Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding mandatory pre-trial procedures in compensation cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision on compensation for compulsory expropriation. The appellants argued for higher compensation values, but the Court found their counterclaim inadmissible due to a lack of mandatory pre-trial proceedings. Consequently, the Court ruled that the appeal was procedurally flawed and rejected all grounds for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 19(4) and 20(2) of Law 2882/2001; If a counterclaim is rejected as inadmissible due to lack of pre-trial proceedings, the main appeal is also inadmissible for the same procedural defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1120 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1120/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στην Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Τατσόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1 Φεβρουαρίου 2000 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2615/20000 μη οριστική και 52/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και μετά από άσκηση αναίρεσης η 635/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 52/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 2905/2004 οριστική απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν απ' αυτή ακυρώνεται εφόσον στηρίζεται στη παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ.1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1-2-1971 και εφεξής μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, η οποία, κατά το άρθρο δεύτερο του ιδίου, άρχισε την 6-5-2001, εφαρμόζονται στις σχετικές δίκες καθορισμού της αποζημιώσεως οι ουσιαστικές διατάξεις του ν.δ. 797/1971 και οι δικονομικές διατάξεις του άνω νόμου, εφόσον κατά την έναρξη της ισχύος του έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ.2, 4, 5 και 6 του ίδιου ως άνω νόμου, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Εάν η απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 (παρ.2). Εάν η προθεσμία για την άσκηση αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίσθηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση (παρ.4).
Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται, δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης (παρ.5).
Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι η αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί και μετά την πάροδο των προθεσμιών της παρ.2 του άρθρου 20 του άνω νόμου, με την προϋπόθεση ότι αφορά το αντικείμενο της απαλλοτριώσεως που έχει εισαχθεί με εμπρόθεσμη και παραδεκτή αίτηση στο εφετείο, δηλαδή αναφέρεται στα ίδια ακριβώς κεφάλαια με την κύρια αίτηση, γιατί διαφορετικά θα ήταν απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας.
Κατά συνέπεια η παραπάνω ανταίτηση δεν έχει τον χαρακτήρα της με το άρθρο 268 ΚΠολΔ, ρυθμιζόμενης ανταγωγής με την οποία εισάγεται ιδιαίτερο και ενδεχομένως διαφορετικό από εκείνο της αγωγής αντικείμενο δίκης προς δικαστική διάγνωση και θεμελιώνεται νέα έννομη σχέση δίκης η οποία απλώς συνεκδικάζεται υποχρεωτικά με την δίκη επί της αγωγής, αλλά συνδέεται δικονομικά με την κύρια αίτηση με σχέση παρεπομένου προς κύριο και ακολουθεί και τύχη της τελευταίας.
Επομένως αν η αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη θα απορριφθεί για τον ίδιο λόγο και η ανταίτηση. Εξάλλου οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν παραβίαση ευθεία ή εκ πλαγίου, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών διατάξεων, ο δε εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προταθέντων πραγμάτων, αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη αυτοτελών ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής ή άλλης αίτησης ή το αίτημα ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι σε μη λήψη υπόψη αναγκαίων για την προδικασία πιστοποιητικών ή άλλων εγγράφων.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δικάζον μετ' αναίρεση επί της από 1-2-2000 αίτησης του αναιρεσίβλητου Ελλ. Δημοσίου και της ασκηθείσας με τις προτάσεις αίτησης των αναιρεσειόντων για τον οριστικό καθορισμό αποζημιώσεως των αναφερόμενων σ' αυτές ακινήτων δέχθηκε σε σχέση με την τελευταία τα εξής με την προσβαλλόμενη απόφασή του:
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.2,3 και 6 του ΝΔ 797/1971, εάν ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως αίτηση περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με ποινή απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως, αντίθετη αίτηση, η οποία θα αναφέρεται στα ίδια με την αίτηση κεφάλαια και στα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με αυτήν ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημιώσεως.
Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως, η αποζημίωση που προσδιορίσθηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που αμέλησε. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι α) η ασκούμενη με τις προτάσεις αντίθετη αίτηση συνδέεται δικονομικά με την αίτηση με σχέση παρεπομένου προς κύριο και ακολουθεί την τύχη του κυρίου, δηλαδή της αιτήσεως, β) ότι η άσκηση αιτήσεως χωρίς την τήρηση της νόμιμης προδικασίας ή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας αποδυναμώνει ως προς τους διαδίκους το αγώγιμο της επίδικης αιτήσεως και επιφέρει ως προς αυτούς την οριστικοποίηση της αποζημιώσεως που προσδιορίσθηκε προσωρινά, κατά την διάταξη του άρθρου 6 του ως άνω ΝΔ, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η κατ' ουσία εκδίκαση της ανταιτήσεως, που ασκήθηκε με τις προτάσεις μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 19 παρ.2, χωρίς δηλαδή την τήρηση της απαιτούμενης προδικασίας ή την άσκηση εμπρόθεσμης κύριας αιτήσεως για καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως.
Επομένως, εάν η αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή εκπρόθεσμη ή μη νόμιμη, θα απορριφθεί για τον ίδιο λόγο και η ανταίτηση που ασκήθηκε με τις προτάσεις.
Εν προκειμένω, οι καθ'ων η αίτηση .... και ..... με τις προτάσεις, που κατέθεσαν πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως, άσκησαν ανταίτηση, με την οποία ζήτησαν να καθορισθεί η αποζημίωση για τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους σε τιμές μεγαλύτερες από αυτές που καθορίσθηκαν προσωρινά. Η συνεκδικαζόμενη με την αίτηση, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, ανταίτηση ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 19 παρ.4 του ΝΔ 797/1971, πλην όμως, μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης για έλλειψη προδικασίας της κύριας αιτήσεως, με την οποία συνδέεται δικονομικά με σχέση παρεπομένου προς κύριο και ακολουθεί την τύχη εκείνης, πρέπει να απορριφθεί για τον ίδιο λόγο.
Ενόψει των παραδοχών αυτών του Εφετείου, δηλαδή της δια δικονομικούς λόγους, βάσει των αναφερομένων διατάξεων του άρθρου 19 του ν.δ. 797/1971 που είναι όμοιες με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 20 του ν.2882/2001, οι οποίες και ήσαν εν προκειμένου εφαρμοστέες ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο, απόρριψης της ανταίτησης των αναιρεσειόντων, όλοι οι λόγοι (τρείς) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αυτών, κατά το μέρος τους που προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης των άρθρων 15, 16 και 19 παρ.4 και 6 του ν.δ. 797/1971, 17 παρ.2 του Συντάγματος 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ.1 του Πρ.Πρ.Πρ. της ΕΣΔΑ και 17 παρ.3 και 20 παρ.5 του ν.2882/2001, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος της άνω αίτησης και κατά το μέρος που δι' αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή δεν έλαβε υπόψη ότι προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες τα πιστοποιητικά προδικασίας για το παραδεκτό της αίτησης του αναιρεσιβλήτου Ελλ. Δημοσίου.
Τέλος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που δι' αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφση η εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολ πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της ανταίτησης των αναιρεσειόντων είναι, ενόψει των ανωτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελλ. Δημοσίου δεν επιδικάζονται επειδή δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2005 αίτηση του .... κλπ για αναίρεσης της 2905/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ