Supreme Court dismisses appeal against tax authority's land ownership claim, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding the ownership of forest lands. The State argued that the lower court improperly assigned evidentiary weight to documents without comparing them to the State's own submissions. The court rejected this, ruling that the lower court correctly interpreted the law and that the State's prior actions did not constitute valid interruptions of the plaintiffs' co-ownership rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 438, 439, 440 of the Code of Civil Procedure; Article 4 § 1 item b of Law 3127/2003: The appellate court's review of evidence and application of the law regarding co-ownership interruptions must be clear and sufficient for the appeal to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 111 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 111/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και προσωρινά διαμένοντος στο Χολαργό Αττικής, 2) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παϊταζόγλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13896/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 05.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 95/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 11.04.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 13896/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 08.02.2013 αγωγή από το άρθρο 6 § 2 του ν. 2664/1998 των αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ., 1 § 1Β α.α. 4 της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 17698/19.03.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Αναπτύξεως και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μεταναστεύσεως και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων (Φ.Ε.Κ.
Β' 1076), 1 § 1Β α.α. 4 της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 18877/26.03.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών (Φ.Ε.Κ. Β' 1194), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11.03.2020 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID - 19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του", που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020, και 83 § 1α του ν. 4790/2021).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ιδίου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε, ως άρθρο 57, στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§ 1, 2, 3 του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας". Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων 3§§1, 2 και 3 του ν. 998/1979 "1.
Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).", "2.
Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά." και "3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών.
Οι εκτάσεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις.". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασόβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλαστήσεως, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (Α.Ε.Δ. 27/1999).
Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Περαιτέρω, στην παράγραφο 6 και στο στοιχείο ζ' του άρθρου 3 του αυτού, ως άνω, νόμου (ν. 998/1979) ορίζεται ότι: "6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου:
α) .... β) .... γ) ...., δ) ...., ε) ...., στ) .... ζ) Οι περιοχές για τις οποίες υφίστανται εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών, τα όρια των οποίων έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 21.11/1.12.1979 (Δ' 693), 2.3/13.3.1981 (Δ' 138) ή 24.4/3.5.1985 (Δ' 181) ή βρίσκονται εντός ορίων εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων και όπως τα όρια αυτά έχουν εφαρμοσθεί στο έδαφος ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του ν. 947/1979 ή αποτελούν εκτάσεις Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, που οργανώθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4458/1965, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 742/1977, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2545/1997 και όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 (Α' 143) για τις οποίες έχει εγκριθεί η οριοθέτηση ή το ρυμοτομικό τους σχέδιο ή είναι περιοχές βιομηχανικών - βιοτεχνικών εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται σε ζώνες οικιστικού ελέγχου του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 (Α' 33), ως προς τα ακίνητα επί των οποίων έχουν εγκατασταθεί επιχειρήσεις, κατόπιν ισχυουσών αδειών ή άλλων διοικητικών πράξεων που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας ή βεβαιώσεων ή άλλων εγγράφων πληροφοριακού χαρακτήρα του αρμοδίου Δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών ότι δεν εμπίπτουν σε δάσος ή δασική έκταση.
η) ....". Έτι περαιτέρω, όπως έχει παγίως κριθεί, η εκ του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 επιβαλλομένη προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων έχει την έννοια της προστασίας τους ως δασικών οικοσυστημάτων. Αποκλείεται, συνεπώς, καταρχήν, η ένταξη δασικού οικοσυστήματος σε οικιστική περιοχή, έστω και αν η ένταξη γίνεται υπό τη μορφή δημιουργίας κοινοχρήστων χώρων που διατηρούν τον δασικό τους χαρακτήρα (Σ.τ.Ε. 838/2014, Σ.τ.Ε. 3562/2008, Σ.τ.Ε. 1589/1999, Σ.τ.Ε.
Π.Ε. 58/2009, Σ.τ.Ε. Π.Ε. 131/2007, Σ.τ.Ε. 246/2000). Τα τμήματα δασών και δασικών εκτάσεων, τα οποία γειτνιάζουν με οικισμούς, όταν κατ' εξαίρεση εντάσσονται στο σχέδιο, χάριν της ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού, διατηρούν υποχρεωτικά αναλλοίωτο τον δασικό τους χαρακτήρα, απαγορεύεται δε ως προς αυτούς κάθε άλλη χρήση, πλην της κατά προορισμό χρήσεως των δασών, ενώ εφαρμόζονται ως προς αυτά οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (Σ.τ.Ε. 487/2007, Σ.τ.Ε. 3745/2004).
Επίσης, κατά την διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 998/1979, η επιβαλλομένη από το άρθρο 117 § 3 του Συντάγματος υποχρέωση κηρύξεως ως αναδασωτέας καταστραφείσης δασικής εκτάσεως υφίσταται και για καταστραφέντα ή αποψιλωθέντα δάση και δασικές εκτάσεις ανεξαρτήτως του χρόνου καταστροφής ή αποψιλώσεώς τους, εφόσον μέχρι τις 11.06.1975 δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί από αυτή τη χρησιμοποίηση.
Η διάταξη αυτή κατά το μέρος που εξαιρεί από την υποχρέωση αναδασώσεως εκτάσεις, οι οποίες είχαν παρανόμως χρησιμοποιηθεί πριν από τις 11.06.1975, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανατροπή της δημιουργηθείσης πραγματικής καταστάσεως, έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 2257/2002, Σ.τ.Ε. 2126/2000, Σ.τ.Ε. 1316/2000, Σ.τ.Ε. 2619/1982) ότι αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 117§3 του Συντάγματος.
Αν όμως το δάσος ή οι δασικές εκτάσεις έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα όχι κατόπιν αυθαίρετης και παράνομης ανθρώπινης ενέργειας, αλλά για κάποια νόμιμη αιτία, τότε δεν είναι δυνατή η ανατροπή της νομίμως δημιουργηθείσης πραγματικής καταστάσεως και με αυτή την έννοια η διάταξη του άρθρου 38§1 δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 117 § 3 του Συντάγματος.
Ως εκ τούτου εκτάσεις, οι οποίες νομίμως έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν από τις 11.06.1975, με βάση διοικητικές πράξεις, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/197, με πράξη του Δασάρχη, ως δάση ή δασικές εκτάσεις (Σ.τ.Ε. 2257/2002, Σ.τ.Ε. 1573/2002). Περαιτέρω, άρθρο 4 § 1 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: "1.
Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ..". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 του Α.Κ., ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν, χωρίς βαριά αμέλεια, έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.
Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.
με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ., και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των Δημοσίων κτημάτων", σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.09.1915 (και για τη Δωδεκάνησο μέχρι τις 10.01.1949), αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου.
Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, μπορεί κάποιος να αποκτήσει με χρησικτησία κυριότητα δημοσίου κτήματος που βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό ή σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ., εφόσον νέμεται αδιατάρακτα το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή, μέχρι τις 19.03.2003, για δέκα (10) έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 23.02.1945, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή για τριάντα (30) έτη, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, εφόσον, δηλαδή, κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ..
Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα (30) έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.03.2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περίπτ.
α' και β', και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή, πριν από την έναρξη ισχύος του ιδίου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου. Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (Ολ.Α.Π. 11/2015) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984 εδάφ. α' και 989 εδάφ. α' του Α.Κ. προκύπτει, ότι διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη, που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του και, ειδικότερα, κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή, όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις που μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα του πράγματος.
Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, αν το Ελληνικό Δημόσιο κοινοποιήσει σ' εκείνον που νέμεται, έστω και με καλή πίστη, το δημόσιο κτήμα πρωτόκολλο καταλήψεως αυτού, από την κοινοποίηση αυτή ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα παύει να το νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού παρενοχλείτε και διαταράσσεται από το τελευταίο που είναι ex lege αληθής νομέας του εν λόγω κτήματος, ενώ αντιθέτως προβολή και μόνο δικαιώματος νομής σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, καταχώρηση του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής) δεν συνιστούν διαταρακτικές, της νομής, πράξεις (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 443/2021, Α.Π. 1023/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφήρμοσε εσφαλμένα.
Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υποθέσεως, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφήρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑ.Π. 4/2018, Α.Π. 148/2020, Α.Π. 50/2020).
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 εδάφ. α', 453 και 524 § 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 812/2021, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 1731/2008).
Έτι περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 262/2020, Α.Π. 1125/2008, Α.Π. 1396/2003). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά τον νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφήρμοσε τον νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑ.Π. 2/2019, Α.Π. 1155/2021, Α.Π. 272/2020).
Στην παρούσα περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του ενδιαφέροντος περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "...Με το δεύτερο λόγο έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρα 101-2, 1033 AK 1,2 και 3 του β.δ.
της 17.11.1836, 62 παρ 1 του ν 998/1979, 338, 340 παρ. 2 εδ. β' και 438 ΚΠολΔ), χωρίς, άλλως με πλημμελή, αιτιολογία και κυρίως κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του τεθέντος υπό την κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο και απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι το επίδικο γεωτεμάχιο, αποτελούσε ανέκαθεν και συνεχίζει να αποτελεί δασική έκταση και ως τέτοια ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ με τον τρίτο λόγο έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το ακίνητο αποκτήθηκε από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων από μη κύριο αυτό, εφόσον το επίδικο αποτελούσε δημόσιο κτήμα.
Οι ανωτέρω λόγοι έφεσης αλυσιτελώς προβάλλονται δεδομένου ότι με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο από τον πατέρα τους, με τα με αριθμούς ... συμβόλαια δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β. ο πρώτος ενάγων και με τα με αριθμούς ...
και ... συμβόλαια δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου ο δεύτερος, κατά ψιλή κυριότητα, και μετά τον θάνατο του πατέρα τους στις 18.10.1994, και την συνένωση της επικαρπίας τους με την ψιλή κυριότητα κατέστησαν πλήρεις και αποκλειστικοί κύριοι όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αναφέρονται στα ανωτέρω συμβόλαια.
Ο πατέρας των εναγόντων. Κ. Κ. του Γ., απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο, μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 420,38 τ.μ., κατά νεότερη καταμέτρηση 421,16 τ.μ., εμφαινόμενο με τον αριθμό ... τετραγώνου στον από 10.10.1952 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ.
Μ., που προσαρτάται στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ. καθώς και με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Σεπτέμβριο 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Π., που έχει προσαρτηθεί στην υπ' αριθμ. ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Β., κείμενο στο ... εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Χολαργού Αττικής, επί της οδού .... Επί του εν λόγω οικοπέδου ο δικαιοπάροχος των εναγόντων αφού έλαβε τις υπ' αριθ. ... και ... άδειες ανοικοδομήσεως από το Γραφείο Πολεοδομίας Αθηνών - Προαστίων, ανήγειρε διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο (Α) υπέρ το ισόγειο όροφο και δώμα, την οποία υπήγαγε στις διατάξεις του Ν.3741/1929 και τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής Αττικής στον τόμο ... συνιστώντας τις ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που αναφέρονται σε αυτή. Το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ήδη και προ της αγοράς του από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, το έτος 1954, ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο εντός του Ο.Τ. 137 του σχεδίου πόλεως του Δήμου Χολαργού, το οποίο είχε εγκριθεί με το από 12-9-1952 Β.Δ.
και επομένως δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Περαιτέρω η απλή αναφορά εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ότι "το ανωτέρω ακίνητο περιλαμβάνεται εντός των οριογραμμών των δασικών εκτάσεών του" χωρίς να συνοδεύεται από σχετική αποτύπωσή του σε αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 αλλά ούτε και σε εγκεκριμένο δασικό χάρη δεν αποδεικνύει τον αποδιδόμενο χαρακτήρα της δασικής έκτασης, ενώ από κανένα άλλο στοιχείο δεν αποδεικνύεται η κάλυψη του με βλάστηση από άγρια ξυλώδη ή θαμνώδη φυτά, έστω και αραιά, όπως απαιτεί η δασική νομοθεσία.
Περαιτέρω από το σύνολο των προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά το χρόνο κτήσης του από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων πατέρα τους δυνάμει του με αριθμό 9408/1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ. στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου του - πωλήτριας, Π.
χήρας Ν. Α., μαζί με άλλα τρία όμορα του πωληθέντος οικόπεδα, τα οποία σύμφωνα με το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους ενάγοντες κτηματολογικό διάγραμμα τυγχάνουν γεωτεμάχια, οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα εντός του σχεδίου πόλεως, με κτηματολογικούς αριθμούς ..., ... και ... Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης της περιοχής, υπέρ των ιδιοκτητών των ανωτέρω ακινήτων έχουν αναγνωριστεί δικαιώματα κυριότητας επί οριζοντίων ιδιοκτησιών, χωρίς το ελληνικό Δημόσιο να επικαλεστεί δικαίωμα ίδιας κυριότητας ή δασικό χαρακτήρα των ακινήτων Κατά την κήρυξη της περιοχής αυτής του Δήμου Χολαργού υπό κτηματογράφηση, με την με αριθμό ...
απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΦΕΚ 1/Β73.1.2005) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής για το Δήμο Χολαργού και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 3.1.2005 Το επίδικο οικόπεδο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής ως γεωτεμάχιο εμβαδού 419.00 τ μ.
με αριθμό ... φερόμενο ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου παρότι κατά το χρόνο καταχώρισης της πρώτης εγγραφής και έναρξης στη συνέχεια του κτηματολογίου στον ανωτέρω Δήμο ανήκε στους ενάγοντες, διότι από παραδρομή δεν υποβλήθηκε δήλωση ιδιοκτησίας από τους τελευταίους, σύμφωνα με το ν 2308/1995. Κατ' ακολουθίαν τούτων οι επικαλούμενες από τους ενάγοντες μεταβιβάσεις, που περιβλήθηκαν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου προσπόρισαν κατά νόμο κυριότητα στους αγοραστές με παράγωγο τρόπο, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση Τούτο διότι .....
εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 4 του ν.3127/2003 που ορίζει ότι: ...
Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με επαχθή αιτία και με νόμιμο τίτλο, το με αριθμό 9408/22-9-1954 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένο στον τόμο ΙΑ και αρ 469 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου Αττικής, οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο εντός σχεδίου πόλεως εμβαδού 420,36 τ.μ.
κατά τον τίτλο κτήσης, και έκτοτε νεμόταν και κατείχε το ακίνητο αυτό διαρκώς, ασκώντας επ' αυτού με διάνοια πλήρους και αποκλειστικού κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμα του από οποιονδήποτε. Προέβη δε σε ανέγερση διώροφης οικοδομής σε εκτέλεση οικοδομικής άδειας και σε σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας αυτών στους ενάγοντες με τα αναφερόμενα στην αγωγή και ανωτέρω συμβόλαια με αριθμούς 1178/5-11-1982, 1177/5-11-1982, 1174/5-11-1982 και 1178/5-11-1982 της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Β. που μεταγράφηκαν όλα νόμιμα, και παρακράτησε την επικαρπία αυτών μέχρι το θανατά του που επήλθε στις 18.10.1994. Έκτοτε επήλθε συνένωση της επικαρπίας του με την ψιλή κυριότητα και οι ενάγοντες κατέστησαν πλήρεις και αποκλειστικοί κύριοι όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αναφέρονται στα ανωτέρω συμβόλαια, αφού συνέχισαν να νέμονται αυτά διαμένοντας σε αυτά μαζί με τα μέλη των οικογενειών τους αλλά και εκμισθώνοντας τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που απέκτησαν με νόμιμους τίτλους και καταβάλλοντος όλες τις αναλογούσες σε αυτά κοινόχρηστες δαπάνες φόρους κλπ.
Συνεπώς οι ενάγοντες έχουν αποκτήσει την κυριότητα των οριζοντίων ιδιοκτησιών της επίδικης οικοδομής και με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ.1 β του Ν 3127/2003, δεδομένου ότι είχε ήδη συμπληρωθεί πολύ πριν από το χρόνο έναρξης του νόμου (19-3-2003) στο πρόσωπο τους, τόσο η υπερδεκαετής με νόμιμο τίτλο, όσο και η υπερτριακονταετής νομή, με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως έχοντας την εύλογη πεποίθηση ότι έχουν καταστεί κύριοι επ' αυτών, δίχως να ενοχληθούν ποτέ από κανέναν, Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι οι υπ' αριθμ.
πρωτ. 5338/16-9 2002 δήλωση και η υπ αριθμ. 110/13-1-2003 ένσταση του Δημοσίου του Ν 2308/94 για τις δασικές εκτάσεις του Ο.Τ.Α. Χολαργού αποτελούν διατάραξη της νομής των εναγόντων και εμποδίζουν την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας είναι αβάσιμος, διότι πρόκειται για γενικές και αόριστες δηλώσεις που δεν απευθύνονται στους ενάγοντες και δεν αφορούν συγκεκριμένα ακίνητα, ούτε προσδιορίζουν το επίδικο ακίνητο, των οποίων και προφανώς δεν είχαν λάβει γνώση οι ενάγοντες και εκ παραδρομής δεν υπέβαλαν την απαιτούμενη δήλωση κατά την κτηματογράφηση ενώ είχαν καταστεί κύριοι των επιδίκων με παράγωγο τρόπο....".
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που διαρθρώνεται σε τέσσερα σκέλη πλήττεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 11γ', 12 και 19. Συγκεκριμένα, με τα πρώτο και τέταρτο σκέλη του πρώτου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον διατείνεται ότι το δευτεροβέθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τα άρθρα 24 και 117 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως και το άρθρο 3 του β.δ.
της 17.11/29.11.1836 εφόσον δεν δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αρχικά δάσος, το οποίο απόλεσε τη δασική του μορφή λόγω της εντάξεώς του στο οικείο σχέδιο πόλεως, πλην όμως εξακολουθεί να ανήκει σ' αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) καθώς και ότι οι περί του αντιθέτου αιτιολογίες που διέλαβε στην απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές.
Οι, ως άνω, αιτιάσεις που συγκροτούν αμφότερα τα ανωτέρω σκέλη αυτά του πρώτου λόγου αναιρέσεως, είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενόψει των προπαρετεθεισών παραδοχών του, με αιτιολογία, συνοπτική μεν, αλλά πλήρη και σαφή, επιτρέπουσα τον αναιρετικό έλεγχο, ορθώς τις επισημαινόμενες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 3 του β.δ.
της 17.11/29.11.1836 ερμήνευσε και εφήρμοσε, εφόσον δέχθηκε ότι το ένδικο ακίνητο, ακόμη και αν είχε στο απώτατο παρελθόν δασικό χαρακτήρα, με τη συμπερίληψή του εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του σημερινού Δήμου Χολαργού και την ανέγερση, με νομίμως χορηγηθείσες οικοδομικές άδειες, μεγάλης επιφάνειας κτιρίου, απόλεσε από νόμιμη αιτία τον χαρακτήρα του αυτό, πριν τις 11.06.1975, με αποτέλεσμα να παραμείνει, ως αστικό ακίνητο, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος και να περιέλθει με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως στη συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τον οποίο και κατά το τρίτο σκέλος του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του χωρίς να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτό έγγραφα, ήτοι: α) Το υπ' αριθμ. πρωτ. 4351/31.08.2000 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διευθύνσεως Δασών Ανατολικής Αττικής της Γενικής Διευθύνσεως Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αττικής μετά των συνημμένων του, β) το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής του Υπουργείου Οικονομικών, γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διευθύνσεως Δασών Ανατολικής Αττικής της Γενικής Διευθύνσεως Περιφερείας της Περιφερείας Αττικής, δ) το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διευθύνσεως Δασών Ανατολικής Αττικής της Γενικής Διευθύνσεως Περιφερείας της Περιφερείας Αττικής και ε) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματολογικής Υπηρεσίας Αθηνών - Ανατολικής Αττικής της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίας Περιουσίας και Κοινοτικών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος τμήματος της πληττομένης αποφάσεως, προκύπτει ανενδοίαστα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα ένα δε από αυτά το σχολίασε ειδικώς. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του, σύμφωνα με το οποίο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι ομοίως αβάσιμος διότι το εν λόγω Δικαστήριο προσέδωσε στα αποδεικτικά έγγραφα που το αναιρεσείον προσκόμισε και επικαλέσθηκε την οριζομένη στο νόμο αποδεικτική αξία (άρθρα 438, 439 και 440 του Κ.Πολ.Δ.), ουδόλως δε τα συνέκρινε με αντίστοιχα έγγραφα των αναιρεσιβλήτων ιδιωτών, αποδίδοντας στα δεύτερα μείζονα αποδεικτική αξία.
Επίσης, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το εκδόσαν την πληττομένη απόφαση Δικαστήριο ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 4 § 1 στοιχ. β' του ν. 3127/2003, επιπλέον δε ότι οι αιτιολογίες αυτής (πληττομένης αποφάσεως) είναι ασαφείς και ανεπαρκείς.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, με αιτιολογίες ασαφείς και αντιφατικές, ότι η συννομή των αναιρεσιβλήτων ήταν αδιατάρακτη καθ' όλη τη διάρκεια αυτής, ενώ στην πραγματικότητα αυτή (συννομή) είχε παύσει να είναι τέτοια (αδιατάρακτη) εφόσον αυτό (αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο), πριν τις 19.03.2003, είχε υποβάλει αρμοδίως την υπ' αριθμ.
πρωτ. 5338/16.02.2002 δήλωση αυτού του ν. 2308/1995 για τις δασικές εκτάσεις του Ο.Τ.Α. Χολαργού και την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ένσταση του ν. 2308/1995 για τις δασικές εκτάσεις του Ο.Τ.Α. Χολαργού, περαιτέρω δε το αυτό Δικαστήριο απαίτησε οι διαταρακτικές της συννομής των αναιρεσιβλήτων πράξεις του να έχουν επιδοθεί σ' αυτούς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με αιτιολογίες συνοπτικές μεν πλήρεις και σαφείς όμως, έτσι ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ανωτέρω μνημονευομένη διάταξη του νόμου, εφόσον δέχθηκε ότι οι ως άνω ενέργειες του αναιρεσείοντος, για τις οποίες δεν απήτησε γνωστοποίηση στους αναιρεσιβλήτους, είχαν λάβει χώρα πλην όμως αυτές δεν ανήκαν στον κύκλο των νομίμων ενεργειών με τις οποίες το αναιρεσείον μπορούσε να προστατεύσει την νομή του επί του επιδίκου ακινήτου (Ολ.Α.Π. 11/2015).
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 22 §§ 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05.04.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ