Supreme Court dismisses appeal against partial judgment on construction damages due to unreviewable fact-finding. Appeal rejected as inadmissible under Greek Civil Procedure Code. Court upholds lower court's evaluation of evidence. Facts involve construction contract dispute and appeal on evidence sufficiency. Court ruled appeal inadmissible under Article 561. Appeal rejected for challenging unreviewable fact-finding. Court dismissed appeal on construction damages case. Appeal rejected as inadmissible under Greek law. Court upheld lower court's evidence evaluation. Facts involve construction contract and damages. Appeal rejected for challenging unreviewable fact-finding. Court dismissed appeal on construction damages. Appeal rejected as inadmissible under Greek law. Court upheld lower court's evidence evaluation. Facts involve construction contract and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment awarding partial compensation for construction defects. The appellant argued the appellate court failed to consider specific survey plans and documents, claiming this created a factual error. The court rejected these claims as inadmissible because the lower court's evaluation of evidence and fact-finding falls under the unreviewable discretion of the first instance court. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court's review of cassation appeals is limited to legal errors; challenges to the substantive evaluation of evidence and fact-finding by the court of first instance are inadmissible as they constitute unreviewable judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1120 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1120/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. …/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πιπιλή.
Της αναιρεσίβλητης: Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαριτίνη Σωτηριάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 925/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 10579/1998 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε εν μέρει η 925/1996 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι απoφάσεις: 7784/2001 και 8128/2007 μη οριστικές, 4844/2011 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2979/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 31-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσίβλητη με την από 18.4.1995 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή της, την οποία είχε απευθύνει κατά του αναιρεσείοντος, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της πληρώσει αποζημίωση για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του οικοδομικού έργου που ανέλαβε να εκτελέσει για λογαριασμό της δυνάμει συμβάσεως έργου.
Εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 925/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε με την υπ' αριθ. 10579/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο ανέπεμψε την υπόθεση (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το τελευταίο, αφού με παρεμπίπτουσα απόφαση διέταξε πραγματογνωμοσύνη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή με την υπ' αριθ. 4844/2011 οριστική απόφασή του, η οποία κατέστη και τελεσίδικη διότι με την υπ' αριθ. 2979/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων απορρίφθηκαν.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τον εναγόμενο εργολάβο η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 898 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 παρ. 4 και 566 του ίδιου Κώδικα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό αυτόν (8), στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον τάδε ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να αναφέρεται αν το σφάλμα αυτό προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και με ποιό τρόπο και, το κυριότερο, να δικαιολογείται γιατί η παραδοχή αυτή είχε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, δηλαδή κατά τι επηρέασε το διατακτικό της απόφασης, αφού, αν δεν το επηρέασε, η προβολή του είναι αλυσιτελής.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, ενιαία εκτιμώμενους, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι, αν και στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εξιστορούσε (περιγράφοντας το κατασκευαστικό ελάττωμα της οικοδομής) ότι έπρεπε η οικοδομή στη βορειοανατολική όψη της να είναι στο ύψος του εδάφους και κατασκευάσθηκε από κακοτεχνία σε βάθος 1,70 μ.
κάτω από τη γη, εν τούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη, δέχθηκε ότι η οικοδομή στο σημείο αυτό έπρεπε να είναι σε ύψος 90 εκατοστών πάνω από το έδαφος, δηλαδή χωρίς ένα τέτοιο ελάττωμα να έχει προταθεί από την ενάγουσα. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, ενιαία εκτιμώμενοι λόγω της ταυτότητας του προβαλλόμενου σφάλματος, συνιστούν στην ουσία ένα λόγο που στηρίζεται στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ο αναιρεσείων παραλείπει τον προσδιορισμό του).
Ωστόσο, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, και υπό την εκδοχή ότι το προβαλλόμενο πραγματικό γεγονός που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αοριστίας και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν το σφάλμα αυτό της πρωτόδικης απόφασης, που επανέλαβε και το Εφετείο δια της επικυρώσεως της αποφάσεως, προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και με ποίο τρόπο (άρθρο 562 ΚΠολΔ), καθώς και αν και για ποίο λόγο η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου (πράγματος που δεν προτάθηκε) είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την έννοια σε τι επηρέασε η παραδοχή αυτή στη διατύπωση του διατακτικού και ειδικότερα στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως που έπρεπε να λάβει η αναιρεσίβλητη ενάγουσα για την αποκατάσταση της συγκεκριμένης κακοτεχνίας.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως παντελώς αόριστος διότι δεν περιέχει σαφή, ορισμένη έστω ευσύνοπτη αναφορά συγκεκριμένης πλημμέλειας. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό ο αναιρεσείων κατ' αρχήν επικαλείται ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς ειδικές αιτιολογίες την ένσταση αοριστίας της αγωγής που είχε προβάλλει στον πρώτο βαθμό, χωρίς να διευκρινίζει το περιεχόμενο της ενστάσεως αυτής και το λόγο απορρίψεως. Στη συνέχεια συμπλέκει πραγματικές παραδοχές του Εφετείου για το ύψος των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα, αποδίδοντας σ' αυτές αντιφατικότητα και ανεπάρκεια, χωρίς ωστόσο α) να παραθέτει τις συγκεκριμένες παραδοχές, β) σε τί συνίσταται η αντιφατικότητα και ανεπάρκεια των αιτιολογιών και γ) αν και σε τι επηρέασαν οι παραδοχές αυτές στη διατύπωση του διατακτικού και ειδικότερα στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως που έπρεπε να λάβει η αναιρεσίβλητη ενάγουσα για την αποκατάσταση της συγκεκριμένης κακοτεχνίας.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα (το από 18.9.1992 τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Β. και το υπ' αριθ. …/1998 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Σκοπέλου).
Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση της βεβαιώσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στο οποίο ειδικά για την πρώτη εξώδικη δήλωση γίνεται ρητή αναφορά και σχολιασμός, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, δεχθείσα εν μέρει την ένδικη αγωγή, κρίνονται απαράδεκτες καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τους έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ανεπάρκειας των ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθέως σφάλματα πλημμελούς εκτιμήσεως των παρατιθέμενων σε κάθε λόγο αποδεικτών μέσων. Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, οι λόγοι αυτοί ως αναφερόμενοι στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτοι, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2015 αίτηση του Θ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2979/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ