111/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated111/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 111 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 111/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Δ. Β., κατοίκου ..., 2. Γ. Δ. Β., κατοίκου ..., 3. Α. Ι. Κ., κατοίκου ..., 4. Δ. Ι. Κ., κατοίκου ..., 5. Εταιρίας με την επωνυμία "SHEFFIELD PETROLEUM (UK) LIMITED" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 6. Γ.-Π. Τ. του Π., κατοίκου .... Οι πρώτος και δεύτερος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη, ο έκτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μοσχονά ενώ οι τρίτη, τέταρτος και πέμπτη, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από κανένα πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1996 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος- πρώτου καθού η κλήση και την από 24-9-1996 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτης και έκτου αναιρεσιβλήτων0 τρίτου καθ' ου η κλήση πρώτου και δευτέρου καλούντων, τετάρτης και πέμπτου καθ'ων η κλήση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2000 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 16-2-2001 αίτησή του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 917/2002 απόφασή του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών.
Το Εφετείο εξέδωσε την 663/2005 απόφασή του, η οποία με τις 23/2009, 25/2009 και 28/2009 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 244/2013 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-12-2013 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, που επισπεύδουν τη συζήτηση, υπ' αριθμ. 2409 και 2412/7-4-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κεφαλληνίας Α. Κ., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, από την υπ'αριθμ..../15-4-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Κ. Κ., που προσκομίζουν με επίκληση οι ίδιοι ως άνω αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, για την εδρεύουσα στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου πέμπτη αναιρεσίβλητη, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Ο τελευταίος προώθησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, που ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου), στην κεντρική αρχή εποπτείας και συντονισμού δηλαδή προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης την αίτηση επιδόσεως, η οποία και διαβιβάσθηκε από αυτό εν τέλει προς την αρμόδια αρχή παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου (Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας και Ουαλλίας-Τμήμα Εξωτερικού), η οποία και επέδωσε ταχυδρομικώς στις 12-5-2014, μέσω γραμματοκιβωτίου, στην πιο πάνω εταιρεία την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τον κανόνα 6.3(1) (γ) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και της Ουαλλίας.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης αναιρεσίβλητης και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 244/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε με την από 30-7-1996 ανακοπή του την ακύρωση της 585/1996 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως τριών ακινήτων του, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας Γ. Τ., της 657/1996 επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή καθώς και της, με βάση αυτές, επισπευδόμενης από την καθ'ης η ανακοπή και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος των ως άνω ακινήτων του.
Παράλληλα ασκήθηκε η από 24-9-1996 πρόσθετη υπέρ της καθ' ης η ανακοπή παρέμβαση από τους υπερθεματιστές των εκπλειστηριασθέντων επίδικων ακινήτων και ήδη λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Επί της ανακοπής αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση, εκδόθηκε η 269/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία την απέρριψε κατ'ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 22-6-1999 έφεσή του, με την οποία παραπονείτο, εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και για την απόρριψη του πρώτου λόγου ανακοπής του με τον οποίο προέβαλε ότι, ενώ είναι μόνιμος κάτοικος ... σε γνωστή διεύθυνση, δεν του επιδόθηκε πραγματικά η προαναφερθείσα περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, όπως κατά νόμο έπρεπε, αλλά επιδόθηκε μόνο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, με συνέπεια την ακυρότητα της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών που την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 16-2- 2001 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Εφετείου.
Στην συνέχεια το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 663/2005 απόφασή του με την οποία δέχθηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 30-7-1996 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά παραδοχή του πιο πάνω πρώτου λόγου της. Κατά της τελευταίας 663/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών οι προσθέτως παρεμβαίνοντες- υπερθεματιστές άσκησαν αναιρέσεις (τρεις ξεχωριστές) επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχες αποφάσεις του Αρείου Πάγου που παρέπεμψαν στην Τακτική Ολομέλεια τους λόγους που έπλητταν την παραδοχή του πρώτου ως άνω λόγου ανακοπής.
Τελικά η Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τις 23, 25 και 28/2009 αποφάσεις της, κατά παραδοχή των τριών ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως, αναίρεσε την 663/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτό τον πρώτο ως άνω λόγο ανακοπής και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 244/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 269/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Κατά της τελευταίας αποφάσεως (244/2013) του Εφετείου Πατρών εναντιώνεται ο ηττηθείς αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά της εκτελέσεως, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, "το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της εφέσεως και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του που αποτελούσε και τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της εφέσεώς του ισχυρίστηκε ότι σε εκτέλεση της από 3.7.1996 εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας-καθής η ανακοπή ο ως άνω δικαστικός επιμελητής Γ.
Τ., αφού ο αρχικός πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε λόγω αναστολής του, κατάρτισε την ένδικη υπ' αριθμ. …/8.7.1996 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και όρισε τον πλειστηριασμό των τριών ακινήτων του για την 31-7-1996 ενώπιον της συμ/φου Αργοστολίου Άννας Γεωργακοπούλου-Κεκάτου ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού.
Η επαναληπτική αυτή περίληψη κατασχετήριας έκθεσης όμως επιδόθηκε σε αυτόν, οφειλέτη -καθού η εκτέλεση- ανακόπτοντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 999 παρ.3 ΚΠολΔ που ήταν κάτοικος γνωστής διαμονής στο εξωτερικό-Λωζάνης Ελβετίας στην ειδικότερη διεύθυνση που αναφέρει στα δικόγραφα του, με πλασματική επίδοση κατά τα άρθρα 134 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού επιδόθηκε στις 17-7-1996 στον αρμόδιο του τόπου εκτελέσεως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας, ενώ για την επίδοση αυτή, δεδομένου ότι αφορούσε εμπορικής φύσης υπόθεση έπρεπε να τηρηθούν οι διατάξεις της από 30.3.1994 διμερούς σύμβασης μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας και σε κάθε περίπτωση της από 15.11.1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης που αμφότερες έχουν κυρωθεί στην Ελλάδα με τον Α.Ν 729 της 8/15/ίουνίου 1937 και το Ν. 1334/1983 αντίστοιχα και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο , κατά τις οποίες στην προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη 999 παρ. 3 ΚΠολΔ 20ήμέρη προθεσμία από την κατάθεση της εντολής για τη συνέχιση της εκτέλεσης από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή στη συμ/φο του πλειστηριασμού, έπρεπε να επιδοθεί πραγματικά σε αυτόν-καθού η εκτέλεση -οφειλέτη η ένδικη περίληψη κατασχετήριας έκθεσης στη διεύθυνση του στο εξωτερικό και να αποδεικνύεται αυτό εγγράφως και δεν αρκούσε η πλασματική επίδοση του άρθρου 134 ΚΠολΔ που κατά το άρθρο 136 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα θεωρείται (πλασματικά) ότι συντελέσθηκε από την παράδοση του εγγράφου, ως άνω κατασχετήριας έκθεσης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
Αποτέλεσμα ήταν καίτοι ο ως άνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κεφαλληνίας, αφού παρέλαβε το έγγραφο, απέστειλε αυτό στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, προκειμένου να διαβιβασθεί σε αυτόν, προς τον οποίο γίνεται η επίδοση (αρθρ. 134 παρ.3 ΚΠολΔ), μέχρι την άσκηση της ανακοπής του (30.7.1996) να μην έχει παραληφθεί από αυτόν το ως άνω έγγραφο- περίληψη κατασχετήριας έκθεσης-αλλά ούτε και την επομένη, όταν βάσει αυτής διενεργήθηκε πλειστηριασμός των ακινήτων του, όπως συμπλήρωσε με τις έγγραφες προτάσεις του.
Με βάση αυτά υποστηρίζει ο ανακόπτων ότι δεν έγινε προς αυτόν η επίδοση της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, την οποία παράλειψη απαιτεί ο νόμος με ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού (αρθρ.999 παρ.3 και 4 ΚΠολΔ) και έτσι είναι άκυρος ο επισπευδόμενος και τελικά διενεργηθείς πλειστηριασμός. Τα υποστηριζόμενα αυτά, ως λόγος ανακοπής, άσχετα αν ισοδυναμεί με παράλειψη -ανυπαρξία επιδόσεως, ελέγχεται μη νόμιμος, Ειδικότερα, ως έγγραφα, για την επίδοση των οποίων δεν αρκεί η πλασματική κατά τον ΚΠολΔ επίδοση προς τον κάτοικο εξωτερικού δια του εισαγγελέως, αλλά απαιτείται πραγματική παράδοση αυτών στον παραλήπτη τους, κατά τη διαγραφόμενη από τις συμβάσεις διαδικασία, νοούνται μόνο τα εισαγωγικά δίκης δικόγραφα και τα ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα, όχι δηλαδή και τα ακολουθούντα την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγγραφα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, για την οποία αρκεί η πλασματική δια του εισαγγελέως επίδοση".
Στην συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους: "Ο ανακόπτων με τις έγγραφες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποστήριξε και επαναλαμβάνει με σχετικό λόγο εφέσεώς του, ότι η πλασματική κατά τα ως άνω επίδοση προς αυτόν ως κάτοικο εξωτερικού κατά τα άρθρα 134 ,136 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέσθηκε από την παράδοση του εγγράφου κατασχετήριας έκθεσης στο Εισαγγελέα και, σε κάθε περίπτωση, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, γιατί το έγγραφο αυτό που απεστάλη σε μετάφραση στη γαλλική γλώσσα για επίδοση προς αυτόν, συνεπεία σφάλματος των αρμοδίων για την επίδοση αρχών της Ελβετίας επεστράφη στην Ελλάδα ανεπίδοτο και σύμφωνα με την από 6-9-1996 σχετική βεβαίωση των Ελβετικών αρχών που επεστράφη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κεφαλληνίας, από τη δηλούμενη διεύθυνση προς επίδοση ...
αυτός έχει μετοικήσει από το Νοέμβριο 1995 και έκτοτε δεν διαμένει στην εν λόγω διεύθυνση. Έτσι υποστηρίζει ο ανακόπτων ότι αφού το έγγραφο της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, επιστράφηκε ανεπίδοτο, η επίδοση του δεν συντελέσθηκε και ακύρως επισπεύθηκε ο πλειστηριασμός των ακινήτων, από τον οποίο λόγο ζητεί την ακύρωση του.
Ο λόγος αυτός, ως νέος λόγος ανακοπής, που ο ανακόπτων έλαβε γνώση των περιστατικών που στηρίζουν αυτόν μετά την 6.9.1996 που επιστράφηκε ανεπίδοτο το έγγραφο, προβαλλόμενος με τις έγραφες προτάσεις και όχι με πρόσθετο δικόγραφο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, κατά την παρ. 2 του άρθρου 585 ΚΠολΔ, νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή.
Έτσι νέοι λόγοι ανακοπής δεν μπορούν να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από αυτόν που ορίζεται στην ως άνω διάταξη, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας δίκης. Ο ανακόπτων όμως μετά την άσκηση της από 30.7.1996 ανακοπής του και αφού κατά την αρχική δικάσιμο της 18.2.1997, όταν συζητήθηκε η -υπόθεση, δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης και η υπόθεση επανασυζητήθηκε με πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Κεφαλληνίας κατ' άρθρ. 307 ΚΠολΔ στη δικάσιμο της 2 Μαρτίου 1999, με τις έγγραφες προτάσεις του επί της επανασυζήτησης που κατέθεσε στις 24.2.1999, όταν σημειωτέον κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ που προβλέπει την επανάληψη συζητήσεως, οι διάδικοι δεν μπορούν να προβάλουν νέους ισχυρισμούς, εμφανίζεται να προβάλει τον ως άνω ισχυρισμό, ενώ είχε την ευχέρεια στο διάστημα που μεσολάβησε να προβάλει αυτόν όπως απαιτείται με πρόσθετο δικόγραφο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε προεχόντως ως απαράδεκτο τον ως άνω λόγο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή δικονομικές διατάξεις περί της ασκήσεως ανακοπής κατά εκτελέσεως και δεν τις παραβίασε. Τούτο γιατί όπως προκύπτει από το ακριβές αντίγραφο της από 30-7-1996 ένδικης ανακοπής, την οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, δεν περιείχετο σ' αυτή λόγος ανακοπής για μη σύννομη πλασματική, κατ' άρθρο 134 ΚΠολΔ, επίδοση στον ανακόπτοντα της περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως.
Ειδικότερα, καμία αναφορά δεν γίνεται στην ένδικη ανακοπή για το ότι η πλασματική επίδοση της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως στον Εισαγγελέα του τόπου εκτελέσεως δεν επάγεται αποτελέσματα και θεωρείται άκυρη εκ του γεγονότος ότι το αποσταλέν (από τον Εισαγγελέα) έγγραφο επεστράφη ανεπίδοτο από τις αρμόδιες Ελβετικές αρχές και (συνακόλουθα) δεν διατυπώνεται και σχετικό (συγκεκριμένο) αίτημα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο ως άνω λόγος ανακοπής απορρίφθηκε και ως ουσία αβάσιμος με την εξής επικουρική αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση η διεύθυνση ...
που υποδείχθηκε ως κατοικία του καθού η εκτέλεση ανακόπτοντος για την επίδοση σε αυτόν της περίληψης-κατασχετήριας έκθεσης ήταν εξ αντικειμένου αληθής, αφού αυτή είναι η αναφερόμενη σε όλα τα δικόγραφά του, όπως και στην ένδικη ανακοπή και την έφεσή του, ο ίδιος δε επιμένει ότι αποτελούσε την διεύθυνση της κατοικίας του τον επίμαχο χρόνο της επιδόσεως.
Έτσι τυχόν σφάλμα των αρμοδίων για την επίδοση Ελβετικών αρχών, όπως υποστηρίζει ο ανακόπτων, τη στιγμή μάλιστα που, όπως παραδέχεται και ο ίδιος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το Νοέμβριο 1995, δηλαδή πριν την ένδικη επίδοση, μετακόμισε σε άλλο διαμέρισμα του συγκροτήματος στην ίδια ως άνω διεύθυνση, δεν επηρεάζει το κύρος της επίδοσης, που επιχειρήθηκε σε εξ αντικειμένου αληθή υποδειχθείσα από τον ίδιο διεύθυνση του στο εξωτερικό και θεωρείται συντελεσθείσα από την επίδοση του εγγράφου-περίληψης κατασχετήριας εκθέσεως στον εισαγγελέα του τόπου εκτελέσεως".
Ο ανακόπτων, με το δεύτερο λόγο, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής του ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεδομένου ότι η μη επίδοση του πιο πάνω εγγράφου οφειλόταν σε λόγους που δεν τον βαρύνουν. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η ανωτέρω επάλληλη επικουρική αιτιολογία, ενώ δεν τελεσφόρησε ο πρώτος λόγος με τον οποίο πλήττεται η πρώτη κύρια αιτιολογία περί απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου ανακοπής, η οποία, στηρίζει κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δευτέρου και έκτου των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση του Π. Α. Ζ. για αναίρεση της 244/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τον έκτο αναιρεσίβλητο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ