Legislator Case Law & Legislation
111/2008 AI generated

111/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 111/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 332, 324 και 330 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση, την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Legislator headnote

AI generated

111/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση στις προσβαλλόμενες αποφάσεις για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 111 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 111/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων :1) ...... και 2) ........, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Μιχαήλ Πατεράκης .

Της αναιρεσιβλήτου : ......., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γιώργος Αποστολίδης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Μαΐου 1999 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος ψ, νόμιμη κληρονόμος του οποίου είναι η ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6689/2000 αναβλητική και 4724/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου καθώς και οι 355/2003 προδικαστική και 435/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 10 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 332, 324 και 330 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση, την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν συντρέχει, όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε κάτω από νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον χρόνο που ήταν κρίσιμος στην προηγούμενη δίκη και ενόψει του οποίου επιδικάσθηκε ή όχι η απαίτηση, η οποία ήταν επίμαχη στη δίκη εκείνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η προϋπόθεση της ταυτότητος και στις δύο δίκες του νομικού ζητήματος, δηλαδή της νομικής αιτίας (Ολ ΑΠ. 34/1992).

Δεδικασμένο δε περί των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων σχέσεων παράγεται και αν ακόμη η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιοδήποτε λόγο εσφαλμένη. Κατά τη νέα δίκη, στην οποία ως προδικαστική έννομη σχέση αναφύεται η τελεσιδίκως κριθείσα, εκ της οποίας αναβλύζουν άλλες αξιώσεις για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, το δικαστήριο υποχρεούται να θεωρήσει ως δεδομένη την ύπαρξή της και επ' αυτής να στηρίξει την δικαιοδοτική κρίση του περί της υπάρξεως των μεταγενεστέρων αξιώσεων που αποτελούν, ως κύριο ζήτημα, το νομικό αντικείμενο της νέας δίκης.

Για το λόγο αυτό δεν χωρεί αναιρετικός έλεγχος της αποφάσεως που εκδόθηκε στη νέα δίκη που αναφέρεται σε πλημμέλειες, της αποφάσεως εκ της οποίας παρήχθη το δεδικασμένο και επί του οποίου στηρίχθηκε η μεταγενέστερη δικαστική διάγνωση. Επομένως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως η εγκυρότητα μιας μισθωτικής συμβάσεως, παράγει δεδικασμένο σε δίκη μεταξύ των αυτών προσώπων, με αντικείμενο αξιώσεις που παρήχθησαν, στο πρόσωπο του εκμισθωτού σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και πηγάζουν από την τελεσιδίκως κριθείσα μισθωτική έννομη σχέση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις συμπροσβαλλόμενες (οριστική και μη οριστική) αποφάσεις, το Εφετείο έκανε δεκτό ότι εκ της προηγουμένης υπ' αριθμ. 1010/1997 τελεσιδίκου (και αμετακλήτου) αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσης μεταξύ των αυτών διαδίκων δια της οποίας αναγνωρίσθηκε ως έγκυρη σύμβαση μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αμέσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσιβλήτου ψ, την ...., έχουσα ως αντικείμενο την χρήση του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...... και μετέπειτα ........ δημοσίας χρήσεως του φορτηγού αυτοκινήτου μαζί με την άδεια κυκλοφορίας, και επεδικάσθη αποζημίωση χρήσεως για το χρονικό διάστημα μέχρι τέλους Μαΐου 1993, παρήχθη δεδικασμένο περί της εγκυρότητας της ανωτέρω μισθωτικής συμβάσεως και ακολούθως με βάση την εν λόγω δεσμευτικώς γενομένη διάγνωση περί της υπάρξεως της εν λόγω εννόμου σχέσεως, επεδίκασε αποζημίωση χρήσεως υπέρ της αναιρεσιβλήτου για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από του έτους 1994 έως 1999.

Με τη κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, αφού ως προς την τελεσιδίκως κριθείσα προκριματική έννομη σχέση της μισθωτικής ως άνω συμβάσεως παρήχθη δεδικασμένο από την προμνημονευθείσα τελεσίδικη απόφαση, εκδοθείσα υπό το νομοθετικό καθεστώς του ν. 383/1976 "περί διενεργείας εμπορευματικών μεταφορών δια φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως", με βάση το οποίο κρίθηκε η εγκυρότητα της άνω μισθωτικής συμβάσεως, το οποίο δεν μεταβλήθηκε μέχρι την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση στις προσβαλλόμενες αποφάσεις για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

2. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ψέγονται οι προσβαλλόμενες αποφάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 383/1976 με την παραδοχή ότι η προαναφερόμενη μισθωτική σύμβαση είναι έγκυρη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο εδέχθη την εγκυρότητα της παραπάνω μισθωτικής συμβάσεως στα πλαίσια της παραδοχής του δεδικασμένου και εντός των αντικειμενικών και υποκειμενικών του ορίων χωρίς να υπεισέλθει στην εκτίμηση των αποδείξεων και την υπαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος σε ουσιαστικό κανόνα δικαίου για να αποφανθεί στη συνέχεια περί της εγκυρότητος της ανωτέρω μισθωτικής συμβάσεως. 3. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών συνεδριάσεως του Δικ0αστηρίου που περιέχουν τις καταθέσεις μαρτύρων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στην έννοια των εγγράφων η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνονται και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης στα οποία καταχωρίζονται οι καταθέσεις των μαρτύρων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.9.2006 αίτηση για αναίρεση των αποφάσεων 355/2003 και 435/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ