Supreme Court partially allows appeal against state claim dismissal based on statute of limitations calculation error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a First Instance Court judgment dismissing a claim for family allowances. The State argued the claims were time-barred, but the First Instance Court incorrectly calculated the limitation period's start date. The Court ruled that the limitation period begins at the claim's creation, not the end of the fiscal year, reversing the First Instance's calculation error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90(3) and 91(a) of Law 2362/1995; The limitation period for claims against the State begins at the moment the claim arises, not at the end of the fiscal year in which it was possible to pursue it, unless specific provisions dictate otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1120 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1120/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Γ., κατοίκου ... και 2) Λ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6938/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-10-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 26-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ…/8-10-2012 και …/8-10-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, τις οποίες προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6938/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δύο αναιρεσίβλητες, με κλήση προς αυτές για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο (5-3-2013).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του, πρέπει και στη προκείμενη περίπτωση να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτές παρούσες.
Κατά το άρθρο 12 παρ. 1, 4 και 5 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη της παρ. 1 του παραπάνω άρθρου.
Στη περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, δεν καταβάλλεται στον έτερο σύζυγο υπάλληλο η ανωτέρω παροχή. Στη περίπτωση δε που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η εν λόγω παροχή καταβάλλεται στον ένα από αυτούς, κατ' επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές των αποδοχών και των δύο συζύγων.
Όμως, όλες οι ανωτέρω ρυθμίσεις, κατά το μέρος που θέτουν ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο ακέραιο στους έγγαμους μισθωτούς με σχέση ιδιωτικού δικαίου (μη λήψη των επιδομάτων αυτών από τον έτερο εργαζόμενο σύζυγο), είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, που καθιερώνεται από το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, αφού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου, των οποίων ο σύζυγος δεν εργάζεται, λαμβάνουν, χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης ειδικής προϋποθέσεως, στο ακέραιο τα οικογενειακά επιδόματα, που αποτελούν μέρος της αμοιβής τους.
Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες διακρίσεις συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχειρίσεως των ομοίων (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος).
Η εξίσωση, με βάση την αρχή αυτή, γίνεται προς τα άνω (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001). Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
Συνακόλουθα, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του άνω Ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις, στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου 12 του Ν. 2470/1997.
Στη προκείμενη υπόθεση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών), το οποίο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητες, που προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και εργάζονται στο Υπουργείο Οικονομικών και ειδικότερα στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων από 11-1-1991, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, αμειβόμενες σύμφωνα με το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (Ν. 2470/1997), οι οποίες είναι έγγαμες και έχουν ανήλικα τέκνα, δικαιούνται τα οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων), δεν έσφαλε.
Ακολούθως δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδάφιο α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδάφιο α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδάφ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι επίδικες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, για την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων, αναγόμενες στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-7-2000, υπόκεινται σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη και ότι οι απαιτήσεις τους που γεννήθηκαν το έτος 1999 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, διότι η παραγραφή αυτών είχε ήδη διακοπεί στις 9-11-2001, με την κατάθεση αιτήσεως προς την αρμόδια αρχή για την καταβολή των επίδικων απαιτήσεων, έκτοτε δε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 30-12-2002, δεν παρήλθε διετία.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδάφ. α' του Ν. 2362/1995, γιατί υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και όχι από τον χρόνο της γενέσεώς τους.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα καθ' όσον αφορά την ως άνω ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της μερικής μόνο αποδοχής της αναιρέσεως (άρθρο 22 Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την υπ' αριθμ. 6938/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ