Legislator Case Law & Legislation
1120/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning regarding non-proposed facts and irrelevant post-termination events.

Case Number 1120/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision on damages for moral harm. The appellant argued the lower court failed to provide specific details on prior disputes and relied on events occurring after the employment contract was terminated. The court held that vague references to disputes did not constitute insufficient reasoning and that post-termination events could not influence the validity of the original claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the lower court's decision relies on facts not proven or events occurring after the termination of the relationship, as these do not affect the substantive judgment.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning moral harm damages post-termination events non-proposed facts appeal admissibility employment contract termination legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1120 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1120 /2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεβέντη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΒΟΥΡΟΥ - ΕΥΤΑΞΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 755/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7250/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης η έλλειψη ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμά της.

Ελλείψεις της απόφασης που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ΄ αυτές δεν θεμελιώνουν τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, εκτός αν το πόρισμα δεν είναι σαφές και είναι εντεύθεν αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή της.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Αντίθετα πράγματα δεν είναι το περιεχόμενο των αποδείξεων, το οποίο το δικαστήριο εκτιμά χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος με την πρώτη επικουρική βάση αυτής, ακυρότητα της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου γενόμενης κατά τον αναφερόμενο χρόνος, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, λόγω καταβολής ελλειπούς αποζημιώσεως, ζήτησε όπως και με τις λοιπές βάσεις της αγωγής, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση εξ 20.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη στην επαγγελματική του αξία και υπόληψη "με το να εκδιωχθεί από τους χώρους της εργασίας του παρά το άκυρο της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως και να του δηλωθεί αρμοδίως η απαγόρευση εισόδου του στους άνω χώρους όταν εκεί επί σειρά ετών ανάλωσε τις παραγωγικές του δυνάμεις και την επιστημονική του γνώση και εμπειρία για να υπηρετήσει το Ίδρυμα και να υπερασπίσει τα συμφέροντά του, προσφορά για την οποία τιμήθηκε αρμοδίως παλαιότερα".

Το Εφετείο που όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του έκαμε δεκτή την άνω επικουρική βάση της αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, δεχόμενο ανελέγκτως τα εξής: "Τέλος αποδείχθηκε ότι της ως άνω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως του ενάγοντα προηγήθηκαν προστριβές μεταξύ του ΔΣ του εναγομένου και του ενάγοντα ως προς τις επιλογές του τελευταίου για την ανάθεση εργολαβιών για τεχνικής φύσεως θέματα, στις οποίες δεν συμφωνούσε το εναγόμενο δια του Διοικητικού του Συμβουλίου.

Μάλιστα ο ενάγων αποδίδει την εν συνεχεία καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στην εχθρική απέναντί του στάση του Προέδρου του Δ.Σ. Ζ1, ο οποίος, όπως αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή του, επιζητούσε να τον απολύσει "για να κινείται πιο άνετα στην ανάθεση εκπονήσεως μελετών και εκτελέσεως έργων του εναγομένου".

Από τα παραπάνω και από το γεγονός ότι ο Ζ1 έχει ασκήσει κατά του ενάγοντα την από 11.4.2004 αγωγή του, με την οποία, θεωρώντας προσβλητικές και συκοφαντικές για το πρόσωπό του τις ως άνω φράσεις, ζητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, προκύπτει ότι το εναγόμενο προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα λόγω κλονισμού της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης, έτσι ώστε να δικαιολογείται και η απόφαση του Δ.Σ.

του εναγομένου κατά τη συνεδρίαση της 21.10.2003, να θέσει τον ενάγοντα σε υποχρεωτική άδεια επ΄ αόριστο και να μη γεννάται δικαίωμα αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διαλαμβάνοντας σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τους λόγους που επέβαλαν την καταγγελία από το αναιρεσίβλητο της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος - ανεξάρτητα αν ακύρως λόγω καταβολής ελλειπούς αποζημιώσεως και την απομάκρυνση του αναιρεσείοντος (θέση σε υποχρεωτική επ΄ αόριστον άδεια) από τον χώρο εργασίας του, από τις οποίες αιτιολογίες και του σαφούς εξ αυτών πορίσματος καθίστασται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής εν προκειμένω ή όχι των όρων και προϋποθέσεων των περί προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος διατάξεων του νόμου.

Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το άνω δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον αορίστως αναφέρονται οι προηγηθείσες της καταγγελίας προστριβές μεταξύ του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος σχετικά με την ανάθεση εργολαβιών, χωρίς να εξειδικεύει ούτε τις εργολαβίες στις οποίες αναφέρεται, ούτε στη φύση, έκταση και τρόπο προβολής των διαφωνιών του αναιρεσείοντος, περαιτέρω δε επιστηρίζει την ασαφή αιτιολογία του σε περιστατικά μεταγενέστερα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του τελευταίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Στέφανου Γαβρά, ο άνω λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος, διότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το αίτημα του αναιρεσείοντος για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα, το Εφετείο αορίστως αναφέρεται σε προηγηθείσες της καταγγελίες προστριβές μεταξύ του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντα, σχετικά με τις επιλογές του τελευταίου για την ανάθεση εργασιών, για τεχνικής φύσεως θέματα, χωρίς να εξειδικεύει ούτε τις εργολαβίες αυτές, ούτε το είδος και τον τρόπο προβολής των διαφωνιών, ούτε αν αυτές ήταν δικαιολογημένες ή ασύμφορες για το αναιρεσίβλητο και για ποιό λόγο.

Πέραν αυτών, το Εφετείο, στήριξε την κρίση του για τον κλονισμό, όπως δέχθηκε της εμπιστοσύνης του αναιρεσιβλήτου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και σε περιστατικά μεταγενέστερα της καταγγελίας (τα οποία, ως εκ τούτου, δεν είναι εξ εκείνων που θα μπορούσαν να ασκήσουν ουσιώδη επίδραση στην άσκησή της) και συγκεκριμένα στην έγερση μετά απ΄ αυτήν αγωγής από τον Πρόεδρο του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος.

Συνεπεία των ελλείψεων αυτών καθίσταται, κατά την ίδια γνώμη, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής ή μη των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του νόμου περί προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος και εντεύθεν περί του δικαιώματος αυτού να ζητήσει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι ότι προκειμένου να απορρίψει το αίτημα του αναιρεσείοντος για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως εισήλθε και ερεύνησε στοιχεία που συγκροτούσαν την β΄ επικουρική βάση της αγωγής (καταχρηστικότητα της καταγγελίας), η οποία μετά την παραδοχή της α΄ επικουρικής βάσης, δεν ερευνήθηκε και θεωρείται ως ανύπαρκτη, εντεύθεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και τούτο γιατί υπό την επίκληση της εκ της άνω διάταξης πλημμέλειας πλήττεται η περί πραγματικών περιστατικών αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.12.2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της 7250/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 22 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ