Legislator Case Law & Legislation
111/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as arguments are merely appellate clarifications, not new grounds under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 111/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Stamp Group against the Third Instance Court's decision upholding a claim for contract dissolution. The appellants argued that the defendants had knowledge of the company's financial distress and intent to harm the creditor, but the court ruled these facts were merely evidentiary clarifications of the lower court's findings rather than new grounds for appeal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it did not meet the strict requirements of Article 559 of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564 of the Civil Procedure Code; An appeal argument based on facts already established by the lower court constitutes a mere clarification of the appellate court's reasoning and does not qualify as a new ground for appeal under Article 559.

Keywords

AI generated
Article 559 Civil Procedure Code admissibility of appeal new grounds for appeal clarification of reasoning contract dissolution corporate knowledge dissolution for creditor harm

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 111 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 111/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Μαργαρίτα Νικάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "STAMPA GROUP ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΨΕΥΔΟΡΟΦΩΝ, ΧΩΡΙΣΜΑΤΩΝ, ΦΩΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "STAMPA GROUP ΑΕ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΤΑΜΠΑ ΠΡΟΦΑΛΟΥΜΙΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΜΠΑ ΕΓΙΕ", 2) Χ. Λ. του Α. , 3) Κ. Λ. του Α. , 4) Θ. Λ. του Α. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αφροδίτη Μπενέκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 952/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6084/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/3/2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 6084/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 952/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί την από 2-9-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε την ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της σ' αυτή αναφερόμενης δικαιοπραξίας, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής και δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική της βάση και απήγγειλε τη διάρρηξη της αναφερόμενης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής (ΑΠ 1300/2019), πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, ενώ αδιάφορο είναι αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 112/2025, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014), και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών (δηλαδή ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη χωρίς να αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 112/2025, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 928/2014).

Η γνώση αυτή τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 112/2025, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 112/2025, ΑΠ 1559/2024, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 158/2023).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, β) επίκληση πρόθεσης βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσης της εν λόγω πρόθεσης από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 51/2022).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 677/2025, ΑΠ 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020).

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 112/2025). Στο πλαίσιο αυτό, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσεώς της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 1559/2024, ΑΠ 158/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η ίδια ως καθολική διάδοχος αυτής λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, κατήρτισε εγγράφως, στην Αθήνα, με την εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρία με την επωνυμία "ΣΤΑΜΠΑ ΠΡΟΦΑΛΟΥΜΙΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΜΠΑ ΕΠΕ", ως πρωτοφειλέτρια, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία, την υπ' αριθ. ....1998 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την πρόσθετη αυτής και την αυξητική του ορίου τούτης σύμβαση αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων ανοίχθηκε πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ, την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν μέχρι του ποσού των 880.410,86 ευρώ οι Α.

Λ. του Κ. και Χ. συζ. Α. Λ. Ότι η πιστούχος εταιρία έκανε χρήση της άνω πιστώσεως, από την οποία προέκυψε χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο, κατά το κλείσιμο του τηρούμενου για την εξυπηρέτηση αυτής λογαριασμού την 11.4.2012, ποσού 331.668,05 ευρώ, όπως προκύπτει από τις ενσωματωμένες στο αγωγικό δικόγραφο σχετικές καρτέλες αποσπασμάτων κίνησης του λογαριασμού αυτού από 3.1.2011 μέχρι 11.4.2012, πλέον συμβατικών τόκων από 1.7.2011 έως το κλείσιμο, ποσού 3.066,51 ευρώ και συνολικώς 334.734,56 ευρώ, το οποίο η πρώτη εναγομένη, ως πιστούχος, αναγνώρισε ρητά, στις 3.1.2011.

Ότι, επιπλέον, αυτή (ενάγουσα), κατά τα ειδικώς αγωγικώς ιστορούμενα, δυνάμει της με αριθ. ....2009 συμβάσεως δανείου, χορήγησε στην εναγομένη εταιρία στις 27.4.2009 δάνειο ποσού 350.000 ευρώ, για κάλυψη αναγκών της σε κεφάλαιο κίνησης, με εγγύηση σε ποσοστό 80% του "Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων Α.Ε." (ΤΕΜΠΜΕ), η εξόφληση του οποίου έπρεπε να γίνει, κατά τους όρους της σύμβασης, σε έξι εξαμηνιαίες δόσεις, πλην όμως η πρώτη εναγομένη δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα την 4.1.2012 η ενάγουσα να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου και να καταστεί απαιτητό το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, ανερχόμενο σε 184.051,48 ευρώ, όπως αυτό γνωστοποιήθηκε στην πιστούχο εταιρία με την από 4.1.2012 επιστολή, με την οποία την κάλεσε σε εξόφληση της οφειλής της.

Ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της πρώτης εναγομένης εταιρίας προς αυτήν ανέρχεται στο ποσό των 518.786,04 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας. Ότι η εναγομένη εταιρία την 12.10.2010, καθ' ον χρόνο οι οφειλές της ανήρχοντο στο ποσό των 366.712,91 ευρώ από την πρώτη σύμβαση και στο ποσό των 175.000 ευρώ περίπου από τη δεύτερη σύμβαση, επί πλέον δε αυτή είχε δυσμενή περιουσιακά στοιχεία (ζημίες στον ισολογισμό της, χρέη σε τράπεζες κλπ), με σκοπό να ματαιώσει την εναντίον της αναγκαστική εκτέλεση, πριν μεν την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης και της δανειακής σύμβασης και το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων της Τράπεζας, σε κάθε όμως περίπτωση σε χρόνο κατά τον οποίο είχαν συντελεστεί τα παραγωγικά των οικείων απαιτήσεών της περιστατικά, κι ενώ (η εναγομένη) γνώριζε τις συναφείς χρηματικές αξιώσεις της, μεταβίβασε δια του νομίμου εκπροσώπου της, στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, με το με αριθ. .../2010 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ.

Α. , που έχει νομίμως μεταγραφεί, κατά πλήρη κυριότητα, τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του αναλυτικώς περιγραφομένου ακινήτου της, ήτοι ενός οικοπέδου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αιγάλεω και στη βιομηχανική περιοχή του ιδίου Δήμου, στη θέση "Άγιος Σάββας" ή "Φράγκαινα" επί της ..., εκτάσεως 1.050,45 τετρ. μέτρων, στο οποίο υπάρχει ισόγειο με υπόγειο οικοδομή, που περιλαμβάνει βιοτεχνικούς και αποθηκευτικούς χώρους, επιφανείας κάθε ορόφου 400 τετρ.

μέτρων, αντί του τιμήματος των 210.000 ευρώ, για το οποίο η εμφανής καταβολή ήταν 105.000 ευρώ και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 48 άτοκες μηνιαίες δόσεις, ενώ η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανερχόταν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης σε 414.233,10 ευρώ και η πραγματική εμπορική αξία του σε 920.000 ευρώ. Ότι η προαναφερθείσα μεταβίβαση, για τους ειδικώς αναπτυσσόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο λόγους, συνιστάμενους στις στενές συγγενικές σχέσεις των συμβαλλομένων φυσικών προσώπων (οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων είναι τέκνα των ως άνω εγγυητών και ο τέταρτος γαμβρός), στο σχεδόν μηδαμινό τίμημα (το ήμισυ της αντικειμενικής αξίας), στον ανορθόδοξο τρόπο καταβολής του ημίσεος εκ του φερομένου ως συμφωνηθέντος άνω τιμήματος σε 48 μηνιαίες άτοκες δόσεις, το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε, στο γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη εξακολουθεί και μετά τη φερόμενη μεταβίβαση να χρησιμοποιεί το ακίνητο αυτό ως έδρα της επιχείρησής της, στο γεγονός ότι την πωλήτρια άνω εταιρία εκπροσωπούσε ο Α.

Λ. , πατέρας των δύο πρώτων αγοραστών, ο δε εκ των αγοραστών Κ. Λ. ήταν ιδρυτικό μέλος αυτής, αλλά και στην κακή οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, είναι απόλυτα εικονική και άκυρη, αφού εν γνώσει όλων των συμβαλλόμενων δεν καταρτίσθηκε στα σοβαρά, αλλά φαινομενικά, κατ' επίφαση και χωρίς να υπάρχει στους δικαιοπρακτούντες συναλλακτική πρόθεση μεταβίβασης του αντιστοίχου εμπραγμάτου δικαιώματος, παρά μόνο η θέληση να δημιουργηθεί στους τρίτους η εντύπωση πως μεταβιβάστηκαν τα αντίστοιχα ποσοστά συγκυριότητας επί του ακινήτου, ώστε αυτά να εκφύγουν της υπέγγυας στους δανειστές της μεταβιβάσασας περιουσίας.

Ότι, επικουρικά, η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα, ενώ γνώριζε πως ο σχετικώς τηρούμενος αλληλόχρεος λογαριασμός εμφάνιζε σταθερά χρεωστικά υπόλοιπα εις βάρος της, ως πρωτοφειλέτριας, και ότι η συναφθείσα έτερη σύμβαση δανείου εμφάνιζε κατά τον παραπάνω χρόνο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της 175.000 ευρώ περίπου, πως η ίδια είχε κακή οικονομική κατάσταση, ήτοι αρνητικά αποτελέσματα της χρήσης 2009 ύψους 810.000 ευρώ (ζημίες χρήσης, αποσβέσεις εξόδων εγκατάστασης μη γενόμενες, επισφαλείς απαιτήσεις πελατών και επιταγών κλπ.), φορολογικές διαφορές κατά τον έλεγχο των χρήσεων 2007, 2008 και 2009 που ήταν ανέλεγκτες, μειωμένο κατά ποσοστό 33% κύκλο εργασιών, οφειλές από δάνεια σε τράπεζες συνολικού ύψους 4.008.716 ευρώ, εκ των οποίων μέρος 2.919.416 ευρώ αφορούσε σε βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και αδυναμία οικονομικής ρευστότητας, εν τούτοις, με σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης των ανωτέρω απαιτήσεων αυτής (της ενάγουσας), προέβη στην προαναφερθείσα μεταβίβαση του μοναδικού ελεύθερου βαρών περιουσιακού της στοιχείου, προκειμένου να το προστατεύσει από ενδεχόμενη αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεων.

Ότι με τη μεταβίβαση του μοναδικού γνωστού ανωτέρω περιουσιακού της στοιχείου, ήθελε να περιέλθει και πράγματι περιήλθε σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην υπάρχει εμφανής και ελεύθερη βαρών περιουσία στο όνομά της. Ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, λόγω της προαναφερθείσας συγγενικής τους σχέσης με τον εκ των εγγυητών Α.

Λ. , ο δε Κ. Λ. και ως ιδρυτικό μέλος της πρώτης, είχαν πλήρη γνώση των άνω απαιτήσεων της Τράπεζας και του καταδολιευτικού σκοπού της αντισυμβαλλομένης τους - πρώτης εναγομένης, ενήργησαν δε εν γνώσει προς βλάβη αυτής και συνέπραξαν στην προκειμένη δικαιοπραξία προκειμένου να ματαιωθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεών της, ενόψει του ότι τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία της πρώτης εναγομένης δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία ζήτησε κυρίως μεν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της ένδικης σύμβασης πωλήσεως, άλλως δε να διαρρηχθεί υπέρ αυτής ως καταδολιευτική η μεταβίβαση του ακινήτου, η εμπορική αξία του οποίου ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 414.233,10 ευρώ, κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και ως προς τις δύο (κύρια και επικουρικώς σωρευόμενη) βάσεις της και ακολούθως δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε την ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας. Ασκηθείσας εφέσεως από τους εναγομένους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ορισμένη την αγωγή διάρρηξης, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης, και ακολούθως, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής και δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική της βάση, απαγγέλλοντας υπέρ της ενάγουσας στο σύνολό της τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, ενώ η ένδικη αγωγή κατά την επικουρικώς σωρευόμενη βάση της διάρρηξης ήταν αόριστη, επειδή δεν προσδιοριζόταν σ' αυτήν με ακρίβεια η εμπορική αξία του πωληθέντος ποσοστού 2/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ούτε η ενάγουσα ποιείτο μνεία του στοιχείου της θετικής γνώσης των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εξ αυτών, και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της ως προς βάση της αυτή, το Εφετείο κρίνοντάς την ορισμένη και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν τον απορριφθέντα και πρωτοδίκως σχετικό ισχυρισμό τους, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της πιο πάνω αγωγής της αναιρεσίβλητης, η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της διάρρηξης με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι αρκούντως ορισμένη, διότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία και ειδικότερα:

α) ο επαρκής, κατά το ποσό και τα παραγωγικά αίτια, προσδιορισμός της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων, γεγενημένης κατά τον χρόνο επιχείρησης των απαλλοτριώσεων, β) η περιγραφή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με προσδιορισμό της αξίας αυτού, γ) η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης - οφειλέτριας πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, δ) η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας της οφειλέτριας προς ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης δανείστριας, που συνέτρεχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής και ε) η γνώση των λοιπών εναγομένων, ότι η μεταβιβάσασα προς αυτούς τα άνω ποσοστά επί του ακινήτου, λόγω πώλησης, οφειλέτρια απαλλοτριώνει προς βλάβη της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, η αναφορά στην αγωγή της αξίας του απαλλοτριωθέντος γίνεται με τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού διαλαμβάνεται σ' αυτή, ότι "η εμπορική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 414.233,10 ευρώ, κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό", είναι δε ορισμένη η αγωγή, όταν με το δικόγραφό της προσδιορίζεται η κατά την άσκηση αυτής αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ακόμη και όταν ο προσδιορισμός αυτός στηρίζεται επί του αντικειμενικού συστήματος εξευρέσεως αξιών, αφού με αυτόν τον προσδιορισμό υιοθετείται από τον ενάγοντα ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ταυτίζεται προς την κατ' αντικειμενικό προσδιορισμό αντίστοιχη (ΑΠ 158/2023), ενώ περαιτέρω καθίσταται προφανές από το όλο περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου ότι η αναγραφόμενη άνω αξία αντιστοιχεί στην αξία "του μεταβιβασθέντος", ήτοι στα 2/3 της κυριότητας επί του ακινήτου.

Περαιτέρω, στην αγωγή γίνεται σαφής μνεία και του στοιχείου της θετικής γνώσης από τους τρίτους - λοιπούς εναγομένους, της πρόθεσης βλάβης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους της οφειλέτριας - πρώτης εναγομένης, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ορισμένη την ως άνω αγωγή κατά την επικουρική βάση, δηλαδή ως αγωγή διάρρηξης και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης, δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης ως προς την βάση αυτή, και, συνεπώς, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής, να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση, συνάγεται ότι με αυτήν εισάγεται εξαίρεση από τον κανόνα της απαγόρευσης άσκησης αγωγής υπό αίρεση και αναγνωρίζεται η επικουρική θεμελίωση της αγωγής σε άλλη ή άλλες βάσεις του ίδιου επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος, ακόμη και όταν η επικουρικώς ασκούμενη αγωγή είναι αντιφατική προς την κυρίως ασκούμενη, η εξέταση όμως της επικουρικής εξαρτάται από την αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης (ΑΠ 677/2025, ΑΠ 191/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή δεν είναι απαράδεκτη ως αντιφατική, γιατί οι περισσότερες βάσεις της (αναγνώριση ακυρότητας λόγω εικονικότητας και διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής) σωρεύονται κατά δικονομική επικουρικότητα κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς, η εξέταση της επικουρικής βάσης αυτής, για διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, εξαρτάται από την αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αναγνώρισης ακυρότητας λόγω εικονικότητας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο κρίνοντας όμοια, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αντιφατικότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, και, συνεπώς, ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 53/2025, ΑΠ 762/2025, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1284/2023).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 841/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και επανέφεραν στο Εφετείο με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, ότι οι τρίτος και τέταρτος εξ αυτών, Κ.

και Θ. Λ., δεν υπήρξαν ποτέ μέτοχοι της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και δεν έχουν συμφέρον εξ αυτής, ούτε και γνώση περί των εταιρικών πραγμάτων, ενώ μέτοχος της εναγομένης και δη κατά ποσοστό 16% είναι μόνο ο δεύτερος αναιρεσείων, Χ. Λ., οι δε δεύτερος και τρίτος διετέλεσαν κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα απλά και μόνο μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης, στο οποίο συμμετείχαν τυπικά για τη συμπλήρωση και μόνο του προβλεπομένου αριθμού μελών, χωρίς εξουσία εκπροσωπήσεως και χωρίς γνώση των εταιρικών πραγμάτων και ότι συνεπώς δεν συνέτρεχε στα πρόσωπά τους το απαιτούμενο για τη διάρρηξη στοιχείο της θετικής γνώσης τους, ως τρίτων αποκτησάντων το ένδικο ακίνητο, της καταδολιευτικής πρόθεσης της οφειλέτριας - πρώτης αναιρεσείουσας.

Ο υπό κρίση λόγος, κατά το σκέλος αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες, έστω και αν προτάθηκαν με λόγο έφεσης, δεν αποτελούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, και δεν θεμελιώνουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ως προς το απαιτούμενο για τη διάρρηξη στοιχείο της θετικής γνώσης των δευτέρου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, ως τρίτων αποκτησάντων το ένδικο ακίνητο, της καταδολιευτικής πρόθεσης της οφειλέτριας- πρώτης αναιρεσείουσας με σκοπό βλάβης της εναγομένης δανείστριάς της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του στοιχεία που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα με το δικόγραφο της αγωγής, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του ότι οι εν λόγω εναγόμενοι γνώριζαν τον καταδολιευτικό σκοπό της πρώτης εναγομένης, καθόσον πρόκειται περί εντελώς οικογενειακής επιχειρήσεως, την οποία ίδρυσε ο πατέρας του δεύτερου και τρίτου εξ αυτών Α.

Λ., ο οποίος είναι εξάδελφος με τον τέταρτο εναγόμενο, μέτοχοί της από της συστάσεώς την 30-6-2003 μέχρι σήμερα είναι οι Α. Λ. με ποσοστό 52%, η Χ. Λ. συζ. Α. (ήτοι η μητέρα του δευτέρου και του τρίτου των εναγομένων) με ποσοστό 16%, η Μ. Λ. (αδελφή των τελευταίων) με ποσοστό 16% και ο δεύτερος εναγόμενος Χ. Λ. με ποσοστό 16%, ότι στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας συμμετείχαν, εκτός του Α.

Λ., ο οποίος είχε ορισθεί πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, η Χ. Λ. και ο τρίτος εναγόμενος Κ. Λ., ότι από τις 28-2-2011 και αφού αποχώρησαν από το διοικητικό συμβούλιο οι γονείς Κ. Λ. και Χ. Λ., μέλη αυτού ορίσθηκαν oι δύο εναγόμενοι Χ. και Κ. Λ. και η αδελφή τους Μ. Λ., η οποία είναι πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνουσα σύμβουλος, ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος εναγόμενοι εργάζονταν και εξακολουθούν να εργάζονται αδιαλείπτως στην επιχείρηση, η οποία αποτελεί και το βασικό και μοναδικό επαγγελματικό τους στοιχείο, από το οποίο βιοπορίζονται άπαντες, με αποτέλεσμα να έχουν δικαιολογημένο άμεσο ενδιαφέρον για τις εταιρικές υποθέσεις και την πορεία της επιχείρησης και δυνατότητα γνώσης όλων των υποθέσεών της και ότι, ενόψει των ως άνω πολύ στενών συγγενικών, εταιρικών και επαγγελματικών δεσμών των τριών εναγομένων γνώριζαν αυτοί, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, την κακή οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, την ύπαρξη των οφειλών της προς την ενάγουσα και την πρόθεσή της με την απαλλοτρίωση να βλάψει την ενάγουσα- δανείστρια.

Ο υπό κρίση λόγος, κατά το σκέλος αυτό, είναι απαράδεκτος, αφού τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, αλλά επιχειρήματα του Εφετείου και διευκρινιστικά απλώς περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις, για τον αγωγικό ισχυρισμό της θετικής γνώσης των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων ότι η οφειλέτρια απαλλοτριώνει προς βλάβη της δανείστριάς της αναιρεσίβλητης, έστω και αν δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, αφού με αυτά δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της επίδικης αγωγής διάρρηξης, και δεν θεμελιώνουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.3.2024 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 6084/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ