Legislator Case Law & Legislation
1120/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds under Article 559(19) of Civil Procedure Code.

Case Number 1120/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding the termination of the marital relationship. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning, but the court found the appeal grounds under Article 559(19) of the Civil Procedure Code were too vague and lacked specific factual contradictions. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 559(19) of the Civil Procedure Code; An appeal ground based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if it fails to specify the exact factual premises or logical inconsistencies within the contested judgment.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Annulment Appeal Insufficient Reasoning Inadmissible Grounds Marital Relationship Termination Burden of Proof Legal Costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Civil Procedure Code
Article 559(19) of the Civil Procedure Code
Article 561(1) of the Civil Procedure Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1120 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1120/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Βαθειά. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σαρρή, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-3-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο`.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7539/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2943/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1424/2017, 120/2011, 1131/2007).

Εν προκειμένω, με το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως και το δεύτερο τμήμα του δευτέρου τοιούτου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε άνευ αποδείξεως ότι η οριστική διακοπή του εγγάμου βίου των διαδίκων επήλθε τον Ιούνιο του 2003,ενώ δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τα στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός δεν συνεισέφερε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, απεναντίας κατέθεσε ανωμοτί ο ίδιος, κατάθεση που δεν φέρει ουδεμία αποδεικτική δύναμη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω παραδοχή του, και συνακολούθως στο αποδεικτικό πόρισμά του περί της βασιμότητας της ένδικης αξιώσεως περί λύσεως του γάμου των διαδίκων, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν, και δη από τις ανωμοτί καταθέσεις των διαδίκων και τα νομίμως υπ' αυτών προσκομισθέντα ενώπιον του έγγραφα.

Περαιτέρω, ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, που αφορούν στην εκτίμηση του περιεχομένου και της αποδεικτικής ισχύος τής ανωμοτί καταθέσεως του ενάγοντος( αναιρεσιβλήτου) τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του Εφετείου ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ' όψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 569/2017, 188/2017, 304/2016,).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα - από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί επανασυνδέσεως και κοινής συμβιώσεως με τον σύζυγό της, εντεύθεν δε μη υπάρξεως οριστικής διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως - και ειδικότερα η από 25-11-2011 παραίτηση από την υπ' αυτής ασκηθείσα αγωγή διαζυγίου, προκειμένου να επανασυνδεθούν με τον σύζυγό της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ελήφθη υπ' όψη η από 19-2-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας περί λύσεως του γάμου λόγω πολυετούς διαστάσεως από τον Ιούνιο του 2003, από το δικόγραφο της οποίας αυτή παραιτήθηκε. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν προσέδωσε στο ανωτέρω έγγραφο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι έχει και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).(ΑΠ 96/2017).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος σε αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απηγγέλθη ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές τής προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Εν προκειμένω, στον εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα αυτού, η αναιρεσείουσα εκθέτει επί λέξει τα εξής: "...

Διότι το Εφετείο Αθηνών έκρινε τελείως εσφαλμένα αλλά και αναιτιολόγητα, άλλως ανεπαρκώς και αντιφατικώς αιτιολογημένα... η προσβαλλομένη απόφαση, που σχημάτισε δικανική κρίση αναιτιολόγητα... έσφαλε...". Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών τής προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Υπό την επίκληση δε της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττει ουσιαστικώς με τον λόγο αναιρέσεως την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αύτη, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2017 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2943/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ