Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of traffic accident claim due to insufficient reasoning on joint liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Lamia Court of Appeal's decision, ordering a retrial in a newly constituted panel. The appellant argued the lower court failed to provide clear reasoning regarding the joint liability of the truck driver, specifically omitting details on lane position, reaction time, and vehicle dimensions. Consequently, the Court found the appellate judgment's justification inadequate and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; Art. 580 no. 3 KPolD: An appeal is admissible when the appellate judgment lacks clear reasoning on the issue of joint liability, rendering the review of substantive law application impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1120 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1120/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σανιδά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ2, 2) Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2002 αγωγή της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 1/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/ΕΓαΜ 15 και 24/2002/2003, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/5/2006 αίτησή του κοινοποιούμενης στον Τοπικό Ασφαλιστικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "Αλληλοασφαλιστικός συνεταιρισμός και Αλληλοασφαλιστικό Ταμείο των Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Δ.Χ. και μετόχων του ΚΤΕΛ Νομού Φωκίδας Συν. Πε.", που εδρεύει στην Άμφισσα Φωκίδας και εκπροσωπείται νόμιμα.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση .... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Άμφισσας ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα στην πρώτη και στον δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους. Οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι Χ2 και Χ1, δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-11-2001 και περί ώρα 14.05 ο εναγόμενος Χ1 οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας Χ2, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Allianz ΑΕΓΑ και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς ....
Κατά τον ίδιο χρόνο στο αντίθετο με αυτόν ρεύμα στην ίδια οδό εκινείτο ο ενάγων-εναγόμενος Ε1, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΔΧ λεωφορείο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στον εναγόμενο αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "Αλληλοασφαλιστικός Συνεταιρισμός και αλληλοασφαλιστικό Ταμείο των ιδιοκτητών αυτοκινήτων ΔΧ και μετόχων του ΚΤΕΛ Ν.
Φωκίδος ΣυνΠΕ", εκτελώντας κανονικό δρομολόγιο του ΚΤΕΛ από ..προς ... μεταφέροντας επιβάτες. Τα παραπάνω οχήματα διασταυρώθηκαν στην 1η χιλιομετρική θέση της εν λόγω επαρχιακής οδού σε σημείο όπου το ασφάλτινο οδόστρωμα διαχωρίζεται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων πορείας, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, πλάτους 2 μέτρων στην κατεύθυνση προς ...
και 2.30 μ. στην κατεύθυνση προς .... Παραπλεύρως του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., επί του οποίου έβαινε ο οδηγός του φορτηγού Χ1 υπάρχει τσιμεντένιο έρεισμα πλάτους 1 μέτρου, ενώ παραπλεύρως του ρεύματος πορείας του λεωφορείου, υπάρχει διαβρωμένη άσφαλτος 0,20 μέτρων και ακολούθως κρημνός βάθους 01,70 μ. και κτήμα με ελαιόδενδρα.
Στο σημείο εκείνο υπάρχει ανοικτή καμπύλη (στροφή), δεξιά κατά την πορεία του κατευθυνόμενου προς ...φορτηγού και αριστερή κατά την πορεία του λεωφορείου, ενώ το οδόστρωμα είναι κατηφορικό στην πορεία του λεωφορείου και ανηφορικό στην πορεία του φορτηγού. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 20 χιλιομ.
αφού στην πορεία του λεωφορείου υπάρχει πινακίδα Ρ-32 πριν την είσοδο στο παρακείμενο χωρίο, ενώ ίδια πινακίδα υπάρχει στην πορεία του φορτηγού πριν τη στροφή. Κατά τον άνω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχής, με συντελεστή τριβής 0,65, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και η ορατότητα περιορισμένη.
Όταν τα παραπάνω οχήματα διασταυρώθηκαν συγκρούσθηκαν πλαγιομετωπικά και ειδικότερα το λεωφορείο έπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του φορτηγού με μικρή γωνία προς τα αριστερά (αρχομένης της επαφής από την ένωση φτερού-πόρτας οδηγού) με αποτέλεσμα να υποστούν και τα δύο οχήματα υλικές ζημιές στα παραπάνω μέρη τους.
Το λεωφορείο μετά τη σύγκρουση εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά, ανετράπη και κατέπεσε με τη δεξιά του πλευρά στον παρακείμενο γκρεμό, έλαβε δε την τελική του θέση και ακινητοποιήθηκε στο κτήμα με τα ελαιόδενδρα, με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένες ζημιές και στη δεξιά του πλευρά σε όλο του το μήκος και να τραυματισθούν ελαφρά επτά επιβάτες.
Το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας βρίσκεται μέσα στο ρεύμα πορείας προς ..., ήτοι στο ρεύμα πορείας του φορτηγού, όπου ανευρέθησαν σπασμένα πλαστικά, στόκοι και χρώματα. Όπως δε χαρακτηριστικά καταθέτει κατά την προανάκριση η ..., επιβάτης του λεωφορείου, η οποία ως εκ της θέσεώς της στην εμπρόσθια αριστερή θέση, ακριβώς πίσω από τον οδηγό του λεωφορείου αντιλήφθηκε σαφώς τις συνθήκες της σύγκρουσης, το φορτηγό εκινείτο κανονικά στο ρεύμα του, ενώ το λεωφορείο εκινείτο στο μέσο της οδού λόγω της στενότητας του δρόμου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη την πινακίδα Ρ-32 που καθόριζε το ανώτατο όριο ταχύτητας στα 20 χιλιομ, τη στενότητα του οδοστρώματος, την ολισθηρότητά του λόγω της βροχής, την αριστερή σε σχέση με την πορεία του κατηφορική στροφή, την έλλειψη ορατότητας, αλλά αντίθετα κινούμενος με αυξημένη για τις παραπάνω συνθήκες ταχύτητα, άνω της επιτρεπομένης και συγκεκριμένα με 35 χιλιομ, την ώρα, όπως τούτο προέκυψε από τις ενδείξεις του ταχογράφου και με ογκώδες όχημα, μεταφέροντας πολλούς επιβάτες, κατά την είσοδό του στην αριστερή σε σχέση με την πορεία του στροφή, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας καταλαμβάνοντας τμήμα του οδοστρώματος, παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία του κινουμένου κανονικά στο ρεύμα αυτό φορτηγού και να προκληθεί το ατύχημα.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο οδηγός του λεωφορείου, καθόσον σε κάτι τέτοιο δεν συνηγορούν τα προαναφερόμενα υπολείμματα από πλαστικά και στόκους που τοποθετούνται στο ρεύμα πορείας προς ...
επιπλέον δε δεν αποδείχθηκε ότι τα ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 11,50 μ, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα και αρχίζουν από τη διπλή γραμμή ανήκουν στο φορτηγό, όπως επίσης αβάσιμα υποστηρίζει ο άνω εναγόμενος. Αντίθετα, όπως τονίζεται από τον συντάξαντα το σχεδιάγραμμα, τα παραπάνω ίχνη τροχοπέδησης είναι παλαιά αποτυπώματα, που δημιουργήθηκαν όταν χαράχθηκε η διαχωριστική γραμμή και ήταν φρεσκοβαμμένη.
Εξάλλου, και στην έκθεση αυτοψίας δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα του φορτηγού, λόγω ακριβώς της ελλείψεως ιχνών τροχοπεδήσεως στον τόπο του ατυχήματος. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο οδηγός του φορτηγού εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, δεδομένης και της ανωφέρειας, όταν δε αντιλήφθηκε το λεωφορείο, που παρενεβλήθη αιφνίδια στην πορεία του σε κοντινή απόσταση, αφού δεν υπήρχε ορατότητα λόγω της καμπύλης του δρόμου, δεν πρόλαβε να αντιδράσει με τροχοπέδηση, ούτε μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά διότι, όπως αναφέρθηκε, ανεξάρτητα από τη στενότητα του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, που ήταν 2 μέτρα, υπήρχε παραπλεύρως της ασφάλτου τσιμεντένιο κράσπεδο και πέραν αυτού υπερυψωμένος πέτρινος τοίχος.
Επομένως, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού στο ατύχημα δεν αποδείχθηκαν, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος συνετέλεσε με οποιαδήποτε αμελή ενέργεια ή παράλειψη στην πρόκλησή του, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν, κατά συνετή εκτίμηση των περιστάσεων να προβλέψει την αιφνίδια και αντικανονική παρεμβολή στην πορεία του, του λεωφορείου, ώστε να μπορέσει να αντιδράσει με την επίδειξη άκρας επιμέλειας και να αποφύγει τη σύγκρουση.
Κατά του οδηγού του λεωφορείου ασκήθηκε ποινική δίωξη για όλως ελαφρά σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή και παραπέμφθηκε ήδη στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, χωρίς να προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η περαιτέρω πορεία της υποθέσεως. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι σε κάθε περίπτωση λόγω του πλάτους του λεωφορείου, που είναι 2,50 μέτρα και της στενότητας του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, που στο σημείο της σύγκρουσης είναι ίδιο, δεν ήταν δυνατόν να μη καταλάβει τμήμα του οδοστρώματος του αντιθέτου ρεύματος πορείας, δεν αναιρεί την υπαιτιότητά του, αφού ως οδηγός του ΚΤΕΛ εκτελούσε τακτικά το παραπάνω δρομολόγιο, γνώριζε την στενότητα του συγκεκριμένου οδοστρώματος, και όφειλε λαμβανομένων υπόψη των προαναφερομένων συνθηκών (ολισθηρότητα οδοστρώματος, περιορισμένη ορατότητα, αριστερή σε σχέση με την πορεία του στροφή) να είναι περισσότερο προσεκτικός, και να κινείται με μικρή ταχύτητα, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου και να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ακόμη και να ακινητοποιήσει το όχημά του, αναμένοντας τη διέλευση του αντιθέτως κινουμένου αυτοκινήτου".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι για την πρόκληση του ατυχήματος είναι συνυπαίτιοι και οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της πρώτης και του δεύτερου αναιρεσίβλητου.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της έλλειψης συνυπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσίβλητου οδηγού του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, ώστε δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ.
β' και 914 ΑΚ. Συγκεκριμένα, δεν διευκρινίζει σε ποιό μέρος του ρεύματος πορείας του έβαινε το φορτηγό αυτοκίνητο, ήτοι στο δεξιό, στο μέσον ή στο αριστερό, ούτε το ακριβές σημείο του ρεύματος αυτού, στο οποίο, όπως δέχεται, έλαβε χώρα το ατύχημα, ήτοι σε πόση απόσταση από την διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή.
Επίσης δεν εξηγεί γιατί ο οδηγός του φορτηγού αιφνιδιάστηκε από την πορεία του λεωφορείου, αφού υπήρχε και στην πορεία του πινακίδα που καθόριζε το όριο ταχύτητας σε 20 χιλιόμετρα ανά ώρα, ακριβώς λόγω της κατάστασης της οδού και όφειλε να έχει τεταμένη την προσοχή του και μειωμένη ταχύτητα, ενόψει και της ολισθηρότητας της οδού και την οποία (ταχύτητα) δεν προσδιορίζει ούτε κατά προσέγγιση.
Επιπροσθέτως, δεν προσδιορίζει το πλάτος του οχήματός του και δεν εξηγεί γιατί δεν μπόρεσε να αντιδράσει, και να κινηθεί ακόμη δεξιότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως δέχεται, το πλάτος του ρεύματος πορείας του είναι 2 μ. και πέραν αυτού υπήρχε τσιμεντένιο φάσμα πλάτους 1 μ., ενώ το πλάτος του λεωφορείου είναι 2,50 μ.
και το πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας του 2,30 μ. κι επομένως ήταν αναπόφευκτη η είσοδός του στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Λαμίας, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 44/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Λαμίας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ