111/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Εμμανουήλ Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated111/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε επίσης την απόρριψη και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 111 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 111/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Εμμανουήλ Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "HENKEL HELLAS A.E.B.E." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2001 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 18 Απριλίου 2001 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 552/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο να δικαστεί εκ νέου από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε στη συνέχεια η 50/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Απριλίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 8 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε επίσης την απόρριψη και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Ο ενάγων - αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και έκρινε βάσιμη την μη προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση λύσεως με συμφωνία των διαδίκων της υφιστάμενης μεταξύ αυτών αναγκαστικής συμβάσεως εργασίας (του Ν. 1648/1986) και συνάψεως νέας "ελεύθερης" συμβάσεως.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την ένδικη από 27-12-1998 αγωγή του ότι με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1648/1986 τοποθετήθηκε ως εργατοτεχνίτης στο εργοστάσιο της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα σ' αυτή να αναλάβει εργασία.
Η αναιρεσίβλητη κατέθεσε στις 17-3-1993 την από 9-3-1993 προσφυγή της ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του άνω νόμου, ζητώντας την ανάκληση της παραπάνω αποφάσεως και αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία του. Αργότερα όμως τον κάλεσε να εργασθεί ως εποχιακός εργάτης και συνήψαν έτσι την από 1-4-1993 σύμβαση εργασίας εποχιακού και έκτακτου προσωπικού.
Από την εργασία που παρείχε με βάση τη σύμβαση αυτή αποχώρησε ο αναιρεσείων στις 24-4-1993, υπογράφοντας και δήλωση οικειοθελούς αποχωρήσεως. Ακολούθως στις 12-7-1993 συζητήθηκε στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή η από 9-3-1993 προσφυγή της αναιρεσίβλητης και κατά την συζήτηση αυτή η τελευταία, επικαλούμενη την ανωτέρω δήλωση του αναιρεσείοντος και σχετική έγγραφη βεβαίωση αυτής, παρέστησε ψευδώς στην Επιτροπή ότι η δήλωση αφορούσε την αποχώρηση του αναιρεσείοντος από την αναγκαστική σύμβαση εργασίας και παρέπεισε έτσι την Επιτροπή που έκρινε το όλο θέμα ως άνευ αντικειμένου με την 162/1993 απόφασή της.
Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε, κατόπιν προσφυγής του αναιρεσείοντος, με την 300/1997 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας, που ανέπεμψε την από 9-3-1993 προσφυγή της αναιρεσίβλητης στην παραπάνω Δευτεροβάθμια Επιτροπή, για να κρίνει τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Με βάση τα περιστατικά αυτά και τους ισχυρισμούς ότι η μεταξύ των διαδίκων αναγκαστική σύμβαση ουδέποτε λειτούργησε και ότι η αναιρεσίβλητη δεν αποδέχεται μέχρι σήμερα την προσήκουσα προσφορά της εργασίας του, ζήτησε ο αναιρεσείων με την αγωγή κυρίως μεν να του καταβάλει η αναιρεσίβλητη τους νόμιμους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 16-3-1993, που έπρεπε να τον είχε προσλάβει, μέχρι και τις 31-12-1998, επικουρικά δε να του καταβάλει το ίδιο ποσό (των μισθών υπερημερίας), ως αποζημίωση με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 επ.
Α.Κ.), προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσίβλητης, που παρέστησαν ψευδώς και δολίως στην Δευτεροβάθμια Επιτροπή ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την παρεχόμενη, βάσει της αναγκαστικής συμβάσεως, εργασία του και πέτυχαν έτσι να αποφανθεί η Επιτροπή ότι το όλο θέμα ήταν άνευ αντικειμένου, ενώ διαφορετικά θα απέρριπτε την προσφυγή της.
Την ως άνω αγωγή αρνήθηκε η αναιρεσίβλητη και πρότεινε επιπλέον, κατά την πρώτη συζήτηση, την αοριστία της αγωγής και την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος. Το Εφετείο Λαμίας, στο οποίο επανήλθε η υπόθεση, μετά την αναίρεση της προεκδοθείσας 36/2001 αποφάσεώς του, με την 552/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, στις 16-3-1993 που εμφανίστηκε ο αναιρεσείων στο εργοστάσιο της αναιρεσίβλητης για να αναλάβει εργασία ολοκληρώθηκε η σύναψη της μεταξύ των διαδίκων αναγκαστικής συμβάσεως εργασίας.
Την σύμβαση αυτή όμως συμφώνησαν να καταργήσουν οι τελευταίοι και να συνάψουν νέα "ελεύθερη" σύμβαση και έτσι την 1-4-1993 κατήργησαν με σύμβαση την αναγκαστική σύμβαση εργασίας και σε αντικατάσταση αυτής συνήψαν νέα, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, με την οποία προσλήφθηκε ο αναιρεσείων ως εποχιακός εργάτης.
Η νέα αυτή σύμβαση έληξε με την οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσείοντος στις 24-4-1993 και από τότε έπαψε η αναιρεσείουσα να του καταβάλει τις αποδοχές του. Με αυτά τα δεδομένα έκρινε το Εφετείο ότι δεν περιήλθε η αναιρεσίβλητη σε υπερημερία, ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας και δεν ερεύνησε γι' αυτό αν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την περιέλευση της αναιρεσίβλητης σε υπερημερία, δηλαδή αν ο αναιρεσείων προσέφερε προσηκόντως σ' αυτή την εργασία του κάθ'όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και αρνιόταν να την αποδεχθεί η αναιρεσίβλητη, ούτε εξέτασε αν υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της τελευταίας, που είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση απορρίψεως της προσφυγής της από την Δευτεροβάθμια Επιτροπή, παρέβλαψε τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος από την καταρτισμένη, με την εμφάνισή του προς ανάληψη εργασίας, αναγκαστική σύμβαση εργασίας- μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν ισόποση με τους μισθούς του επίδικου διαστήματος ζημία.
Την ένσταση όμως καταργήσεως με συμφωνία των μερών της πιο πάνω αναγκαστικής συμβάσεως εργασίας δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις αυτής της πρώτης συζητήσεως, και συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την αγωγή με την προαναφερόμενη αιτιολογία, έλαβε υπόψη κρίσιμο ισχυρισμό (πράγμα) που δεν προτάθηκε και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχυρίζεται βάσιμα ο αναιρεσείων με τον σχετικό πρώτο λόγο της αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 50/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ