Legislator Case Law & Legislation
111/2022 AI generated

111/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 111/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

111/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 4387/2016 συστάθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.) και έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ορίστηκε ότι από 1/1/2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ' αυτό αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ.

Keywords

AI generated
compliance with statement requirements assurance of proper business conduct statement of insurance benefits banking documents missing case documents written documentary proof
AI generated
2220/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 29-9-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1733/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 23-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
1376/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
1603/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1910/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/11/2004 αίτησή του.
673/2024
Supreme Court partially allows appeal on mitigation grounds, remands for new sentencing discussion.
2472/2009
Χειροτέρευση θέσεως κατηγορουμένου σε βούλευμα κατ΄έφεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 111 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 111/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κατσέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ (ταμειακή υπηρεσία), που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθυντή αυτής και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ - πρώην ΤΕΒΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το 1ο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουκουζέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία αναφέρει ότι παρίσταται ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e - ΕΦΚΑ), ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ενώ το 2ο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Κοινοποιούμεμενη προς: 1) τον συμβολαιογράφο Πειραιά Στέφανο Βασιλάκη, 2) τον Διοικητή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που εδρεύει, ως εκ της υπηρεσίας του, στην Αθήνα Αττικής και 3) τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει, ως εκ της υπηρεσίας του, στην Αθήνα Αττικής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-07-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5857/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3743/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-01-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, πλην του 2ου αναιρεσιβλήτου, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 4387/2016 συστάθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.) και έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ορίστηκε ότι από 1/1/2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ' αυτό αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ.

του ιδίου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έως τότε υφιστάμενα ΝΠΔΔ με τις επωνυμίες ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), των οποίων ο ΕΦΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118, 119 και 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. συνάγεται ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, που απαιτούνται και την επωνυμία του νομικού προσώπου, κατά του οποίου στρέφεται η αναίρεση, κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Έτσι η ενδεχομένως εσφαλμένη αναγραφή του ανωτέρω στοιχείου δεν επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της αναίρεσης, εφόσον από την εσφαλμένη αναγραφή του στοιχείου αυτού δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, το δε δικαστήριο για να την προσδιορίσει χωρεί στην συνολική έρευνα του περιεχομένου του δικογράφου της αναίρεσης (ΑΠ 968/2015, ΑΠ 444/2000).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί στο δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

γ' και δ' Κ. Πολ. Δ., που εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, κλήση δε του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 εδ. α, β και γ Ν. 4790/2021 σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID -19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στην κρινόμενη υπόθεση φέρεται για συζήτηση η από 23/1/2018 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3743/26-7-2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, στις 13/10/2016, δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ -Ταμειακή Υπηρεσία Κομοτηνής και του Οργανισμού Ασφάλισης Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και κατά της υπ' αριθμ. 5857/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η από 8/7/2013 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στο εκπλειστηρίασμα από αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου τρίτου προσώπου.

Η αίτηση αναίρεσης, προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 14/10/2019, αναβλήθηκε από το πινάκιο μετά από αίτηση του δευτέρου αναιρεσίβλητου για τη δικάσιμο της 22/3/2021, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού COVID- 19 και τελικά, με πράξη του προέδρου του Α-2 Πολιτικού Τμήματος του δικαστηρίου τούτου, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, για το πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ παραστάθηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και αφού ανέφερε ότι από 1/1/2017 αποτελεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το οποίο καταργήθηκε και δεν υφίσταται ως ΝΠΔΔ, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης καθό μέρος στρέφεται κατά του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά ΝΠΔΔ που δεν υφίστατο κατά την άσκησή της, ενώ δεν παραστάθηκε για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ΟΑΕΕ, του οποίου επίσης από 1/1/2017 αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, οιονεί καθολικό διάδοχο.

Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η εσφαλμένη αναγραφή στην αίτηση αναίρεσης ως αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ με τις επωνυμίες ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ΟΑΕΕ, οι οποίοι ήταν οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος στις 13/10/2016, όταν συζητήθηκε στο Εφετείο Αθηνών η κατ' αυτών έφεσή του και τα οποία καταργήθηκαν μεταγενέστερα την 1/1/2017, με τη σύσταση του ΕΦΚΑ ως οιονεί καθολικού διαδόχου τους, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η αναίρεση και για τους δύο αυτούς αναιρεσίβλητους απευθύνεται κατά του ΕΦΚΑ και γι'αυτό δεν είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του ΕΦΚΑ.

Εξάλλου, από την 4764/26-6-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Παναγιώτη Ραδιώτη, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται αρμόδιο για την εκδίκασή της τμήμα το Α-2 Πολιτικό Τμήμα, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος, με την οποία ορίζεται εισηγητής και δικάσιμος της υπόθεσης η 14/10/2019, πράξη της Γραμματέως με την οποία γράφτηκε στο πινάκιο της ανωτέρω δικασίμου με αριθμό 21 και κλήση για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον ΕΦΚΑ ως καθολικό διάδοχο του ΟΑΕΕ.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 22/3/2021, οπότε και ματαιώθηκε λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας από την πανδημία του κορονοϊού COVID - 19, επανήλθε δε αυτεπαγγέλτως με πράξη του Προέδρου του Α-2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021 και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο ΕΦΚΑ δεν παραστάθηκε για τον ΟΑΕΕ και γι' αυτό, αφού κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 10/10/2019 και περαιτέρω η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, όπως επίσης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως μετά την ως άνω ματαίωση της υπόθεσης λόγω της πανδημίας, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του ΕΦΚΑ ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ΟΑΕΕ, του οποίου είναι καθολικός διάδοχος.

Περαιτέρω η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη και ως προς τους δύο αναιρεσίβλητους κατά του οιονεί καθολικού τους διαδόχου ΕΦΚΑ ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 972 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλεται.

Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασία με την μορφή της συμμετοχής του αναγγελόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, η αναγγελία αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελόμενου δανειστή και στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρο 974 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες είναι δυνατόν να αναφέρονται στο παραδεκτό και στο νόμω και ουσία βάσιμο της απαίτησης του αναγγελθέντος δανειστή (ΑΠ 1783/2001), αλλά και με την ανακοπή του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ., ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.

Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού της προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός εάν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση (Α.Π. 973/2020).

Ειδικότερα η αναγγελία του Δημοσίου σε πλειστηριασμό επισπευδόμενο από τρίτο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις τους άρθρου 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), κατά τις οποίες ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται το αργότερο δεκαπέντε ημέρες μετά την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ.

χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται μόνο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, περιλαμβάνει δε ο πίνακας αυτός το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (ΑΠ 973/2020, 1087/2013).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΕΔΕ "αι κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα κοινοποιήσεις ενεργούνται άνευ ειδικής εγγράφου παραγγελίας του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου υπό δικαστικού επιμελητή ή ταμειακού υπαλλήλου ή υπαλλήλου στου Δημοσίου ή υπαλλήλου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", οι διατάξεις δε αυτές, κατά το άρθρο 27 παρ.3 Ν. 1845/1951 εφαρμόζονται και για το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (ΑΠ 1860/2013).

Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνδυαζόμενες με το άρθρο 117 παρ.1, 122 παρ.1, 127 παρ.1, 139, 140 παρ.1, 3 Κ.Πολ.Δ. που ορίζουν τα ουσιώδη προαπαιτούμενα κάθε έκθεσης (άρθρο 117 παρ. 1), την επίδοση κάθε εγγράφου με δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία ή διαμονή του, εκείνος προς τον οποίο αυτή απευθύνεται (άρθρο 122 παρ. 1), την επίδοση δια της παράδοσης του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται (άρθρο 127 παρ. 1), τα ειδικότερα στοιχεία της έκθεσης επίδοσης (άρθρο 139) και την υποχρέωση των οργάνων της επίδοσης ,που δεν είναι δικαστικοί επιμελητές και δεν τηρούν βιβλία καταχώρησης των εκθέσεων επιδόσεως, να καταθέτουν το δεύτερο πρωτότυπο της έκθεσης επιδόσεως στο γραφείο του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρο 140 παρ. 1,3), αλλά και με το άρθρο 159 Κ.Πολ.Δ.

που ορίζει ότι "Η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλει το δικαστήριο 1) αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας 2) αν για την παράβαση αυτή επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση 3) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας", συνάγεται ότι μόνο η έλλειψη επιδόσεως ή η έλλειψη εμπρόθεσμης επιδόσεως στον συμβολαιογράφο - υπάλληλο του πλειστηριασμού της αναγγελίας του ΙΚΑ για την κατάταξη του στο εκπλειστηρίασμα αναγκαστικά εκπλειστηριασθέντος περιουσιακού στοιχείου οφειλέτη του, δημιουργεί ακυρότητα της αναγγελίας του κατά το άρθρο 159 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., ανεξαρτήτως βλάβης του, αφού τότε ουσιαστικά δεν υπάρχει αναγγελία, ενώ οι παραλείψεις και οι αταξίες της εμπροθέσμως γενομένης επιδόσεως από υπάλληλό του, κατά το άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, επιφέρουν ακυρότητα της επίδοσης και συνεπώς και της αναγγελίας μόνο με την επίκληση και απόδειξη βλάβης, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, αφού την τήρηση των διατάξεων αυτών δεν απαιτεί ρητά ο νόμος με ποινή ακυρότητας και για τις παραβάσεις αυτές δεν επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση (ΑΠ 1255/2020, ΑΠ 754/2001 - π.ρ.β.λ.

για το όμοιο θέμα της επίδοσης περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη Ολ. ΑΠ. 3/2007, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 936/2020, ΑΠ 1628/2011). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα ,έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.

ΑΠ 2/2001), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 939/2019). Με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 480/2020, ΑΠ 939/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας την από 23/11/2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 5857/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 8/7/2013 ανακοπή του κατά των Ν.Π.Δ.Δ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (Ταμειακή Υπηρεσία Κομοτηνής) και Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) και κατά του .../13-6-2013 Πίνακα Κατάταξης Δανειστών στο εκπλειστηρίασμα από αναγκαστικό πλειστηριασμό δύο ακινήτων του οφειλέτη Θ.

Χ., που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Πειραιά Στέφανος Βασιλάκης και με βάση τον οποίο κατατάχθηκαν στο εκλπειστηρίασμα το ΙΚΑ και ο ΟΑΕΕ για απαιτήσεις τους εξοπλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ. και δεν κατατάχθηκε καθόλου ο επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση αναιρεσείων, του οποίου η απαίτηση ήταν ασφαλισμένη με υποθήκη στα ακίνητα, που εκπλειστηριάστηκαν, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του τα ακόλουθα, ως προς τον δεύτερο λόγο ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε ότι η αναγγελία του ΙΚΑ στον πλειστηριασμό ήταν ανυπόστατη γιατί δεν επιδόθηκε, το δε προσκομισθέν από το ΙΚΑ αποδεικτικό επιδόσεως είναι πλαστό: "Το πρώτο των καθ' ων η ανακοπή (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει σε ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο το από 3/1/2013 αποδεικτικό επιδόσεως αναγγελίας σε πλειστηριασμό, που έχει συντάξει η υπάλληλός του Α.

Χ., από το οποίο προκύπτει ότι στον … , την Πέμπτη, 3/1/2013 και ώρα 11.00, η εν λόγω υπάλληλος, κατόπιν παραγγελίας του Διευθυντή του ΙΚΑ Κομοτηνής, πήγε στη διεύθυνση ... αριθ. …, … και επέδωσε στον Συμβολαιογράφο Στέφανο Βασιλάκη την υπ' αριθμόν .../31.12.2012 αναγγελία σε πλειστηριασμό της οφειλέτιδος του ΙΚΑ Α. Θ. Χ.

Α.Ε. Το αποδεικτικό αυτό επιδόσεως το υπογράφουν, κάτω από την ένδειξη "Ο ΠΑΡΑΛΑΒΩΝ" και παραπλεύρως της υπηρεσιακής σφραγίδας του, ο πιο πάνω συμβολαιογράφος Στέφανος Βασιλάκης, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, και κάτω από την ένδειξη "Η ΕΠΙΔΟΥΣΑ", η υπάλληλος του πρώτου των καθών Α. Χ., το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … - Τμήμα Διοικητικής Εκτέλεσης δε, με την επιμέλεια του οποίου έγινε η επίδοση, το διαβίβασε στη συνέχεια υπηρεσιακώς στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … - Τμήμα Εσόδων, που την παρήγγειλε, την ίδια μέρα της επίδοσης 3.1.2013 με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 3/3.1.2013 διαβιβαστικό έγγραφό του, το οποίο το πρώτο των καθών η ανακοπή επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει σε ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο.

Υπάρχει, επομένως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 84 παρ. 1 και 55 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 "περί Κ.Ε.Δ.Ε." σε συνδυασμό με τα άρθρα 117 και 139 του Κ. Πολ. Δ., συντεταγμένη έκθεση επιδόσεως της αναγγελίας του πρώτου των καθών η ανακοπή, και συνεπώς είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, κατά το σκέλος με το οποίο ο ανακόπτων προβάλλει ολοσχερή παράλειψη συντάξεως εκθέσεως επιδόσεως της αναγγελίας και συνακόλουθα ανυπαρξία αυτής.

Βεβαίως, η υπάλληλος του πρώτου των καθών η ανακοπή, που ενήργησε την επίδοση, παρέλειψε: α) να βεβαιώσει στην έκθεση που συνέταξε γι' αυτήν ότι τη διάβασε στον πιο πάνω συμβολαιογράφο που ήταν παρών (άρθρο 117 αριθ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), β) να σημειώσει πάνω στο αναγγελτήριο που του επέδωσε την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και να υπογράψει τη σημείωση (139 παρ. 3 του Κ.

Πολ. Δ. ), και γ) να καταθέσει το δεύτερο πρωτότυπο της εκθέσεως επιδόσεως στο γραφείο του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρα 141 παρ. 3 και 122 παρ. 2 και 3 του Κ. Πολ. Δ.), από τις παραλείψεις όμως αυτές, τις οποίες ο ανακόπτων προβάλλει, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της ανακοπής, ως λόγους ακυρότητας της επιδόσεως και συνακόλουθα της αναγγελίας του πρώτου των καθών η ανακοπή, δεν επικαλείται, όπως θα έπρεπε, ότι υπέστη συγκεκριμένη δικονομική βλάβη που να μην μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, και συνεπώς ως προς το σκέλος αυτό ο δεύτερος λόγος της ανακοπής είναι αόριστος.

Περαιτέρω, την πιο πάνω από 3.1.2013 έκθεση επιδόσεως της αναγγελίας, την οποίαν το πρώτο των καθών η ανακοπή επικαλέστηκε και προσεκόμισε για πρώτη φορά με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (5.5.2015), ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) την προσέβαλε ως πλαστή με την προσθήκη που κατέθεσε στις δικές του προτάσεις μετά τη συζήτηση της ανακοπής (7.5.2015), ισχυριζόμενος ότι η αναγγελία δεν επεδόθη στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, συμβολαιογράφο Στέφανο Βασιλάκη την 3.1.2013, όπως η έκθεση ψευδώς βεβαιώνει, αλλά πολύ αργότερα και πάντως εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από τον πλειστηριασμό, που ο νόμος ορίζει για την επίδοσή της και συνεπώς είναι και εκ του λόγου αυτού ανυπόστατη.

Η ένσταση αυτή πλαστότητας, συνοδευόμενη από το ειδικό πληρεξούσιο .../7.5.2015 της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αλεξάνδρας Βενιέρη, με το οποίο ο ανακόπτων έδωσε στην δικηγόρο του, που τον εκπροσώπησε στην πρωτόδικη δίκη, την ειδική πληρεξουσιότητα να την προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδαφ. β του Κ. Πολ.Δ., και από αναφορά των αποδεικτικών μέσων που κατά την απόψή του, την αποδεικνύουν παραδεκτώς μεν προεβλήθη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 460, 461 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποδεικνύεται όμως βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, μόνη η εκ μέρους του πιο πάνω συμβολαιογράφου παραβίαση της προθεσμίας συντάξεως του πίνακα κατάταξης, που τάσσει η διάταξη του άρθρου 974 Κ. Πολ. Δ. πέραν του ότι ούτε και αυτήν ακόμη την ακυρότητα του πίνακα επιφέρει, δεν αρκεί για την απόδειξη της πλαστότητας, που ο ανακόπτων προβάλλει, του ότι δηλαδή το αναγγελτήριο του πρώτου των καθών η ανακοπή δεν επιδόθηκε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο - συμβολαιογράφο την 3.1.2013, όπως η έκθεση επιδόσεως αναγράφει, αλλά αργότερα και πάντως εκπρόθεσμα.

Επιπλέον, οι ενόρκως βεβαιώσαντες Φ. Β. και Β. Δ. λογιστής και σύζυγος του ανακόπτοντος αντιστοίχως, στηριζόμενοι αποκλειστικά στην καθυστέρηση συντάξεως του πίνακα, συνάγουν ότι η αναγγελία του πρώτου των καθών η ανακοπή επιδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της 3.1.2013, που αναγράφεται στην προσβαλλόμενη έκθεση επιδόσεως, χωρίς να παραθέτουν συγκεκριμένα πέραν της καθυστερήσεως, περιστατικά που να στηρίζουν το συμπέρασμά τους αυτό.

Εξάλλου, την πλαστότητα της προσβαλλόμενης έκθεσης επιδόσεως αναιρεί το γεγονός ότι αυτή μνημονεύεται ρητά στο υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου … /3.1.2013 διαβιβαστικό έγγραφο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … - Τμήμα Διοικητικής Εκτέλεσης, με το οποίο διαβιβάστηκε υπηρεσιακώς στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … - Τμήμα Εσόδων την ίδια ημέρα επίδοσης 3.1.2013.

Είναι, δηλαδή, προφανές ότι, αν η αναγγελία δεν είχε επιδοθεί στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την 3.1.2013 και δεν είχε τότε συνταχθεί η προσβαλλόμενη έκθεση επιδόσεως, όπως ο ανακόπτων ισχυρίζεται, δεν θα ήταν δυνατή ούτε η διαβίβαση της αυθημερόν στην υπηρεσία που την παρήγγειλε. Είναι, επομένως αβάσιμη και απορριπτέα η ένσταση πλαστότητας του από 3.1.2013 αποδεικτικού (εκθέσεως) επιδόσεως αναγγελίας σε πλειστηριασμό της υπαλλήλου του πρώτου των καθών η ανακοπή Α.

Χ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει τον δεύτερο λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος καθώς και την ένσταση πλαστότητας του αποδεικτικού επιδόσεως, αφού ως προς την απόρριψη της ένστασης πλαστότητας αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με τις ανωτέρω αιτιολογίες του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, κατά μεν το πρώτο σκέλος αυτού ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι είναι έγκυρο το από 3/1/2013 αποδεικτικό επίδοσης της από 31/12/2013 αναγγελίας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … στο συμβολαιογράφο, που συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης και, συνακόλουθα, ότι δεν ήταν ανυπόστατη η εν λόγω αναγγελία, κατά δε το δεύτερο σκέλος αυτού ως αόριστο, διότι έγινε επίκληση ελλείψεων της γενομένης επίδοσης (και όχι έλλειψη επίδοσης ή εκπρόθεσμης επίδοσης), χωρίς όμως επίκληση από τον αναιρεσείοντα συγκεκριμένης δικονομικής βλάβης, που δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω δικονομικές διατάξεις των άρθρων 117, 122, 139, 140, 159 Κ.

Πολ. Δ. και 55 και 84 του ΚΕΔΕ και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα της επίδοσης της ένδικης αναγγελίας ούτε και κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο απορρίπτοντας ως αόριστο, κατά το οικείο σκέλος, τον παραπάνω λόγο της ανακοπής. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος, από τον αρ. 14 (και όχι, κατ' ορθή εκτίμηση, και από τον αρ. 19 ο πρώτος, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων) λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το ως άνω αποδεικτικό επιδόσεως είναι άκυρο κατά το άρθρο 159 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.

ανεξαρτήτως δικονομικής βλάβης του ιδίου, γατί αυτό δεν περιέχει το πατρώνυμο, την κατοικία και την ιδιότητα της διενεργήσασας την επίδοση και την κατοικία του προς ον η επίδοση συμβολαιογράφου, δεν αναφέρει αν ο τόπος επίδοσης είναι το γραφείο ή η κατοικία του συμβολαιογράφου, δεν διαβάστηκε στους παρόντες διαδίκους και στα άλλα πρόσωπα που συνέπραξαν, δεν συντάχθηκε σε δύο πρωτότυπα ώστε το δεύτερο πρωτότυπο να κατατεθεί στο γραφείο του Δήμου στην περιφέρεια του οποίου έγινε η επίδοση και δεν αναφέρει ότι η επίδοση έγινε με παραγγελία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … και συνεπώς, αφού ήταν άκυρη η επίδοση της αναγγελίας, έπρεπε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει ότι η αναγγελία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … ήταν ανυπόστατη και για το λόγο αυτό έπρεπε να κάνει δεκτό το σχετικό λόγο έφεσής του, να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, να κάνει δεκτό τον δεύτερο λόγο ανακοπής του και να τροποποιήσει τον πίνακα κατάταξης, αποβάλλοντας από αυτό το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και κατατάσσοντας τον ίδιο στο ποσό, που είχε καταταχθεί το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018). Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1308/2018, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 710/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ. Πολ. Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 3/1/2013 αποδεικτικού επιδόσεως προσθέτοντας σ' αυτό στοιχεία και φράσεις που δεν υπάρχουν σ' αυτό και ειδικότερα προσέθεσε την ιδιότητα της επιδούσας ως υπαλλήλου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, την ύπαρξη πάνω στην έκθεση της σφραγίδας του συμβολαιογράφου που παρέλαβε την αναγγελία και την φράση ότι η επίδοση έγινε "κατόπιν παραγγελίας του ΙΚΑ … " και έτσι από το διαγνωστικό αυτό σφάλμα οδηγήθηκε στην απόρριψη του λόγους έφεσης και του λόγου ανακοπής, με τους οποίους προέβαλε την ακυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως και χωρίς την επίκληση βλάβης του και συνεπώς και την απόρριψη της αναγγελίας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως ανυπόστατης.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως απαράδεκτος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης δεύτερο λόγο της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε, μεταξύ άλλων, και τις ως άνω παραλείψεις ως λόγο ακυρότητας της επιδόσεως και συνακόλουθα της αναγγελίας του πρώτου των καθών η ανακοπή, απέρριψε ως αόριστο λόγω του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε δικονομική βλάβη, και κατά συνέπεια δεν προέβη στην κατ' ουσία έρευνα του πιο πάνω λόγου ανακοπής.

Ανεξαρτήτως αυτών, από την παραδεκτή επισκόπηση του ανωτέρω αποδεικτικού επιδόσεως, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι αυτό έχει το ακόλουθο περιεχόμενο κατά λέξη παρατιθέμενο: "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ Μονάδα 702 ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ".

ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΕ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟ. Στον … σήμερα 3/1/2013 και ώρα 11 π.μ. η παρακάτω υπογεγραμμένη πήγα στη διεύθυνση … για να επιδώσω προς το Συμβολαιογράφο κ. Βασιλάκη Στέφανο, την με αριθμό .../31-12-2012 αναγγελία σε πλειστηριασμό του οφειλέτου ΙΚΑ, Α. Χ. ΑΕ (...). Ο ΠΑΡΑΛΑΒΩΝ Στ. Βασιλάκης, Η ΕΠΙΔΟΥΣΑ Χ.

Α.", ενώ πάνω από την υπογραφή του συμβολαιογράφου έχει και την σφραγίδα αυτού, αντίθετα από ότι υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Στο έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται μεν ότι η επιδούσα είναι υπάλληλος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ότι η επίδοση έγινε κατόπιν παραγγελίας του Δ/ντη του ΙΚΑ …, πλην, όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του, δεχόμενο ότι τα στοιχεία αυτά περιέχονται στην ίδια την έκθεση επιδόσεως.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης επίδοσης και από εσφαλμένη ανάγνωση δέχθηκε ότι σ' αυτήν περιείχοντο τα δύο ανωτέρω στοιχεία που δεν υπήρχαν, αλλά είχαν προκύψει από τις λοιπές αποδείξεις, η εν λόγω λανθασμένη ανάγνωση δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή επί του διατακτικού της απόφασης, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν κατέληξε στην απόρριψη του σχετικού λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλετο η ακυρότητα της έκθεσης επίδοσης και συνακόλουθα το ανυπόστατο της αναγγελίας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, λόγω της εσφαλμένης ανάγνωσης της εκθέσεως επιδόσεως, αφού και χωρίς την παραμόρφωση αυτή θα απέρριπτε το λόγο ανακοπής, λόγω μη επίκλησης από τον αναιρεσείοντα δικονομικής βλάβης, κατά το άρθρο 159 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, η οποία, κατά τα ανωτέρω, αποτελεί προϋπόθεση για την κήρυξη της ακυρότητας του αποδεικτικού επίδοσης επίδοσης λόγω των παραπάνω ελλείψεων.

Επομένως ο δεύτερος, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. είναι απαράδεκτος, λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δε σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο. (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα άρθρα 2 παρ. 1, 4, 5 παρ.1 και 20 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 20 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, 15 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 972 και 981 ΑΚ και 117, 127, 139 και 140 Κ.Πολ.Δ., γιατί, ενώ τέθηκε υπόψη του εφετείου ότι ο συμβολαιογράφος, που διενήργησε τον πλειστηριασμό, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων αρχικά στέρησε στον αναιρεσείοντα το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του επίδικου πλειστηριασμού και στην συνέχεια, όταν με εισαγγελική παραγγελία υποχρεώθηκε στην χορήγησή τους, απέκρυψε και δεν του χορήγησε το από 3/1/2013 αποδεικτικό επίδοσης της αναγγελίας στον πλειστηριασμό του ΙΚΑ, με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη στα έννομα συμφέροντά του, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο ανακοπής ότι η αναγγελία είναι ανυπόστατη, με την αιτιολογία ότι δεν επικαλέσθηκε την συνδρομή συγκεκριμένης δικονομικής βλάβης εξαιτίας των ελαττωμάτων του αποδεικτικού επιδόσεως, τα οποία όμως αγνοούσε με υπαιτιότητα του συμβολαιογράφου και του ΙΚΑ, απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση πλαστότητας του από 3/1/2013 αποδεικτικού επίδοσης της αναγγελίας και άφησε αδίκαστη την αίτηση επίδειξης της καταχώρισης στο κατά το άρθρο 981 Κ.Πολ.Δ.

βιβλίο πλειστηριασμού της αναγγελίας, από την οποία θα προέκυπτε ότι αυτή δεν είχε νομίμως κατατεθεί και συνεπώς το από 3/1/2013 αποδεικτικό επιδόσεως είναι ανυπόστατο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς μεν τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 117, 127, 139 και 140 Κ.Πολ.Δ. γιατί η παραβίασή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αλλά από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.

Πολ. Δ., ο οποίος έχει ήδη εξετασθεί, ως προς δε τις λοιπές ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, αλλά ούτε και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 8/7/2013 ένδικης ανακοπής του, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, επί του οποίου ερείδεται, είχε προβληθεί με λόγο ανακοπής και, σε κάθε περίπτωση, γιατί ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τα αποδιδόμενα στο Εφετείο νομικά σφάλματα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους, υπό την επίκληση δε πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

προσβάλλει την ανέλεγκτη αναιρετικά κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την γενόμενη επίδοση της αναγγελίας και την απόρριψη της ένστασης πλαστότητας του από 3/1/2013 αποδεικτικού επιδόσεως της αναγγελίας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ στο συμβολαιογράφο.

Από τα άρθρα 450 και 451 Κ. Πολ. Δ. προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ' όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου και με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 168/2015), ενώ αν το έγγραφο κατέχει τρίτο μη διάδικο πρόσωπο η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί με παρεμπιπτούσα αγωγή, που στρέφεται εναντίον του.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Επίσης, τέτοια αίτηση είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 123/2016).

Το παραδεκτό της πρότασης του λόγου, προϋποθέτει ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1093/2014).

Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του. Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 9γ' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα με τις από 12/10/2016 προτάσεις του ενώπιον του δικάζοντος Εφετείου Αθηνών αίτηση επίδειξης "της πράξης εγχείρισης (επίδοσης) του εγγράφου της από 31/12/2012 αναγγελίας στον συμβολαιογράφο του πλειστηριασμού, ο οποίος την καταχώρησε στο τηρούμενο από τον ίδιο κατά το άρθρο 981 Κ.Πολ.Δ.

βιβλίο του πλειστηριασμού την οποία κατέχει το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί ναι μεν ο αναιρεσείων υπέβαλε την ανωτέρω αίτηση στο Εφετείο αλλά η αίτηση αυτή απορρίφθηκε σιωπηρά από αυτό, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 972 Κ.

Πολ. Δ. για την αναγγελία απαιτήσεως προς κατάταξη στον υπάλληλο του πλειστηριασμού δεν συντάσσεται από αυτόν έκθεση εγχειρίσεως που παραδίδεται στον δανειστή, που ανήγγειλε την απαίτηση, αλλά απλώς συντάσσεται έκθεση επίδοσης της αναγγελίας από το όργανο επιδόσεως, η οποία και παραμένει στον δανειστή, τέτοια δε στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ήταν η από 3/1/2013 έκθεση επιδόσεως της αναγγελίας, η οποία είχε προσκομισθεί από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ στο Πρωτοδικείο και την οποία ο αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του είχε προσβάλλει ως πλαστή.

Συνεπώς τέτοια έκθεση εγχείρισης της αναγγελίας δεν κατείχε το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ,ούτε και ήταν δυνατόν να κατέχει, αφού αυτή δεν υφίστατο, ενώ η καταχώριση της αναγγελίας στο βιβλίο πλειστηριασμών, που τηρεί ο συμβολαιογράφος, έπρεπε να ζητηθεί από τον ίδιο με παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού και κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση επίδειξης, αυτός και όχι το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κατέχει το βιβλίο αυτό. Στον ίδιο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων περιλαμβάνει και αίτημα προς το δικαστήριο τούτο να διατάξει τον ΕΦΚΑ ως καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ να επιδείξει την ανωτέρω έκθεση εγχείρισης της αναγγελίας του ΙΚΑ. Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η επίδειξη εγγράφου διατάσσεται προς απόδειξη πραγματικών γεγονότων και συνεπώς εκφεύγει της αρμοδιότητας του Αρείου Πάγου, ο οποίος ελέγχει μόνο τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης με κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ενώ η ουσιαστική κρίση της απόφασης αυτής δεν ελέγχεται αναιρετικά κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που το συνέταξε ή ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο γι' αυτή τη βεβαίωση.

Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που το συνέταξε ή ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται στο εν λόγω έγγραφο, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης του και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007).

Δημόσιο έγγραφο, άρα, είναι κάθε έγγραφο που συντάσσεται από δημόσιο υπάλληλο ή δημόσιο λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους (ΑΠ 1152/2008). Επομένως, στην ανωτέρω έννοια του δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού περιλαμβάνονται και ο συμβολαιογράφος και ο υπάλληλος Ν.Π.Δ.Δ, όπως ήταν το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής.

Τα περιστατικά αντίθετα που βεβαιώνονται σ` αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψή του, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους (ΑΠ 932/2020, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 350/2013).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ. Πολ. Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος (ΑΠ 168/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, καθόσον, δεν προσέδωσε την προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη αποδεικτική δύναμη στην από 5/7/2013 βεβαίωση του συμβολαιογράφου - υπαλλήλου του πλειστηριασμού Στ.

Βασιλάκη, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο και στην οποία βεβαιώνεται ότι σχετικά με την επίδικη αναγγελία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δεν υπάρχει στον φάκελο του πλειστηριασμού άλλο έγγραφο εκτός από την από 31/12/2012 αναγγελία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … για ποσό 1.423.664,12 ευρώ και τον πίνακα χρεών του οφειλέτη Θ. Χ., αλλά εκτίμησε αυτήν ελεύθερα κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.

και έτσι (κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου) δέχθηκε ότι στον φάκελο του πλειστηριασμού υπήρχε και το από 3/1/2013 αποδεικτικό επίδοσης της αναγγελίας του ΙΚΑ, το οποίο ο ίδιος προσέβαλε ως πλαστό. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφασης και η αιτίαση ότι το Εφετείο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στο από 3/1/2013 διαβιβαστικό έγγραφο του αποδεικτικού επιδόσεως της αναγγελίας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … προς το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ …, επί του οποίου αποκλειστικώς άλλως κυρίως στήριξε την κρίση του ότι το αποδεικτικό επιδόσεως δεν είναι πλαστό.

Όμως, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ήχθη στο συμπέρασμα ότι είχε λάβει νομότυπη επίδοση της αναγγελίας και δεν ήταν πλαστή η ένδικη έκθεση επιδόσεως, όχι διότι αυτό προσέδωσε στην προαναφερόμενη από 5/7/2013 βεβαίωση του συμβολαιογράφου του πλειστηριασμού, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, μειωμένη αποδεικτική δύναμη, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι η βεβαίωση του συμβολαιογράφου για τα έγγραφα που κατέχει αποτελεί πλήρη απόδειξη, το επίδικο, όμως, από 3/1/2013 αποδεικτικό επίδοσης, που ο αναιρεσείων προσέβαλε ως πλαστό, δεν το κατείχε ο συμβολαιογράφος και συνεπώς δεν θα μπορούσε να το χορηγήσει στον αναιρεσείοντα.

Ο συμβολαιογράφος κατείχε μόνο την αναγγελία και τον πίνακα χρεών που την συνόδευε, τα οποία και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα, την δε έκθεση επιδόσεως της αναγγελίας την κατείχε το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ το οποίο και την προσκόμισε στο πρωτόδικο δικαστήριο. Επίσης, το από 3/1/2013 διαβιβαστικό έγγραφο, με το οποίο το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … διαβίβασε προς το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … το επίδικο αποδεικτικό επιδόσεως, αποτελεί και αυτό δημόσιο έγγραφο συνταχθέν από υπάλληλο Ν.Π.Δ.Δ., όπως ήταν το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στο πλαίσιο των καθηκόντων του και συνεπώς κατά το άρθρο 438 Κ.

Πολ. Δ. αποτελεί πλήρη απόδειξη για το βεβαιούμενο σ' αυτό γεγονός της διαβίβασης του αποδεικτικού επιδόσεως, την οποία βεβαίωση έκανε ο συντάκτης του εγγράφου.

Συνεπώς το Εφετείο δεν προσέδωσε μειωμένη αποδεικτική δύναμη στην από 5/7/2013 βεβαίωση του συμβολαιογράφου Στ. Βασιλάκη εκτιμώντας την ελεύθερα κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, ούτε και προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στο από 3/1/2013 διαβιβαστικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … και, ως εκ τούτου, δεν παραβίασε τους ορισμούς του άρθρου 438 Κ. Πολ. Δ. για την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο έκτος, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ως προς τον τρίτο λόγο ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε την ακυρότητα της αναγγελίας του ΟΑΕΕ λόγω αοριστίας της και ως προς τον τελευταίο (χωρίς αριθμό) λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων αρνήθηκε την ύπαρξη, το μέγεθος και το προνόμιο της αναγγελθείσας απαίτησης του ΟΑΕΕ, οι οποίοι λόγοι είχαν μεταβιβασθεί στο Εφετείο με την έφεση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση των αναγγελιών των καθών η ανακοπή (δηλαδή και του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου) και των συνημμένων σ' αυτές πινάκων χρεών προκύπτει ότι περιέχουν όλα τα αναγκαία για τον επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας των αναγγελόμενων απαιτήσεων στοιχεία, ήτοι το ονοματεπώνυμο του καθ'ου η εκτέλεση οφειλέτη.......ευθυνόμενου ατομικά για τα χρέη του έναντι του δευτέρου των καθ' ων η ανακοπή (ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου) .....το είδος των χρεών (ασφαλιστικές εισφορές) το ποσό αυτών τόσο ξεχωριστά για την κύρια οφειλή και τα πρόσθετα τέλη όσο και συνολικά, τον αριθμό και την χρονολογία βεβαίωσης κάθε οφειλής και την χρονική περίοδο, στην οποία αυτή ανάγεται..." και "...Τέλος οι καταταγείσες προνομιακά στον ανακοπτόμενο πίνακα απαιτήσεις ασφαλιστικών εισφορών των καθ'ων η ανακοπή αποδεικνύονται πλήρως από τους συνημμένους στις αναγγελίες τους πίνακες, στους οποίους αυτές προσδιορίζονται αναλυτικά ως προς τα ποσά τους (κύριας οφειλής και προσαυξήσεων), τους χρόνους γεννήσεώς τους και τα στοιχεία βεβαιώσεώς τους, σε συνδυασμό και με το ότι κατά των οικείων πράξεων επιβολής τους δεν έχουν ασκηθεί προσφυγές στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, ενώ ουδόλως απεδείχθη, όπως ο ανακόπτων αβάσιμα ισχυρίζεται, ότι η επιχείρηση του καθού η εκτέλεση είχε από το τέλος του έτους 2004 διακόψει την παραγωγική λειτουργίας της ούτε, πολλώ μάλλον, ότι είχε απολύσει το προσωπικό της και ως εκ τούτου ούτε αυτή ούτε ο ίδιος ήταν δυνατό να οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές στους καθών η ανακοπή...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει τους ανωτέρω λόγους ανακοπής. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.

Πολ. Δ.( κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου), με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 972 Κ. Πολ. Δ. και απέρριψε τον λόγο της ανακοπής του, που επανέφερε με λόγο έφεσης, ότι η αναγγελία του ΟΑΕΕ είναι αόριστη, γιατί δεν εξειδικεύει επαρκώς το είδος της οφειλής, το μήνα και το έτος που αφορά και τον χρόνο βεβαίωσης της και έτσι δεν έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο ανακοπής και δεν μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης, ώστε να κατατάξει τον ίδιο στο ποσό που κατατάχθηκε ο ΟΑΕΕ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσκομιζόμενης αναγγελίας του προκύπτει ότι ο ΟΑΕΕ, με την από 27/12/2012 αναγγελία του, που επιδόθηκε εμπρόθεσμα, στις 28/12/2012, στον συμβολαιογράφο του επίδικου πλειστηριασμού Στέφανο Βασιλάκη, συνταχθείσας της 10656/28/12/2012 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Επαμεινώνδα Ζαφειράτου, ανήγγειλε απαίτησή του ποσού 31.500,50 ευρώ κατά του οφειλέτη Θ.

Χ., του οποίου εκπλειστηριάστηκαν αναγκαστικά δύο ακίνητα στις 19/12/2012 "δια ασφαλιστικές εισφορές μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού" σύμφωνα "με κατάσταση οφειλομένων εισφορών, λόγω της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτού στο ημέτερο ταμείο" όπως αναφέρει η αναγγελία. Επομένως η αναγγελία ήταν πλήρως ορισμένη, αφού ανέφερε το οφειλόμενο ποσό και την αιτία οφειλής και συνοδευόταν με αναλυτική κατάσταση των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, είναι δε απαράδεκτος ο περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, τον οποίον δεν πρότεινε στην ανακοπή του, αλλά για πρώτη φορά με λόγο έφεσης, ότι η κατάσταση οφειλών κατατέθηκε εκπρόθεσμα στον συμβολαιογράφο στις 7/1/2013 και έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά ορισμένη την αναγγελία.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την αναγγελία του ΟΑΕΕ και απέρριψε έτσι τον λόγο της ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την δικονομικής φύσης (Α.Π. 472/2005) διάταξη του άρθρου 972 Κ. Πολ.Δ. και γι' αυτό ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Με τον ίδιο ως άνω πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση ως προς την απόρριψη του λόγου ανακοπής, που επανέφερε με λόγο έφεσης, με τον οποίο αρνείτο την ύπαρξη το μέγεθος και το προνόμιο της αναγγελίας απαίτησης του ΟΑΕΕ, αφού με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι αυτά αποδείχθηκαν και έτσι απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής του και δεν μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης, ώστε να καταταχθεί ο ίδιος στο ποσό που κατατάχθηκε ο ΟΑΕΕ.

Όμως, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του ως προ την απαίτηση και το προνόμιο του ΟΑΕΕ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού με συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες εκθέτει με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν την ύπαρξη, το μέγεθος και το εκ του άρθρου 975 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

προνόμιο της απαίτησης του ΟΑΕΕ (αφού αυτή προέρχεται από οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές του οφειλέτη), με παραπομπή στον πίνακα οφειλομένων ποσών, που είναι συνημμένος στην αναγγελία του ΟΑΕΕ, κρίνει δε αιτιολογημένα ότι αποδεικνύεται και η ύπαρξη των κατ' ιδίαν οφειλών γιατί ο οφειλέτης δεν είχε διακόψει την λειτουργία της επιχείρησής του και συνεπώς όφειλε τις ασφαλιστικές εισφορές, ενώ δεν άσκησε προσφυγές κατά των οικείων πράξεων επιβολής των εισφορών.

Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183,191 παρ, 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 16/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 687/2018, ΑΠ 343/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/1/2018 αίτηση του Ν. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3743/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ