Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to vague grounds and lack of essential factual assumptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a first-instance judgment recognizing the plaintiffs' property rights via usucapion. The State argued procedural flaws regarding the thirty-year good faith possession period, but the Court found the appeal inadmissible because its grounds were too vague to challenge the lower court's essential factual assumptions. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if its grounds do not contain the essential factual assumptions of the challenged decision or if the reasons are too vague to allow the appellate court to review the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 111 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 111/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Θ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ε. Σ., το γένος Ι. και Ε. Γ., κατοίκου ..., 4) Ν. Γ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ράπτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.
Εκδόθηκε η απόφαση 211/2014, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 02/04/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 211/2014 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσία την εισαχθείσα ενώπιον του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή και το σωρευόμενο αίτημα για διόρθωση της αρχικής (πρώτης) ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία). Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της, κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, στις 02/04/2019, όπως προκύπτει από την σχετική με αριθμό 1/2019 έκθεση του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι δεν έχει περάσει η προθεσμία (τριετία) για την άσκησή της (αναίρεσης), η οποία αρχίζει την 01/11/2017, αφότου, δηλαδή, παρήλθε η προθεσμία της έφεσης ήτοι τριετία, στην προκείμενη περίπτωση, από τη δημοσίευση στις 31/10/2014 της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ 3 ΚΠολΔ ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το νόμο 4335/2015 (έναρξη ισχύος 01/01/2016, Ολ.ΑΠ10/2018), ενόψει του ότι, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, η σχετική προθεσμία της εφέσεως παρήλθε χωρίς να ασκηθεί έφεση.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα, ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο αναιρετικούς λόγους (δύο), υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμοί Ια' και 19 ΚΠολΔ, μέμφεται το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόφαση του οποίου αναιρεσιβάλλει, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους αναφερόμενους στους λόγους αυτούς κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθώς επίσης ότι στέρησε την προσβαλλομένη νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη φύση και το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται, κατά λέξη, ότι: "με την αναιρεσιβαλλομένη έγινε δεκτό ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αντιδίκων, Ε. Γ., κατέστη κύριος της επίδικης δημόσιας δασικής έκτασης, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929, σύμφωνα με τις οποίες περιήλθε σε αυτόν αυτοδικαίως και χωρίς μεταγραφή, ως κυρίου- ιδιοκτήτη των 4/5 εξ αδιαιρέτου και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου (πρώτος λόγος)", "δεν συμπληρώθηκε η τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 12/9/1915 και οι αναιρεσίβλητοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως αντίθετα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη (δεύτερος λόγος)".
Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, και ειδικότερα ως προς μεν τον πρώτο λόγο, διότι δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, παρά μόνο, όλως περιορισμένη, μεμονωμένη και κατ'επιλογή μια αποσπασματική παραδοχή αυτής, η οποία, μάλιστα, επισημαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται, με ακρίβεια, στο κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής προκύπτει, ως προς δε τον δεύτερο λόγο διότι δεν διαλαμβάνονται καθόλου παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίοι, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-04-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 211/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ