλητο του πιο πάνω χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε σ' αυτόν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου Η παραδεκτώς κατά ως άνω ασκηθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη πριν την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση είναι, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ νόμιμη μόνο κατά το ποσόν 300 ευρώ που αφορά την αναγκαστική εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης.
Δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί α) ως προς τα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, την επίδοση της επιταγής νια εκτέλεση, διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ και β) ως προς το ποσόν των 150 ευρώ που αφορά την εκούσια εκτέλεση της σχετικής με τα δικαστικά έξοδα διάταξης της πρωτόδικης με αριθμό 426/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, η οποία δεν ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση.
Περαιτέρω, από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως την από αποδεικνύονται τα εξής: Η αναιρεσείουσα μετά από αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύτηκε εναντίον της με την αναιρούμενη απόφαση με την επίδοση σ' αυτήν της από 8.10.2018 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της εν λόγω απόφασης ως προς τα επιδικασθέντα με αυτήν σε βάρος της δικαστικά έξοδα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων το ποσό των 300 ευρώ.
Η κατά ως άνω καταβολή του ποσού των 300 ευρώ, εις εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατά την, ως προς τα δικαστικά έξοδα διάταξή της στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος άλλωστε δεν την αμφισβητεί, αποδεικνύεται από την από 25.10.2018 εξοφλητική απόδειξη την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει με επίκληση. Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση πρέπει εν μέρει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει το ως άνω ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 10833/2018 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ