Legislator Case Law & Legislation
1120/2011 AI generated

1120/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1120/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1120/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσης απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, που υπάρχει όταν με την αναγκαστική εκτέλεση, που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, που είναι άξιο προστασίας από το νόμο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1120 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1120/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνστανέλλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚTΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3641/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 903/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2009 αίτησή της και τους από 7-1-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έβδομου από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικού λόγου του κύριου δικογράφου και τρίτου από το ίδιο άρθρο και αριθμό πρόσθετου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο.....αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, προκύπτει, ότι ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν η παραβίαση αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ., στην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο (Ολ.ΑΠ 5/2003, Ολ.ΑΠ 3/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από το άρθρο 560 αριθ. 3 (όχι και 1) ΚΠολΔ λόγους της αίτησης αναίρεσης και πρώτο από το ίδιο άρθρο και αριθ. πρόσθετο λόγο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί έφεσης αυτής, κατά της 3641/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αιτίαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση της που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με πρόσθετο λόγο έφεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχτηκε ότι το τελευταίο, δηλαδή το Ειρηνοδικείο, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της ένδικης ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Όμως η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης και επομένως οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσης απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, που υπάρχει όταν με την αναγκαστική εκτέλεση, που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, που είναι άξιο προστασίας από το νόμο.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί υπάρξεως ή μη αυτού ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ (Α.Π. 339/2010). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παρέχεται στον καθ' ου η εκτέλεση δικαίωμα αποζημιώσεως κατ εκείνου που την επέσπευσε, αν η ενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ.

Η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζεται στην περίπτωση αμετάκλητης ακυρώσεως όχι μόνον του συνόλου της πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και επί μέρους πράξεων, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών που συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές. Έτσι, αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή (Ολ ΑΠ 49/2005, Α.Π. 2207/2009).

Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας εκτέλεσης.

Συνεπώς, ο ανακόπτων δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς προσβολή πράξεως της εκτέλεσης ακόμη και αν υπό την απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στον επισπεύδοντα δανειστή το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, καθόσον και αν ακόμη δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο ανακόπτων έχει δικαίωμα αποζημίωσης, κατ άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1559/2009, 305/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης από το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης, παρότι προηγουμένως υπό την απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στην επισπεύδουσα αναιρεσείουσα ολόκληρο το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, καθόσον επί αμετάκλητης ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Α.Κ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον πρόσθετο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί ανυπαρξίας εννόμου συμφέροντος της ανακόπτουσας από τη μερική ακύρωση της εκτέλεσης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68 και 940 παρ.3 ΚΠολΔ και οι περί του αντιθέτου πέμπτος και έκτος από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγοι του κύριου δικογράφου και δεύτερος του δικογράφου πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμοι.

Η διάταξη του άρθρου 940 παρ 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από αυτή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ του αστικού κώδικα.

Από τη διάταξη αυτή και κατ' αντιδιαστολή προς τις διατάξεις των παρ 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όπου αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημίωσης παράλληλα με το δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για τις περιπτώσεις εξαφανίσεως της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης αντίστοιχα αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, συνάγεται ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ευθέως αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλονότι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως.

Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της αμετακλήτου ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσας αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση, που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθ" ου, αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παρ 3 σε σχέση με τις παρ 1 και 2 του άρθρου 940 ΚΠολΔ (Α.Π. 289/2000, Α.Π. 978/1997, πρβ.

Α.Π. 134/1999, Α.Π. 1325/1997 που έκριναν επί αμετάκλητης ακύρωσης της εκτέλεσης). Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι είναι νόμιμο το υποβληθέν με τις προτάσεις της εφεσίβλητης αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της αναγκαστικής εκτέλεσης κατάσταση και υποχρέωσε την εκκαλούσα-καθής η ανακοπή να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 3.033, 92 ευρώ, το οποίο εισέπραξε με βάση την ακυρωθείσα τελεσιδίκως επιταγή προς πληρωμή, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν πρόκειται για εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση δικαστικής αποφάσεως, κατά την οποία προβλέπεται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αλλά για μερική και μάλιστα όχι αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν προβλέπεται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ έβδομο του κυρίου δικογράφου και τρίτο του πρόσθετου δικογράφου αναιρετικούς λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ.903/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ