Legislator Case Law & Legislation
111/2012 AI generated

111/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 111/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 111 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 111/2012

Legislator headnote

AI generated

111/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 111 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 111/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 111 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 111/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", με έδρα την Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Β. Α.Ε", με έδρα την Ορεστιάδα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φωτιάδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, 3. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενης, με την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΒΑ) Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Φωτάκη, και 4. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-1999 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως και τις από 16-11-1999, 4-2-2000 και 28-12-1999 παρεμβάσεις των λοιπών ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 392/2002 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητησε η αναιρεσείουσα με την από 13.11.2002 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 988/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την ανωτέρω υπόθεση και παρέπεμψε αυτή προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Το Εφετείο Θράκης εξέδωσε εκ νέου την 690/2006 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητεί εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που οι αιτιάσεις του αναφέρονται στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και να απορριφθεί κατά το μέρος που οι αιτιάσεις του αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 20 του ιδίου Κώδικα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, έναντι των οποίων επιδιώκεται και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναίρεση αυτής.

Συνεπώς είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τους οποίους δεν υφίσταται έτσι έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου εκτός αν προβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 του Κ.Πολ.Δ., έννομο συμφέρον προς αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως, διότι δημιουργούν δυσμενές σε βάρος του νικήσαντος διαδίκου δεδικασμένο, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αναίρεση της αποφάσεως κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 525/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 690/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η από 6-9-2005 κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας, έναντι της πρώτης των καθών και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας. Επομένως, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε κατά ένα μέρος απορριπτέα έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης (πρώτης των καθών) η κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας και οι προβαλλόμενοι με το αναιρετήριο λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται σε πλημμέλειες ως προς την κρίση του Εφετείου για το μέρος που απορρίφθηκε η κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας, χωρίς να προβάλλεται αίτημα και συναφές έννομο συμφέρον της τελευταίας (αναιρεσείουσας) προς αντικατάσταση των αιτιολογιών που στηρίζουν την απορριπτική διάταξη ως προς τους πρώτη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων εταιριών, έναντι αυτών η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1287 εδ. α' ΑΚ, όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1277 ΑΚ, η προσημείωση χορηγεί μόνο δικαίωνα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης, όταν δε η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1323 αρ. 2 του ίδιου Κώδικα, απόσβεση της προσημείωσης επέρχεται αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τράπηκε σε υποθήκη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 εδάφ. α' και γ' ΚΠολΔ, αν δεν έχει ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη νέα επίδοση. Αν περάσει άπρακτη και η νέα προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και υπόκειται μόνο σε αναψηλάφηση. Τέλος, κατά την παρ.1 του άρθρου 29 Εισαγ. Ν. ΚΠολΔ, αν κατά της διαταγής πληρωμής χρηματικής απαίτησης δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή η ανακοπή που ασκήθηκε απορριφθεί τελεσίδικα, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο για την εγγραφή υποθήκης. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν έχει εγγραφεί προσημείωση για να ασφαλισθεί απαίτηση για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, η προσημείωση μετατρέπεται σε υποθήκη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι μόνη η άπρακτη πάροδος της κατά το άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής δεν αρκεί ούτε για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη ούτε για να αρχίσει να τρέχει η κατά το άρθρο 1323 αρ. 2 ΑΚ προθεσμία των ενενήντα ημερών και να θεωρηθεί ακολούθως, μετά τη συμπλήρωση και της προθεσμίας αυτής, η προσημείωση ως αποσβεσθείσα, αλλά απαιτείται προς τούτο να έχει γίνει και δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής και να έχει περάσει άπρακτη η κατά το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ δεκαήμερη προθεσμία, οπότε πλέον η διαταγή εξακολουθεί μεν να μην είναι δικαστική απόφαση, αποκτά όμως κατά νόμο δύναμη δεδικασμένου και δεν μπορεί να προσβληθεί παρά μόνο με αναψηλάφηση (Ολ.ΑΠ 6/1996, Ολ.ΑΠ 30/1987, ΑΠ 28 /2000, ΑΠ 1494/20Θ3, ΑΠ 1330/2006). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 295, 297, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η νομότυπη παραίτηση από του δικογράφου της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, ως αποτέλεσμα έχει την κατάργηση της δίκης που ανοίχθηκε με το σχετικό δικόγραφο και την άρση των συνεπειών που απορρέουν από τα άρθρα 215 και 221 ΚΠολΔ, δεν επιφέρει όμως την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως που επιδικάζεται με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, η οποία δεν αποκτά μετά την τοιαύτη παραίτηση δύναμη δεδικασμένου. Μόνο δε μετά την επίδοση εκ νέου της διαταγής πληρωμής, εφόσον πλέον θεωρείται ότι η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ κατ' αυτής δεν ασκήθηκε ποτέ και την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των δέκα ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, επέρχεται τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως που επιδικάζεται με τη διαταγή πληρωμής (ΑΠ 1494/2003). Εφόσον δε συντρέξουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις και η διαταγή πληρωμής αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, η ασφαλιζόμενη, με εγκύρως εγγραφείσα προσημείωση απαίτηση που ενσωματώνεται σ' αυτήν, δίνει το δικαίωμα στον προσημειούχο δανειστή, είτε να ζητήσει την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης, είτε να ζητήσει εγγραφή υποθήκης με βάση το δικαστικό τίτλο της διαταγής πληρωμής. Στην περίπτωση που συμβούν τα τελευταία, το δικαίωμα της ήδη υφισταμένης πλέον υποθήκης, αν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, μπορεί να ασκηθεί και στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1011/2007). Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 625/2008). Με τον πρώτο των ως άνω λόγων (άρθρο 559 αρ. 1) ελέγχεται η νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της. Αν όμως οι τελευταίες (παραδοχές) δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, κυρίας παρέμβασης κλπ, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, ως διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση ή αντιστρόφως, για να θεμελιωθεί το ορισμένο ή το νόμιμο λήφθηκαν υπόψη περιστατικά , των οποίων δεν έγινε επίκληση, ιδρύεται ο δεύτερος των παραπάνω λόγων του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/1995, ΑΠ 1375/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θράκης την από 6-9-2005 κυρία παρέμβαση της, στην δίκη που ανοίχθηκε μετά την αναίρεση της υπ' αριθμό 392/2002 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως της ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης και την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, την οποία επανέφερε στο τελευταίο, με κλήση της, η άνω τέταρτη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη σ' αυτήν (κυρία παρέμβαση) ζήτημα που εμπίπτει στα διαγραφόμενα με την αναιρετική απόφαση όρια της νέας αυτής συζητήσεως της υπόθεσης. Στην ως άνω κυρία παρέμβαση ισχυρίσθηκε η παρεμβαίνουσα τα εξής: Ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. .../13-1-1988 και .../23-6-1994 συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας ανοίχθηκε πίστωση για τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά, προς εξασφάλιση δε των παραπάνω πιστώσεων εγγράφηκαν νομίμως υπέρ αυτής και κατά της οφειλέτριας εταιρίας, επί ακινήτων της τελευταίας, που περιγράφονται στην παρέμβαση, προσημειώσεις υποθήκης, για τα αναφερόμενα ποσά, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ορεστιάδας. Ότι προς εξυπηρέτηση των παραπάνω πιστώσεων ανοίχθηκαν λογαριασμοί χορηγήσεων, οι οποίοι, αφού κινήθηκαν, κλείσθηκαν νομότυπα στις 6-5-1999, λόγω μη καταβολών εκ μέρους της πιστούχου, εμφανίζοντες κατά το κλείσιμο τους τα αναφερόμενα στην παρέμβαση χρεωστικά υπόλοιπα εις βάρος της πιστούχου. Ότι μετά το κλείσιμο των ανωτέρω λογαριασμών, βάσει των προαναφερόμενων συμβάσεων πιστώσεως, επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση αντίστοιχα, των υπ' αριθμ. 29/284/32/2000 και 30/285/33/2000 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος, εις βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης πιστούχου εταιρίας, ακολούθως δε στις 29-2-2000 επέδωσε στην τελευταία ακριβή αντίγραφα των άνω διαταγών πληρωμής με πρώτο απόγραφο εκτελεστό των τελευταίων και α' επιταγή προς εκτέλεση, συνταχθεισών προς τούτο αντίστοιχα, των υπ' αριθμ. .../29-2-2000 και ... /29-2-2000 εκθέσεων επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ορεστιάδος .... Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε αντίστοιχα, τις υπ' αριθμ. 390/17/7-3-2000 και 391/18/7-3-2000 ανακοπές κατά των ως άνω διαταγών πληρωμής (υπ' αριθμ. 29/284/32/2000 και 30/285/33/2000), από το δικόγραφο όμως των οποίων παραιτήθηκε νομότυπα στις 5-10-2000. Ότι, ακολούθως, ακριβή αντίγραφα των άνω διαταγών πληρωμής, με πρώτο απόγραφο εκτελεστό αυτών και β' επιταγή προς εκτέλεση, επέδωσε εκ νέου στην πρώτη αναιρεσίβλητη (καθ' ής οι διαταγές πληρωμής), στις 14-11-2002, συνταχθεισών προς τούτο αντίστοιχα, των υπ1 αριθμ. 2813Β'/14-11-2002 και 2814 Β'/14-11-2002, εκθέσεων επιδόσεως, του ίδιου , ως άνω, Δικαστικού Επιμελητού. Ότι δυνάμει των προαναφερόμενων διαταγών πληρωμής ενέγραψε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ορεστιάδος, την 5-4-2000, προσημείωση υποθήκης υπέρ αυτής και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης (καθής οι διαταγές πληρωμής) για τα αναφερόμενα στην παρέμβαση ποσά, επί των περιγραφομένων σ' αυτήν ακινήτων της τελευταίας, που αναφέρονται σ' αυτά, για τα οποία είχαν εξασφαλισθεί με προσημείωση οι ανωτέρω πιστώσεις με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, τις ως άνω δε προσημειώσεις, μετά την κατά τα άνω επελθούσα τελεσιδικία των διαταγών πληρωμής, έτρεψε σε υποθήκη την 23-1-2003, τηρώντας τις απαιτούμενες διατυπώσεις. Ότι στις 5-9-2005, δυνάμει της άνω, υπ'αριθμ.30/285/33/2000 διαταγής πληρωμής, ενέγραψε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ορεστιάδος, υπέρ αυτής και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, υποθήκη, για το ποσό των 151.191,78 ευρώ, επί των ίδιων ως άνω ακινήτων, που αναφέρονται στην παρέμβαση. Ότι με το υπ' αριθμ. .../9/5-1-1998 ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου πυρός, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης και δεύτερης των ήδη αναιρεσίβλητων και για το χρονικό διάστημα από 2-1-1998 έως 2-1-1999, από τη δεύτερη των άνω συμβαλλομένων ασφαλιστική εταιρία, ασφαλίσθηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτό ακίνητα της πρώτης, για τα οποία είχαν εγγραφεί οι άνω προσημειώσεις προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από την προρρηθείσα αιτία, και ότι επήλθε ήδη ο ασφαλιστικός κίνδυνος εντός του χρόνου της ασφαλίσεως, σε τρόπο ώστε η δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να οφείλει ως ασφάλισμα στην πρώτη (πιστούχο-ασφαλισμένη εταιρία) το ποσό των 406.050.494 δραχμών ή 1.191.637,50 ευρώ, πλην όμως η τελευταία (πρώτη αναιρεσίβλητη) δεν είναι δικαιούχος του ποσού αυτού, καθόσον δικαιούχος είναι η ίδια (αναιρεσείουσα) ως ενυπόθηκη δανείστρια, μέχρι του ύψους των ανωτέρω υποθηκών της επί των επίδικων ακινήτων , το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 406.627,88 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει το άνω ποσόν των 406.627,88 ευρώ, νομιμοτόκως από 6-9-2005, άλλως από την επίδοση της άνω κύριας παρέμβασης της. Η τελευταία (κυρία παρέμβαση), η οποία παραδεκτώς ασκήθηκε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη δίκη που ανοίχθηκε μετά την παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό, είναι νόμιμη, ως προς ολόκληρο το αιτούμενο δι' αυτής ποσόν, στο οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι ανέρχεται η ενυπόθηκη απαίτηση της, και όχι μόνο ως προς το ποσό των 151.191,78 ευρώ, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι γίνεται επίκληση στην κυρία παρέμβαση για ενυπόθηκη απαίτηση της αναιρεσείουσας. Στηρίζεται δε στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1287 εδ. α' ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1260, 1261,1277 του ίδιου Κώδικα , 632 παρ.1 633 παρ. 2 ΚΠολΔ., και 29 παρ. 1 και 2 Εισ. Ν. ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της κυρίας παρέμβασης της αναιρεσείουσας γίνεται σαφής επίκληση ότι η τελευταία, τις προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής, για το συνολικό ποσό των οποίων είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, επέδωσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη οφειλέτρια εταιρία (καθής οι διαταγές πληρωμής) την 29-2-2000, οπότε η τελευταία άσκησε τις προαναφερόμενες ανακοπές κατά των διαταγών αυτών, από τα δικόγραφα όμως των οποίων παραιτήθηκε νομότυπα στις 5-10-2000 και ακολούθως, επέδωσε εκ νέου αυτές στην εν λόγω αναιρεσίβλητη στις 14-11-2002, παρελθούσης δε της δεκαήμερης προθεσμίας χωρίς να ασκηθεί ανακοπή, κατέστησαν τελεσίδικες οι άνω διαταγές πληρωμής, και κατόπιν αυτού προέβη νομότυπα στις 23-1-2003, στην τροπή των άνω προσημειώσεων σε υποθήκη, πριν δηλαδή παρέλθει η προθεσμία των ενενήντα ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 1323 αρ. 3 ΑΚ, και επέλθει απόσβεση των προσημειώσεων αυτών, αφού, σύμφωνα με την επίκληση που γίνεται στην κυρία παρέμβαση, η δεύτερη επίδοση των διαταγών πληρωμής έγινε στις 14-11-2002, η άπρακτη δεκαήμερη προθεσμία συμπληρώθηκε στις 25-11-2002 και με αφετηρία την ημερομηνία αυτή, δεν συμπληρώνονται ενενήντα ημέρες μέχρι στις 23-1-2003. Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στο δικόγραφο της ένδικης κυρίας παρέμβασης , επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι η παραπάνω διαταγές πληρωμής κατέστησαν τελεσίδικες στις 5-10-2000, αναφορά που γίνεται μόνο ως προς την παραίτηση από τα δικόγραφα των ανακοπών που άσκησε η πρώτη αναιρεσίβλητη μετά την πρώτη επίδοση των εν λόγω διαταγών πληρωμής, καθώς επίσης με το να μη δεχθεί την επίκληση στο ίδιο δικόγραφο της επίδοσης για δεύτερη φορά των άνω διαταγών πληρωμής στίς 14-11-2002, και την άπρακτη πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής εκ μέρους της ίδιας αναιρεσίβλητης, χρόνο τον οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα ως τοιούτο της τελεσιδικίας των διαταγών πληρωμής και ως αφετηρία της προθεσμίας των ενενήντα ημερών για την τροπή των άνω προσημειώσεων σε υποθήκες και να καταλήξει κατόπιν αυτών ότι κατά την 23-1-2003 που γίνεται επίκληση τροπής των προσημειώσεων σε υποθήκες είχαν αποσβεσθεί οι προσημειώσεις αυτές κατ' άρθρο 1323 αρ. 3 ΑΚ, λόγω παρόδου της προθεσμίας των ενενήντα ημερών, και ως εκ τούτου η κυρία παρέμβαση είναι νόμιμη μόνο για την επιδιωκόμενη απαίτηση των 151.191,78 ευρώ, για την οποία γινόταν επίκληση ότι ενεγράφη υποθήκη δυνάμει της άνω υπ' αριθμ. 30/285/33/2000 διαταγής πληρωμής και όχι για το σύνολο της επιδιωκόμενης απαίτησης των 406.627,88 ευρώ, απορρίπτοντας την ένδικη κυρία παρέμβαση κατά το πλέον του πρώτου των άνω ποσών ως μη νόμιμη, αφενός μεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και αφετέρου παρέλειψε να λάβει υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 8 ΚΠολΔ, τα οποία όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης, δεν ιδρύουν και τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 690/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς την απορριπτική διάταξη της που αναφέρεται στην κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, η μεν αναιρεσείουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την υπ' αριθμό 690/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο αιτιολογικό,

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει: Α) Την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για την πρώτη σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για την τρίτη σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και την τέταρτη σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, και Β) Την δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ