Legislator Case Law & Legislation
1119/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding oath certificates and evidence admissibility rules.

Case Number 1119/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Chamber of the Court of Appeal, ruling that the lower court did not commit a procedural error. The appellants argued that the appellate court improperly considered more than three sworn certificates and failed to declare certain evidence inadmissible under the Civil Procedure Code. The court held that the relevant statutory limits on oath certificates had been superseded by a 2015 law, allowing up to five certificates per party, thus validating the appellate court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 422 of the Code of Civil Procedure: The court must apply the current statutory limits on the number of oath certificates permitted for evidence, even if the case was pending after the law's enactment, provided the certificates were obtained after the new law took effect.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Oath certificates Evidence admissibility Appeal dismissal Procedural error Statutory limits Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 422 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 270 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1119/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ... και της Σ., χήρας Κ. Ζ., 2) Μ. Π. του Θ. και της Σ., συζύγου Ν. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τζαβέλλα, που ανακάλεσε την από 18-10-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Σ. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Σ. Π. του Δ. και της Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανίδη, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο 2 αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ..., σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1) ο ήδη υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, 2) η Δ. χήρα Δ. Π., το γένος Κ. και Π. Γ., κάτοικος ..., 3) η Ε. Π. του Δ. και της Δ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4642/2009 μη οριστική, 5833/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1220/2015 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 29-10-2015 αίτηση και τους από 28-2-2017 προσθέτους λόγους αυτών.

Εκδόθηκε η 855/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3574/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 Κ.Πολ.Δ., (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από ...

απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος ..., στις ... απεβίωσε στην Αθήνα ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ. Π., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) των υπ' αριθμ. ... πρακτικών του Ειρηνοδικείου ... περί της δημοσίευσης της από ... ιδιόγραφης διαθήκης του Δ. Π.

β) των υπ' αριθμ. ... και ... πιστοποιητικών του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω, διαθήκης και περί μη καταχωρήσεως δήλωσης περί αποποίησης της κληρονομίας του Δ. Π. γ) του ... πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου ... περί μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος της Π.

Δ., Π. Σ. και Π. Ε. στην κληρονομιά του Δ. Π. και περί μη προσβολής του κύρους αυτής και δ) το υπ'αριθ. ... πιστοποιητικό του Δήμου ... εγγυτέρων συγγενών του αποβιώσαντος Δ. Π., κατάλειπε μόνους εκ διαθήκης κληρονόμους του, τους Δ. Π., Σ. Π. και Ε. Π.. Υπό την ιδιότητά τους αυτή των κληρονόμων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, οι εν λόγω κληρονόμοι του, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ορφανίδη στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο του προαναφερόμενου πρώτου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται, από αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από ... αγωγή οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από ... ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης στις 7-2-2007 Ζ. Π. του Σ., αδελφής του πατέρα τους, με την οποία κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία στους εναγομένους αδελφό και ανιψιό της αντίστοιχα, διότι αυτή δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από την ίδια, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου εκάστης αυτών στην κληρονομιά της Ζ.

Π. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν τα περιγραφόμενα ακίνητα κατά το αναλογούν στην κληρονομική τους μερίδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αρθμ. 4642/2009 μη οριστική απόφαση, διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και με την εκκαλούμενη 5833/2012 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 2.4.2013 έφεση. Το Τριμελές Εφετείο ... με την υπ' αρ. 1220/2015 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της τελευταίας απόφασης οι εκκαλούντες άσκησαν την από 29.10.2015 αναίρεση και τους από 28.2.2017 πρόσθετους αυτής λόγους επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αρ. 855/2018 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η απόφαση για το λόγο από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν και τους από 7-1-2019 πρόσθετους λόγους έφεσης οι οποίοι συνεκδικάσθηκαν με την από 2-4-2013 έφεσή τους κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε δε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι.

Εξαφανίστηκε η 5833/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και το Εφετείο κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή την οποία απέρριψε. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγουσες ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν την από 2-7-2020 αίτηση με την οποία ζητούν την αναίρεσή της. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556,558,564,566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1α Α.Κ. σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη, εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρίαν γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη, που ο ίδιος προσδιορίζει και διευθύνει την κίνηση προς γραφή προερχόμενη από τη δική του σωματική επάρκεια προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης αυτού (διαθέτη), μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη.

Δεν αποτελεί όμως παρέμβαση, που να επηρεάζει το κύρος της διαθήκης, αν τρίτος υποστήριζε το χέρι του διαθέτη, κατά τη διατύπωση της δήλωσης της τελευταίας βούλησής του, ώστε να μπορεί να γράφει πιο άνετα. Η διαθήκη είναι όμως άκυρη όταν ο τρίτος δεν υποστήριζε μόνο το χέρι του διαθέτη, αλλά και το κατεύθυνε, ώστε η γραφική κίνηση να προέρχεται από τον τρίτο και όχι από το διαθέτη, ο οποίος γίνεται άβουλο όργανο του τρίτου.

Η διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, με την έννοια του άρθρου 3 Α.Κ., δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος, ώστε κάθε παρέκκλιση από τον τύπο που καθιερώνει ο νόμος να επιφέρει την ακυρότητα της διαθήκης (Α.Π. 855/2018). Περαιτέρω, η χρονολογία, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται, για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης, όταν υπάρχουν και άλλες [διαθήκες] ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά.

Συνεπώς, η αναγνώριση ή η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δεν αρκεί για να ισχύσει το τεκμήριο της γνησιότητας του περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης. Απαιτείται και η αναγνώριση ή απόδειξη της γνησιότητας του περιεχομένου και της χρονολογίας της. Το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, έχει αυτός που επικαλείται τη γνησιότητα. (Α.Π. 726/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Επίσης, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006 Α.Π 764/2021,ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019).

Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Τέτοιου είδους πλημμέλεια, εμπίπτουσα στην παραπάνω διάταξη, λαμβάνει χώρα και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς, για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολογήσεως των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (Α.Π 2001/2017, 317/2016, ΑΠ 499/2007, ΑΠ 437/2004).

Πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (Α.Π 555/2019, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 638/2016,ΑΠ 7/2017).Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης.

Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβολών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης ( Α.Π 1182/2018, ΑΠ 148/2016). Ακόμη, οι διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 και κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1-1-2016, εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν σε ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.

β' και 24 παρ. 1 εδ. α' του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τις οποίες διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.

Επομένως, μετά την ισχύ των ως άνω διατάξεων (από 1-1-2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις, υπό τις σ' αυτές οριζόμενες προϋποθέσεις, την τήρηση των οποίων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (Α.Π 2104/2022, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1175/2019).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Τον ως άνω λόγο ιδρύει και η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη ως απαράδεκτου κάποιου αποδεικτικού στοιχείου, όπως της ένορκης βεβαίωσης, ή αποδεικτικού ισχυρισμού (Α.Π 1035/2022, 280/2010).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενη απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Ζ. Π. του Σ. και Ε., κάτοικος εν Ζ. ... Αττικής, οδός ... αρ. .., που γεννήθηκε στη ..., το έτος 1928, απεβίωσε στις 7.2.2007, σε ηλικία 74 ετών, ο θάνατος της δε επήλθε από βαρεία λοίμωξη του αναπνευστικού, νόσο Alzheimer και αγγειοπάθεια (βλ.

από 8.4.2008 ακριβές αντίγραφο της υπ' αρ. 6/2007 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξίαρχου ...) και άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της τον πρώτο εναγόμενο, αδελφό της Δ. Π. του Σ. και τις ενάγουσες, τέκνα του προαποβιώσαντος αυτής, την 28.7.2005 αδελφού της, Θ. Π., Ε. Π. και Μ. Π.. Η Ζ. Π. ήταν απόφοιτος δημοτικού σχολείου, κατά τη διάρκεια της Ζ.ς της δεν εργάσθηκε, ούτε νυμφεύθηκε, ενώ τις οικονομικές της ανάγκες κάλυπτε με τη σύνταξη του πατέρα της, αλλά και με τη σύνταξη που ελάμβανε η ίδια ως ελεύθερη κορασίδα.

Στις 14.1.2000, για πρώτη φορά, κατόπιν σχετικής ιατρικής γνωμάτευσης, εμφάνισε διαταραχές μνήμης και ελάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή (βλ. ατομικό βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ), από τις 12.11.2000 άρχισε να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία της ψυχιατρικής κλινικής της Ιατρικής Σχολής, λόγω ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων οργανικού ψυχοσυνδρόμου (ανοϊκής συνδρομής) (βλ.

υπ' αρ. πρωτ. ... ιατρικό πιστοποιητικό), στις ..., μετά την έκδοση της υπ' αρ. ... μη οριστικής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που διέτασσε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, εξετάσθηκε από τον ψυχίατρο - νευρολόγο, Γ. Δ., ο οποίος διέγνωσε ότι πάσχει από πνευματική νόσο και συγκεκριμένα από διανοητική διαταραχή συνεπεία Οργανικού Ψυχοσυνδρόμου, η οποία είχε αρχίσει από διετίας και επιδεινώθηκε έξι μήνες πριν την εξέταση της και με την υπ' αρ. 4054/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

έγινε δεκτή η από 30.11.2001 αίτηση της Ζ. Π., υποβλήθηκε υπό καθεστώς πλήρους "επικουρικής" δικαστικής συμπαράστασης και διορίσθηκε δικαστικός συμπαραστάτης αυτής ο αδελφός της, πρώτος εκκαλών, Η Ζ. Π., με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο ... με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό συνεδρίασης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αρ. 1576/15.6.2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, όρισε μοναδικούς κληρονόμους της τον πρώτο εναγόμενο, αδελφό της και τον υιό του τελευταίου, δεύτερο εναγόμενο, ανιψιό της.

Ειδικότερα το κείμενο της διαθήκης αναφέρει, χαρακτηριστικά, τα ακόλουθα: "Η Διαθήκη μου. Η υπογράφουσα Ζ. Π. του ... και της ... κάτοικος ... οδος ... Άνω ... Αφήνω μετά τον θανατόν μου κινητή και ακίνητη περιουσία που έχω, στα ... στον ανηψιό μου Σ. Δ. Π.. τα τέσερα (4) διαμερίσματα στην οδό ... …Άνω ... στον αδελφό μου Δ.

Σ. Π. και όλα τα κινιτά και ακίνητα. Αθήνα 28 Δεκεμβριου 1999. Η ... Ζ. Σ. Π.". Οι εναγόμενοι, με την υπ' αρ. 12738/25.2.2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Π. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία, στον τόμο 146 και με αριθμό 10, δήλωσαν ότι αποδέχονται την κληρονομιά της πιο πάνω αποβιωσάσης και ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος τα με αριθμούς ένα (1) και δύο (2) διαμερίσματα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και ένα (1) και δύο (2) διαμερίσματα του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένη σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο που βρίσκεται στην Αθήνα, στην περιφέρεια του ...

Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των ..., στη θέση "..." και επί της οδού ... στην οποία φέρει τον αριθμό … και ο δεύτερος εναγόμενος το διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου και τα διακόσια πενήντα χιλιοστά (250/000) εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, που αντιστοιχούν στο δικαίωμα υψούν, μίας οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο που βρίσκεται στα ..., της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...

και αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο που βρίσκεται στο Δήμο ... ..., στο δημοτικό διαμέρισμα Νέων ..., στη θέση "...", εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων. Σύμφωνα με την υπ' αρ. 184/2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα, Αστυνόμου Α'- Δικαστικού Γραφολόγου, Π. Φ., ο οποίος, σύμφωνα με την υπ' αρ. 4642/2009 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ανέλαβε να γνωμοδοτήσει αν το κείμενο της ένδικης διαθήκης και η υπογραφή που υπάρχει κάτω από αυτό έχει γραφεί με το ίδιο το χέρι της διαθέτιδος ή όχι, εξέτασε δειγματικό γραφολογικό υλικό που αποτελούνταν από εννέα (9) έγγραφα και συγκεκριμένα 1) τεμάχιο χάρτου επί του οποίου διαλαμβάνονται σε πρωτότυπο οι χειρόγραφες γραμματικές και αριθμητικές ενδείξεις "..." της διαθέτιδος, 2) τεμάχιο χάρτου επί του οποίου διαλαμβάνονται σε πρωτότυπο οι χειρόγραφες γραμματικές και αριθμητικές ενδείξεις "..." και "..." της διαθέτιδος, 3) τεμάχιο χάρτου επί του οποίου διαλαμβάνονται σε πρωτότυπο οι χειρόγραφες γραμματικές και αριθμητικές ενδείξεις "...", "Α ... - …", "...", "ταυτ." και "βιβλ." της διαθέτιδος, 4) υπό ημερομηνία 12.12.1977 "Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων" η οποία διαλαμβάνει δισέλιδο δακτυλογραφημένο κείμενο, καθώς και δύο (2) πρωτότυπες υπογραφές της διαθέτιδος ανά σελίδα, 5) υπ' αρ. ...

Δημόσια Διαθήκη, η οποία διαλαμβάνει στις επιμέρους σελίδες της έξι (6) υπογραφές της διαθέτιδος σε φωτοαντίγραφο στη θέση "Ο διαθέτης", 6) Έντυπο φόρμας με τίτλο "Απόδειξη παραλαβής Υπεύθυνης Δήλωσης" και ημερομηνία 10.1.1994 που διαλαμβάνει στα υπάρχοντα κενά της σε πρωτότυπο χειρόγραφες γραμματικές και αριθμητικές ενδείξεις, 7) η υπ' αρ. 5623 από 30.12.... "Δήλωσις αποδοχής κληρονομιάς", η οποία διαλαμβάνει δύο (2) υπογραφές σε φ/ο της διαθέτιδος, 8) υπ' αρ. ...... "πράξις συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών", η οποία διαλαμβάνει δέκα (10) υπογραφές της ανωτέρω, 9) υπ' αρ. ... "Πράξις συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμός πολυκατοικίας" η οποία διαλαμβάνει τριάντα έξι (36) υπογραφές σε φ/ο της ανωτέρω.

Το προαναφερόμενο δειγματικό υλικό κρίθηκε από τον πραγματογνώμονα ως περιορισμένης ποιοτικής επάρκειας, διότι αποτελούνταν από ικανό μεν αριθμό υπογραφών της διαθέτιδας, ωστόσο κάθε άλλο παρά πλησιόχρονο του έτους που φέρεται ότι συντάχθηκε η ένδικη διαθήκη το 1999, διότι η διαφορά τους κυμαίνεται από 18 έως 30 έτη, τα χρονικά δε αυτά διαστήματα δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση εμπεριστατωμένης γνώμης αναφορικά με το σταθερό υπογραφικό χαρακτήρα του φορέα τους, αφού λόγω πολλών και ποικίλων παραγόντων και αιτιών είναι δυνατό αυτός να έχει τροποποιηθεί, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για άτομα προχωρημένης ηλικίας, ενώ αναφορικά με τις χειρόγραφες ενδείξεις του δειγματικού υλικού δεν προκύπτει ασφαλώς τόσο η προέλευση όσο και ο χρόνος απόδοσης των γραμματικών και αριθμητικών στοιχείων, οι οποίες αποτελούν αποσπασματικές καταγραφές, διαλαμβανόμενες επί μικρών διαστάσεων τεμαχίων χάρτου, μη συνιστώντας τμήμα συνεχόμενης γραφής, προκειμένου να διαμορφωθεί αξιόπιστη άποψη περί των γραφολογικών συνηθειών του φορέα τους.

Από την εξέταση της διαθήκης και τις χειρόγραφες ενδείξεις γραφής διαπιστώθηκε ότι αυτή χαράσσεται πρωτότυπα επί ριγωτού φύλλου χάρτου δια στυλογράφου σφαιριδίου χρώματος μελάνης μαύρου, το κείμενο αποδίδεται από μικρογράμματους ελληνικούς χαρακτήρες, αποτελείται από δέκα (10) συνολικά γραφικούς στίχους και την υπογραφική πράξη, ενώ από τη λεπτομερή εξέταση και ανάλυση των παραπάνω ενδείξεων, συμπεριλαμβανομένων τόσο του κειμένου, των ενδείξεων ημερομηνίας και διαθέτιδος, καθώς και της αμιγώς γραμματικού τύπου υπογραφής διαπιστώνεται ότι συνιστούν μία ενιαία γραφή χαραχθείσα από ένα και το αυτό άτομο.

Ειδικότερα η γραφή αποδίδεται γενικά με περιορισμένη ταχύτητα, που συχνά μειώνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε ορισμένοι εκ των επιμέρους χαρακτήρων της να είναι αποτέλεσμα τρομώδους χάραξης, ενώ αρκετοί επιχαράσσονται με συμπληρωματικές χαρακτικές κινήσεις, ενώ κάποιοι άλλοι χαρακτήρες φαίνονται να χαράσσονται με περισσότερη ευχέρεια, παρουσιάζοντας ενίοτε και συνδέσεις μεταξύ τους.

Η ποικιλία στην απόδοση των επιμέρους χαρακτήρων του κειμένου της διαθήκης δύναται να ερμηνευθεί διττά, δηλαδή, στην περίπτωση της πλαστογραφίας, ως ανάδειξη των αυθεντικών γραφολογικών συνηθειών του επιχειρούντος την πλαστογράφηση ατόμου και στιγμιαία εγκατάλειψη της προσοχής που επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυθεντικότητας, ιδιαίτερα γραφής γηραιού ή νοσούντος ατόμου, ως στιγμιαίες "εκλάμψεις" κατά τη σύνταξη του κειμένου, το οποίο στις συγκεκριμένες χρονικές στιγμές αποδίδεται ικανοποιητικά, ενώ ποικιλοτρόπως δύναται να ερμηνευθεί και η ύπαρξη στιγμάτων στην αρχή αρκετών λέξεων, αποδιδόμενα τόσο με μολύβι όσο και με στυλογράφο χρώματος μελάνης μπλε.

Επίσης, στη συγκεκριμένη γραφή διαπιστώνονται ακόμη, 1) αδυναμία τήρησης της χάραξης των γραμμάτων και των αριθμών επί της οριζόμενης προς τούτο ευθείας του χάρτου, καθόσον οι χαρακτήρες χαράσσονται είτε υπό είτε υπέρ αυτής, 2) απόδοσης του κειμένου της διαθήκης ανά δεύτερη ευθεία, 3) σχετικά μεγάλες μεσογραμματικές και (κυρίως) μεσολεξικές αποστάσεις, 4) χρήση μονοτονικού συστήματος τονισμού και 5) μορφολογική σταθερότητα ορισμένων γραμμάτων και αριθμών, ενώ ως προς την υπογραφή, δεδομένου ότι αυτή αποδίδεται κατά τον "γραμματικό" τύπο, αποτελεί ουσιαστικά γραφή, δηλαδή μέρος της γραφής του κειμένου της διαθήκης παρουσιάζοντας τα αυτά γραφολογικά χαρακτηριστικά.

Από την αντιπαραβολή μεταξύ των στοιχείων της διαθήκης και των δειγματικών στοιχείων, ως προς την υπογραφή της διαθήκης και των δειγματικών υπογραφών, προκύπτουν σαφείς διαφορές, τόσον στον υπογραφικό τύπο, όσο και σε επιμέρους υπογραφικά μορφώματα, όπως ο τρόπος σχηματισμού και η μορφή. Δεδομένου, όμως, ότι η επίμαχη υπογραφή συνιστά ουσιαστικά γραφή, πραγματοποιήθηκε συγκριτική αντιπαραβολή και εξέταση της γραφής της διαθήκης και των δειγματικών χειρόγραφων ενδείξεων από την οποία προέκυψαν ομοιότητες στην μορφή των γραμμάτων "..." και στη μορφή των αριθμών "...", ενώ παρατηρήθηκαν διαφορές στη μορφή του αριθμού "…".

Σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης από την αξιολόγηση των πιο πάνω ευρημάτων και λαμβανομένων πολύ σοβαρά υπόψη των παραγόντων που χαρακτηρίζουν το διατιθέμενο συγκριτικό υλικό συνάγεται ότι δεν είναι εφικτή η εξαγωγή εμπεριστατωμένης γραφολογικά άποψης περί της γνησιότητας ή μη της εν λόγω διαθήκης καθόσον η ποιοτική ανεπάρκεια του συγκριτικού υλικού δεν συνεπικουρεί την ερμηνεία και δικαιολόγηση των διαπιστωθέντων ευρημάτων και δεν επιτρέπει τη θεμελίωση οποιουδήποτε αξιόπιστου ανάμεσά τους γραφολογικού συσχετισμού η αποκλεισμού.

Σύμφωνα με την από ... γραφολογική έκθεση του Κ. Κ., Ειδικού Δικαστικού Γραφολόγου, ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αρ. ... διάταξη του 7ου Τακτικού Ανακριτικού τμήματος του Πρωτοδικείου ..., προκειμένου να αποφανθεί: α) Εάν η από ... ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδος Ζ. Π. του Σ., έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι της και υπογραφεί από αυτήν, β) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο θέμα, εάν η ανωτέρω διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τους Δ.

Π. του Σ., Σ. Π. του Δ. και Φ. Φ., χήρα Β. Μ., το γένος Δ. Γ. ή από τρίτο, άγνωστο άτομο, ο πραγματογνώμονας χρησιμοποίησε, ως συγκριτικό υλικό, τα έγγραφα που έχουν ήδη αναφερθεί, πλην της υπ' αρ. ... Δημόσιας Διαθήκης και επιπλέον το από ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Π., φωτοαντίγραφα των α) υπ' αρ. ...

συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου ... Ι. Κ., β) υπ' αρ. 5625/30.10.... συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου ... Ι. Κ. και γ) Δ.Α.Τ, της Ζ. Π.. Ο πιο πάνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι τα έγγραφα που έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ως δειγματικό υλικό, σε σχέση αντιπαραβολής με την ημεροχρονολογία σύνταξης της διαθήκης (...), απέχουν κατά πολύ χρονικά από αυτή, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα "γραφολογικό κενό" με δειγματικές υπογραφές σχετικά πλησιόχρονες ή πλησιόχρονες με το υπό έλεγχο έγγραφο, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις προϋποθέσεις ποιοτικής καταλληλότητας του συγκριτικού υλικού, διότι δεν επιτρέπει στον γραφολόγο να έχει πλήρη εικόνα για την τυχόν εξέλιξη του υπογραφικού τύπου της διαθέτιδος την περίοδο της σύνταξης της διαθήκης, όχι μόνον σε επίπεδο αξιολόγησης της εικόνας και της σχηματικής αποτύπωσης των υπογραφών, αλλά και σε επίπεδο αξιολόγησης της χαρακτικής ευχέρειας και της ποιότητας των χαράξεων το κρίσιμο εκείνο χρονικό διάστημα, καθόσον η ..., κατά τον χρόνο που φέρεται ότι συνέταξε τη διαθήκη της, ήταν ηλικίας 70 ετών και συνεπώς, το συγκριτικό υλικό με τις δειγματικές υπογραφές της δεν καλύπτει το χρονικό διάστημα των τελευταίων 18-19 ετών, το οποίο, δεδομένης της ηλικίας της διαθέτιδος και της γεροντικής άνοιας, όπως βεβαιώνεται από τα αντίστοιχα ιατρικά πιστοποιητικά (το έτος 1999 ήταν στα αρχικά τουλάχιστον στάδια της νόσου), κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο για την πορεία και την εξέλιξη του υπογραφικού της τύπου και την εν γένει σχηματιστική των υπογραφών της και η εξαγωγή του συμπεράσματος διατυπώνεται σε βαθμό πιθανολόγησης.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, από την εξέταση του κειμένου της διαθήκης διαπιστώνονται επιχαράξεις και επαναχαράξεις γραμμάτων, τέσσερα ορθογραφικά λάθη στον τρίτο στίχο, άσκοπη επανάληψη γραμμάτων "... - μετά", το όνομα "Σ." στον επόμενο στίχο χαράσσεται με μικρό σ και όχι με κεφαλαίο, ενώ στον 5° στίχο χαράσσεται με κεφαλαίο Σ, στον 4ο στίχο αναγράφεται "ακούνητη" περιουσία αντί "ακίνητη" περιουσία, στον 2ο στίχο η οδός αναγράφεται ως "..." ενώ στον 7° στίχο η οδός αναφέρεται ως "...", στον 8ο στίχο δημιουργείται χαρακτική σύγχυση στην αναγραφή του ονόματος "..." παρατηρούνται ορθογραφικές ανακολουθίες, επιπλέον, στη χάραξη του κειμένου απαντώνται λέξεις που αποτυπώνονται με υπερβολική δυσχέρεια και επαναλαμβανόμενες επιχαράξεις, η δομή των γραμμάτων του κειμένου παρουσιάζει ποικιλομορφία, όπως αυτή δειγματοληπτικά απαντάται στα γράμματα α, τ, Σ, η, ενώ απαντώνται και καταγραφικές χαράξεις στη γραφή του κειμένου και κυρίως κατά την έναρξη των λέξεων.

Επίσης, απαντώνται τελείες με μολύβι και στον 1° στοίχο με μπλε στιλό, ενώ στην ημερομηνία της διαθήκης ως "28" απαντάται ολοκληρωμένη χάραξη του αριθμού … με μολύβι, το ως άνω δε σημαντικής γραφολογικής σημασίας "εύρημα - στοιχείο", χρήζει ιδιαίτερης αξιολόγησης, αφενός διότι δεν έχει επιχειρηθεί η απόσβεση της προηγηθείσας χάραξης με το μολύβι, αφετέρου δε διότι αυτό καθεαυτό το εύρημα, υπό προϋποθέσεις και με αμιγώς γραφολογικά κριτήρια, χαρακτηρίζεται ως αντικειμενικό εύρημα πλαστότητας στην υπό έλεγχο διαθήκη.

Από τη συγκριτική αντιπαραβολή της υπό έλεγχο διαθήκης και του δειγματικού υλικού τα γράμματα της διαθήκης ... και οι αριθμοί ... έχουν την αντίστοιχη δομή με το δειγματικό υλικό, ενώ το γράμμα β και ο αριθμός 9 εμφανίζουν διαφορές, για τη διαφορά δε αυτή, στην ίδια έκθεση, διευκρινίζεται ότι θα πρέπει να εκτιμηθεί με ιδιαίτερη προσοχή, διότι δεν αποκλείεται η διαφορετική δομή να εντάσσεται στο ευρύ πλαίσιο της ποικιλομορφίας του γραφικού χαρακτήρα της Ζ.

Π., το οποίο όμως δεν έτυχε να συμπεριλαμβάνεται στο δειγματικό υλικό της γραφής της, λόγω της ιδιαίτερα περιορισμένης χαρακτικής έκτασης αυτού. Επίσης, ως προς την υπογραφή της διαθήκης, αυτή παρουσιάζει διαφορετική χαρακτική σύλληψη και σκεπτικό σύνθεσης, λόγω του ότι η υπό έλεγχο υπογραφή χαράσσεται ολογράφως με παράθεση όλων των γραμμάτων, ενώ οι δειγματικές υπογραφές χαράσσονται ως μικτού τύπου, διαφορετικές γραφοκινητικές παραμέτρους, ενώ εκφέρεται με χαρακτική δυσχέρεια, ενίοτε και γραφικό τρόμο, απαντώνται και τμήματα με χαρακτική ευχέρεια, η διαπίστωση δε αυτή οδηγεί σε ετερόκλητα γραφολογικά χαρακτηριστικά που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν με τα λοιπά γραφολογικά ευρήματα.

Στην ίδια έκθεση αναφέρεται και πάλι ότι τόσο στη χάραξη του κειμένου της υπό έλεγχο διαθήκης, όσο και στην υπογραφή, απαντώνται τελείες με μολύβι, που άλλοτε συμπίπτουν με τη χάραξη των γραμμάτων και άλλοτε βρίσκονται πλησίον αυτών και στην αναγραφή της ημερομηνίας της διαθήκης ο αριθμός 2 φέρει ολοκληρωμένη χάραξη με μολύβι, πριν της χάραξης αυτής με στιλό, η χάραξη δε του αριθμού 2, με αμιγώς γραφολογικά κριτήρια δύναται να χαρακτηριστεί ως αντικειμενικό εύρημα πλαστότητας.

Ο πιο πραγματογνώμονας, κατά την κρίση του δικαστηρίου, λόγω της διαπίστωσης περισσότερων ομοιοτήτων, παρά διαφορών στη γραφή του κειμένου της διαθήκης κατόπιν συγκρίσεως με το δειγματικό υλικό, της δυσχέρειάς του να σχηματίσει βέβαιη κρίση και να αξιολογήσει περαιτέρω τα ανωτέρω ευρήματα, αλλά και να αποφανθεί αν η γραφή και η υπογραφή της ένδικης διαθήκης είναι πλαστή, βάσει του δειγματικού υλικού και των διαπιστώσεων που προαναφέρθηκαν, χρησιμοποιεί ως επιπλέον κριτήριο την ύπαρξη, στην ένδικη διαθήκη, τελειών με μολύβι και μπλε στιλό και την ολοκληρωμένη χάραξη του αριθμού 2 με μολύβι, στη συνέχεια, δε, ανατρέχει στα ιατρικά πιστοποιητικά της διαθέτιδος και την κατάσταση της πνευματικής αυτής υγείας και ειδικότερα το γεγονός ότι η τελευταία, κατά τη χρονική περίοδο που φέρεται ότι έχει γραφεί η διαθήκη, διαγιγνώσκεται με γεροντική άνοια, τοποθέτηση που, κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο αυτό διαπιστώνεται ότι η διαθέτης εμφανίζει συμπτώματα απώλειας μνήμης και όχι γεροντική άνοια, αποφαίνεται δε ο πραγματογνώμονας, ότι οι τελείες με μολύβι και η χάραξη του αριθμού 2 στο έγγραφο της διαθήκης δεν αιτιολογείται να έγιναν δια χειρός της διαθέτιδος, αιτιολογείται όμως ότι έγιναν από τρίτο πρόσωπο, προκειμένου η Ζ.

Π. να έχει τη δυνατότητα να προσανατολίζεται στο γραφικό και υπογραφικό πεδίο, ούτως ώστε το κείμενο της διαθήκης να αποτυπώνεται με σωστή διάταξη και ως εκ τούτου αποδεικνύεται, κατ' αρχήν τουλάχιστον, η αδυναμία προσανατολισμού της διαθέτιδος στο γραφικό πεδίο, η αδυναμία δε προσανατολισμού στο γραφικό πεδίο, χαρακτηρίζεται ως γραφολογικό εύρημα στις περιπτώσεις ασθενών με γεροντική άνοια, Alzheimer κ.λ.π.

Ακολούθως, κατά τη γνώμη του πραγματογνώμονα, η υπό έλεγχο διαθήκη δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι έχει γραφεί σε χρόνο κατά τι μεταγενέστερο της ημερομηνίας που φέρει και εν συνεχεία προχρονολογήθηκε, όχι όμως και σε προϊούσα φάση της νόσου, διότι τότε τα παθολογικά ευρήματα στη γραφή θα ήταν εντονότερα και περισσότερα, ενώ, κατά την κρίση του, στην παραπάνω πιθανολόγηση αναφορικά με τον αληθή χρόνο σύνταξης της διαθήκης συνηγορεί το γεγονός ότι ενώ η Ζ.

Π. είχε διαμορφώσει συγκεκριμένο υπογραφικό τύπο, τον οποίο χρησιμοποιούσε σε όλα τα έγγραφα, στη διαθήκη απλώς ανέγραψε το όνομά της λόγω της αδυναμίας της να αποδώσει το συνήθη τύπο της υπογραφής της. Σύμφωνα με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης η από ... ιδιόγραφη διαθήκη παρουσιάζει γραφολογικό υπόστρωμα με τα χαρακτηριστικά γραφής της γραφής της Ζ.

Π., δηλαδή ομοιότητες στη μορφή και στον τρόπο σχηματισμού των χαράξεων, ωστόσο η εν λόγω διαθήκη έχει γραφεί, συγχρόνως με την παρουσία και την ενεργό, χαρακτικά, συμμετοχή τρίτου προσώπου, το οποίο έθετε τελείες με μολύβι και στιλό, ενώ συγχρόνως χάραξε και τον αριθμό "2" με μολύβι στην ημερομηνία της διαθήκης και συνεπώς η διαθήκη δεν δύναται να χαρακτηριστεί ότι έχει γραφεί και υπογραφεί καθ' ολοκληρίαν δια χειρός της διαθέτιδος, με δεδομένο δε ότι τρίτο πρόσωπο επενέβη χαρακτικά προκειμένου να υποβοηθήσει τη διαθέτιδα τουλάχιστον ως προς τον καλύτερο προσανατολισμό στο γραφικό πεδίο και στην εν γένει διάταξη του κειμένου και λαμβάνοντας υπόψη την εναλλαγή στην ποιότητα των χαράξεων, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το τρίτο πρόσωπο "υποστήριξε χαρακτικά" και τη χάραξη ορισμένων γραμμάτων και λέξεων, δεδομένης και της διαφορετικής δομής του γράμματος β μικρού και του ψηφίου 9 μεταξύ της γραφής της διαθήκης και της δειγματικής γραφής της διαθέτιδος, ωστόσο, ο βαθμός και η έκταση αυτής δεν δύναται να προσδιορισθούν σαφώς, λόγω του περιορισμένου ποσοτικά δείγματος γραφής της Ζ.

Π.. Η τεχνική σύμβουλος, δικηγόρος - δικαστική γραφολόγος, Μ. - Μ. Κ., κατόπιν εντολής των εφεσίβλητων για να ερευνηθεί αν η ένδικη επιταγή έχει γραφεί και υπογραφεί από τη Ζ. Π. συνέταξε την με ημερομηνία 10.4.2008 ιδιωτική γνωμοδότηση, χρησιμοποίησε δε ως δειγματικό υλικό τρία έγγραφα και ειδικότερα το από ...

τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Π., την υπ' αρ. 2479/28.7.1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και υπ' αρ. ....... συμβολαιογραφική πώληση αγροτικού ακινήτου, ενώ έλαβε υπόψη της και την υπ' αρ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της τελευταίας. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αυτή, η από ... ιδιόγραφη διαθήκη έχει συνταχθεί και υπογραφεί ως "Ζ.

Σ. Π." με τα αυτά βασικά και ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα, οδηγώντας έτσι στον αυτόν συντάκτη και υπογραφέα αυτής. Από την αντιπαραβολική σύγκριση των γνήσιων υπογραφών της Ζ. Π. διαπιστώθηκε ότι οι γνήσιες υπογραφές εκκινούν με το σύμπλεγμα Ζ+Π σε ένα συμπλεκτικό εναρκτήριο μόρφωμα, συνεχίζονται δε, με διαμόρφωση των επιμέρους στοιχείων τους ως "αναγιωτου", ενώ η υπό έλεγχο υπογραφή συντίθεται από ολόκληρο το όνομα "Ζ.", το επίθετο "Π." και το αρκτικό του πατρωνύμου αυτής, με μεμονωμένη χάραξη, με διάφορη κάθετη θέση στο γραφικό χώρο και με σχηματισμό, ο οποίος πιθανόν να αποπειράται προσομοίωση προς τον αντίστοιχο των γνησίων, χωρίς βεβαίως να το κατορθώνει, δεδομένου ότι ο συντάκτης της είναι σαφώς μικρότερης γραφικής δεξιότητας της Ζ.

Σ. Π. και διατυπώνεται το πόρισμα ότι η υπό έλεγχο υπογραφή φέρεται με διάφορο τύπο, μορφή, κλίση των αξόνων, δομή και γραφική ευχέρεια της αντίστοιχης των γνήσιων υπογραφών της Ζ. Π., η χάραξη δε, είτε αποπειράται απομίμηση από μνήμης της συνήθους υπογραφής της τελευταίας, είτε αποτελεί προϊόν φανταστικής υπογραφής του συντάκτη της, λόγω της διάφορης γραφικής δεξιότητας και της αδυναμίας αυτού να απομακρυνθεί των δικών του γραφικών συνηθειών και να ενδυθεί των γραφικών συνηθειών της Ζ.

Π., αποδεικνύει σε βαθμό πλήρους γραφολογικής βεβαιότητας, το ασύνδετο των υπό αντιπαραβολή υπογραφών και κατά συνέπεια την πλαστότητα της υπό έλεγχο υπογραφής, ενώ η υπό έλεγχο γραφή συνίσταται από σχηματισμούς οι οποίοι απέχουν των αντίστοιχων της τελευταίας (όπως περιέχονται στις γραμματικού τύπου υπογραφές) τόσο σε μορφή, δομή, κλίση, όσο και σε γραφική ποιότητα.

Κατά το τελικό συμπέρασμα της γνωμοδότησης η υπό έλεγχο από ... ιδιόγραφη διαθήκη της φερομένης ως διαθέτιδος Ζ. Π. δεν είναι γνήσια διαθήκη αυτής ως συνταχθείσα και υπογραφείσα από γραφέα σαφώς μικρότερης γραφικής δεξιότητας και εμπειρίας της Ζ. Π. του Σ.. Τέλος, κατόπιν εντολής των εκκαλούντων η τεχνική σύμβουλος, δικηγόρος - δικαστική γραφολόγος, Μ.

Λ., αφού έλαβε υπόψη της το ίδιο δειγματικό υλικό με αυτό του πραγματογνώμονα Π. Φ., διαπίστωσε σε ότι αφορά την επίδικη διαθήκη ότι έχει γραφεί από την αρχή μέχρι το τέλος και έχει υπογραφεί από το ίδιο χέρι, η υπό κρίση υπογραφή "Ζ. Σ.Π." κάτω από την ένδειξη "Η ..." έχει χαραχθεί κατά παράθεση του μικρού ονόματος "Ζ." του αρχικού του πατρωνύμου "Σ" και του επωνύμου "Π.", ο τύπος αυτός υπογραφής ακολουθεί την γραφή του κειμένου, της οποίας αποτελεί συνέχεια και δεν διαφοροποιείται γραφολογικά από την γραφή του κειμένου που προηγείται αυτής, η γραφή χαρακτηρίζεται "αραιή", οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμάτων είναι "άνετες" αλλά όχι όμοιες, τα γράμματα δεν συνδέονται μεταξύ τους, τόνοι και πνεύματα επί των λέξεων σπάνια τοποθετούνται, η χάραξη είναι αργή και στερείται γραφικού ρυθμού, τα επί μέρους γράμματα χαράσσονται ένα προς ένα με προσπάθεια να ολοκληρωθεί η μορφή τους, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλά από αυτά φέρουν διορθώσεις υπό τύπον βελτιώσεως της μορφής τους, τα επί μέρους γράμματα, ως επί το πλείστον, χαράσσονται κατά τον τυπογραφικό τύπο και όχι καλλιγραφικά, ορισμένα όμως από αυτά εμφανίζουν καλλιγραφικότητα στην μορφή όπως π.χ.

το "Ζ" και το "Σ", παρατηρούνται κάποιες ιδιαιτερότητες στην μορφή ορισμένων γραμμάτων, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ιδιάζουσες, όπως η έναρξη της χάραξης των γραμμάτων γ, κ, μ και η χάραξη του γράμματος τ, το κείμενο της ελεγχόμενης διαθήκης εμφανίζει κάποια σημεία "αγραφίας" όπως "Αφήνομ μετά τον θανατου μου" στον 4° στίχο, "ακόνητη" (αντί "ακίνητη") στον 5° στίχο, "..." (αντί "...") στον 6° στίχο.

Η τεχνική σύμβουλος επισημαίνει ότι τα δείγματα γνήσιας γραφής της Ζ. Π. είναι εξαιρετικά περιορισμένα, περιλαμβάνονται σε τρία μικρά σημειώματα και περιέχουν αριθμητικές εγγραφές αλλά και γραμματικές μικρών και κεφαλαίων γραμμάτων, αποτυπώνονται σ' αυτά σημαντικά γραφολογικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γνήσιας γραφής της Ζ.

Σ. Π. και συμπληρώνονται από τα δείγματα γνήσιων υπογραφών της, ενώ, αφού η υπό κρίση υπογραφή εκφέρεται υπό τύπου γραφής με την ολόγραφη και κατά παράθεση αναγραφή του μικρού ονόματος και του επωνύμου, θα πρέπει να αντιπαραβληθεί τόσο προς τα δείγματα γνήσιων υπογραφών όσο και προς τη γνήσια γραφή της Ζ.

Π. και κατά συνέπεια, όσον αφορά στη γραφολογική αντιπαραβολή η υπό κρίση διαθήκη- γραφή και υπογραφή - θα αντιμετωπιστεί σαν ένα ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, η γραφολογική ανάλυση και αντιπαραβολή απέδειξε ότι η χάραξη των αριθμών "1" ως I με ελαφρά προς τα δεξιά κλίση και μικρή οριζόντια "βάση", "2", "4" και "6" με "οριζόντια" έναρξη, "8" με δύο αυτοτελείς κύκλους στην υπό κρίση διαθήκη ταυτοποιείται σε απόλυτο βαθμό προς τους αντίστοιχους αριθμούς στην γνήσια γραφή της, η ποικιλομορφία στην χάραξη του μικρού "τ" με την "κάθετη" γραμμή του να απολήγει άλλοτε προς τα δεξιά και όλως ιδιαζόντως, άλλοτε προς τα αριστερά, που παρατηρήθηκε στην υπό κρίση γραφή της διαθήκης, ανευρίσκεται στο περιορισμένο αυτό δείγμα γνήσιας γραφής της Ζ.

Π. με την ίδια ποικιλομορφία, το καλλιγραφικής μορφής "λ" στην υπό κρίση διαθήκη ταυτοποιείται σε απόλυτο βαθμό προς τα αντίστοιχα τόσο στην διακεκομμένη λέξη "βιβλ" όσο και στο όνομα "..." ("Βασίλης" προφανώς) των σημειωμάτων με τη γνήσια γραφή της, στην υπό κρίση γραφή της διαθήκης ανευρίσκονται δύο τύποι του κεφάλαιο "Α" και ο δεύτερος τύπος ταυτοποιείται απόλυτα προς τα "Α" στα σημειώματα με τη γραφή της Ζ.

Π.. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι παρατηρήθηκαν διορθώσεις και βελτιώσεις της μορφής γραμμάτων π.χ. στις λέξεις "Πίπης", "Άνω" και "περιουσία" κλπ., είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι του ίδιου τύπου διορθώσεις - βελτιώσεις ανευρίσκονται και στα δείγματα της γνήσιας γραφής στις λέξεις "ταυτ" και "ΑΦΜ", καθώς και στον αριθμό "6" και επομένως οι διορθώσεις αυτού του τύπου αποτελούν γραφική συνήθεια της Ζ.

Π., η δε καταγραφικού τύπου χάραξη του γράμματος "Ζ" (στην υπό κρίση υπογραφή αλλά και στην απλή αναγραφή του ονόματος της στον δεύτερο στίχο της υπό κρίση διαθήκης) με έναρξη από κάτω προς τα πάνω και τον σχηματισμό μικρών βρόχων και μεγαλύτερου βρόχου στην βάση του ταυτοποιείται σε απόλυτο βαθμό προς τα αντίστοιχα στις γνήσιες υπογραφές της στα συμβολαιογραφικά έγγραφα, το μικρό "α" με δύο κινήσεις με "κλείσιμο" προς τα αριστερά, που παραμένει ενίοτε ανοικτό ως α καθώς και ένας δεύτερος τύπος "α" με μια διαφορετική γραφική κίνηση στη λέξη "Σ." στον 6° στίχο, ταυτοποιούνται προς αντίστοιχα στη γνήσια γραφή της και δη στη διακεκομμένη λέξη "ταυτ", καθώς και σε πολλές γνήσιες υπογραφές της όπου το πρώτο "α" είναι του τύπου με δύο γραφικές κινήσεις και το δεύτερο του τύπου με μια γραφική κίνηση, το γράμμα "γ" εμφανίζεται στην υπό κρίση διαθήκη είτε με την χαρακτηριστική έναρξη της πρόσθετης προς τα αριστερά γραφικής κίνησης, όπου μάλιστα ενίοτε σχηματίζεται μικρός βρόχος, είτε χωρίς αυτήν και με την ίδια ποικιλομορφία εμφανίζεται και στις υπό κρίση υπογραφές.

Η προαναφερόμενη τεχνική σύμβουλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τη Ζ. Π. και επομένως είναι γνήσια, διότι από την αυτοτελή γραφολογική εξέταση της υπό έλεγχο διαθήκης - γραφής και υπογραφής - προέκυψαν ενδείξεις που ομιλούν περί της γνησιότητάς της, καθόσον η χάραξη είναι αυθόρμητη, φυσιολογικά τρομώδης, ατόμου προχωρημένης ηλικίας, οι διορθώσεις πραγματοποιούνται για να βελτιωθεί η μορφή των γραμμάτων με την πρόθεση να είναι ευανάγνωστη η γραφή, τα σημεία αγραφίας είναι ελάχιστα και αφ' ενός συνηγορούν υπέρ της γνησιότητας, αφ' ετέρου δεν αποδυναμώνουν την αυθόρμητη έκφραση της τελευταίας βούλησης, το άτομο που έγραψε την υπό κρίση διαθήκη κατέχει τον έλεγχο της χάραξης, παρόλο που αυτή "πραγματοποιείται με αργό ρυθμό, όλες δε οι διορθώσεις - βελτιώσεις έχουν πραγματοποιηθεί από το ίδιο αυτό άτομο καθόσον αναγνωρίζεται σ' αυτές η ίδια χαρακτική ποιότητα, η τρομώδης δηλ.

χάραξη, από την γραφολογική αντιπαραβολή της υπό κρίση διαθήκης προς τα δείγματα γνήσιας γραφής και υπογραφής της Ζ. Π. προέκυψαν ομοιότητες που αφορούν τόσο στην μορφή των επί μέρους γραμμάτων όσο και στους εσώτερους χαρακτήρες δομής τους, τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, οι ποικίλομορφίες και οι ιδιάζουσες ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την γνήσια γραφή και τις γνήσιες υπογραφές της Ζ.

Σ. Π. ανευρίσκονται και στην υπό κρίση γραφή και υπογραφή της υπό κρίση διαθήκης και η υπό κρίση διαθήκη επομένως ταυτοποιείται ως προς τα γενικά και ως προς τα ειδικότερα γραφολογικά γνωρίσματα προς τα αντίστοιχα στην γνήσια γραφή και υπογραφή της Ζ. Σ. Π.. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι το δειγματικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε από τους πραγματογνώμονες και τις τεχνικές συμβούλους ήταν ελλιπές, για τους πιο πάνω λόγους, όμως διατυπώθηκαν οι ακόλουθες διαπιστώσεις: 1) ο πραγματογνώμονας Παναγιώτης Φανού, ο οποίος αναφέρθηκε μόνον στην υπογραφή της ένδικης διαθήκης, ναι μεν διαπίστωσε σαφείς διαφορές μεταξύ των δειγματικών υπογραφών και της υπογραφής της διαθήκης, ωστόσο, αφού έλαβε υπόψη του ότι η υπογραφή της διαθήκης συνιστά ουσιαστικά γραφή διαπίστωσε ομοιότητες στην μορφή των γραμμάτων "..." και στη μορφή των αριθμών "..." και διαφορές στη μορφή του αριθμού "9", την ίδια δε άποψη ως προς τον τρόπο χάραξης της υπογραφής της διαθέτιδος είχε και η τεχνική σύμβουλος Μ.

Λ., η οποία διαπίστωσε ότι η υπό κρίση υπογραφή εκφέρεται υπό τύπου γραφής με την ολόγραφη και κατά παράθεση αναγραφή του μικρού ονόματος και του επωνύμου και αντιμετώπισε γραφή και υπογραφή ως ενιαίο σύνολο, 2) αναφορικά με το κείμενο της ένδικης διαθήκης, ο πραγματογνώμονας Κωνσταντίνος Κωττάκης διαπίστωσε αντιστοιχία στη δομή των γραμμάτων και αριθμών, τις μόνες δε διαφορές στο γράμμα β και στην αριθμό 9 απέδωσε στο ευρύ πλαίσιο της ποικιλομορφίας του γραφικού χαρακτήρα της Ζ.

Π., το οποίο δεν έτυχε να συμπεριλαμβάνεται στο δειγματικό υλικό της γραφής της, ενώ σε ότι αφορά τις διαπιστώσεις του για τις τελείες με μολύβι και την ολοκληρωμένη χάραξη του αριθμού 2 αρχικά με μολύβι και στη συνέχεια με στιλό, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η επαναχάραξη γραμμάτων και αριθμών διαπιστώνεται και στο δειγματικό υλικό της γραφής της κληρονομούμενης και ειδικότερα στις γραμματικές και αριθμητικές ενδείξεις "..." και "ταυτ." και "Α 196. 403-61", στα γράμματα "Α.Φ.Μ.", στο γράμμα "τ" και στους αριθμούς "6" και "0", η διαπίστωση δε αυτή επιβεβαιώνεται και από το συμπέρασμα της τεχνικής συμβούλου Μαρίας Λιαρίκου, ότι οι επαναχαράξεις αυτές αποτελούν γραφική συνήθεια της διαθέτιδος και αιτιολογεί την ολοκληρωμένη χάραξη του αριθμού "2" της ημερομηνίας της ένδικης διαθήκης με μολύβι και στη συνέχει με στιλό, η οποία (γραφική συνήθεια) κρίνεται εύλογη από το δικαστήριο, αν ληφθεί υπόψη το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο της διαθέτιδος, η οποία, όπως έχει αναφερθεί ήταν απόφοιτος δημοτικού σχολείου, 3) η τεχνική σύμβουλος Μαρία Καμπούρη, ήταν η μόνη που έκρινε επαρκές το δειγματικό υλικό και διατύπωσε το συμπέρασμά της σε βαθμό πλήρους γραφολογικής βεβαιότητας, κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση της περί πλαστότητας της διαθήκης μετά τη σύγκριση της γραφής και υπογραφής της διαθήκης με τις υπογραφές των συμβολαίων, χωρίς να διευκρινίζει, ως όφειλε, αν τη διαθήκη αλλά και το ιδιαίτερα περιορισμένο δειγματικό υλικό που έλαβε υπόψη της (αποτελούμενο από τρία (3) συμβόλαια και ένα (1) τοπογραφικό διάγραμμα), εξέτασε από το πρωτότυπο κείμενο ή έκανε χρήση φωτοαντιγράφων αυτών, ενώ παρέβλεψε αναιτιολόγητα τις σημαντικές επισημάνσεις των λοιπών γραφολόγων, όπως αυτές αναλυτικά προεκτέθηκαν, τα παραπάνω δε γεγονότα, θεωρούνται ικανά να οδηγήσουν το δικαστήριο στην κρίση ότι η γνωμοδότησή της είναι επιστημονικά ανεπαρκώς τεκμηριωμένη.

Ακολούθως και μετά τις παραπάνω επισημάνσεις, το δικαστήριο κρίνει ότι από το συνδυασμό των διαπιστώσεων πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων, εξαιρούμενης της Μ. Κ., για τους λόγους που προεκτέθηκαν, πιθανολογείται ότι ένδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τη Ζ. Π. με την υποστήριξη τρίτου προσώπου.

Κατά των εκκαλούντων και της Φραγκίσας χήρας Β. Μ., η οποία, εξεταζόμενη ως μάρτυρας στη συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (βλ. υπ' αρ. 1576/2007 πρακτικά και απόφαση) βεβαίωσε τη γνησιότητα της γραφής και υπογραφής της ένδικης διαθήκης, μετά την υποβολή της από 10.6.2008 μήνυσης των εφεσίβλητων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία με επιδιωκόμενο όφελος δια βλάβης τρίτου που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα κατά συναυτουργία, κατά των δύο πρώτων και ψευδορκίας μάρτυρα κατά της τρίτης και με την υπ' αρ. 2287/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ..., η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (μετά την απόρριψη της υπ' αρ. 652/2013 έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών με την υπ' αρ. 2455/2016 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου ...

και σύμφωνα με το υπ' αρ. 7/10.1.2017 πιστοποιητικό του γραμματέα τμήματος ενδίκων μέσων του Εφετείου ...) κρίθηκαν αυτοί αθώοι κατά πλειοψηφία. Σύμφωνα με την αιτιολογία της πιο πάνω απόφασης η τρίτη κατηγορούμενη υποβοήθησε τη διαθέτιδα και πρόσφερε βοήθεια στον προσανατολισμό στο γραφικό πεδίο και στην εν γένει διάταξη του κειμένου και στη χάραξη κάποιων στοιχείων, τα οποία προφανώς δυσκολευόταν η ...

να χαράξει, η όποια δε βοήθειά της πρόσφερε ήταν ακριβώς για να διευκολυνθεί η ... να συντάξει η ίδια το σύνολο της διαθήκης της, ενώ οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ούτε κατήρτισαν αυτήν, ούτε έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της θανούσας σε αυτήν, ούτε αποδεικνύεται ότι συναποφάσισαν και συνέπραξαν με τρίτο πρόσωπο και δη με την τρίτη κατηγορούμενη για την κατάρτιση της διαθήκης, ενώ σε σχέση με τη χρήση πλαστού εγγράφου, ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η υποβοήθηση από την τρίτη κατηγορούμενη ήταν τέτοιας έκτασης, ώστε να θεωρείται η εν λόγω διαθήκη ως μη γραφείσα και υπογραφείσα καθ' ολοκληρίαν από τη διαθέτιδα, δεν αποδείχθηκε χωρίς αμφιβολία ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν πως ακριβώς είχε παρέμβει η τρίτη κατηγορουμένη και εάν η παρέμβασή της ήταν τέτοιας έκτασης που θα μπορούσε να καταστήσει μη γνήσια την ιδιόγραφη διαθήκη, ενώ οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην αλλοίωση της γραφής της διαθήκης, αφενός διότι θεωρούσαν ότι αυτή προερχόταν από τη διαθέτιδα έστω κι αν είχε υποβοηθηθεί από κάποιον τρίτο, αφετέρου διότι θεώρησαν ότι ούτως ή άλλως με τη διαθήκη η Ζ.

Π. εξέφραζε την πραγματική της βούληση, όπως την είχε ανακοινώσει σε αυτούς αλλά και σε τρίτους, ενώ ως προς την τρίτη κατηγορούμενη έκρινε ότι αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι γνωρίζει τη γραφή και υπογραφή της διαθέτιδος και βεβαίωσε τη γνησιότητα της διαθήκης, υπήρξαν όμως αμφιβολίες εάν αυτή θεωρούσε ψευδές αυτό που κατέθεσε και ενήργησε δολίως και ειδικότερα εάν αυτή μπορούσε να οδηγηθεί στη σκέψη ότι ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι η διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τη θανούσα, επειδή της πρόσφερε βοήθεια στον προσανατολισμό στο γραφικό πεδίο και στην εν γένει διάταξη του κειμένου και στη χάραξη κάποιων στοιχείων, τα οποία προφανώς δυσκολευόταν η ...

να χαράξει. Ενώπιον του προαναφερόμενου ποινικού δικαστηρίου κατέθεσαν ως μάρτυρες οι εφεσίβλητες, οι οποίες είχαν δικαστική μεταξύ τους διαμάχη που έληξε οριστικά το έτος 2003 και οι οποίες, επανειλημμένα, βεβαίωσαν ότι η κληρονομούμενη, η οποία είχε τελειώσει το δημοτικό σχολείο και δεν εργάσθηκε, διότι κάλυπτε τις ανάγκες από τις δύο συντάξεις που ελάμβανε, ήταν υγιής κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης και δεν έπασχε από Αλτσχάϊμερ.

Επίσης, κατέθεσαν, ότι τα τελευταία χρόνια της Ζ.ς της (η κληρονομούμενη) ζούσε με την οικογένεια των εκκαλούντων, είχε καλές σχέσεις με τον πρώτο αυτών, αγαπούσε ιδιαίτερα το δεύτερο εκκαλούντα διότι είχε το όνομα του πατέρα της, λόγος για τον οποίο είχε προβεί στην πώληση τριών οικοπέδων της και αγορά διαμερίσματος που του είχε μεταβιβάσει, ότι είχε πολύ καλές σχέσεις με τη Φραγκίσα χήρα Β.

Μ., της οποίας είχε βαπτίσει το παιδί, ενώ βεβαίωσαν ότι γνώριζαν το γραφικό της χαρακτήρα διότι διέμειναν μαζί της ως φοιτήτριες. Το τελευταίο γεγονός, εύλογα, δημιουργεί αμφιβολίες στο δικαστήριο ως προς την ακρίβεια και ορθότητα της γνώσης αυτής, δεδομένης της παρόδου χρονικού διαστήματος 25 ετών από το χρόνο γνώσης τους έως το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.

Επίσης, η πρώτη των εφεσίβλητων ανέφερε ότι οι σχέσεις της κληρονομούμενης με την αδελφή της και τον πατέρα της είχαν "ψυχρανθεί", χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και ότι η ίδια διατηρούσε επαφή μαζί της, για την οποία (επαφή) ισχυρίζεται ότι διεκόπη κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως το έτος 2005, διότι δεν την επέτρεπε ο πρώτος των εκκαλούντων, επισημαίνουν δε, αμφότερες, ότι η γραφή της διαθήκης δεν ήταν αυτή της κληρονομούμενης καθόσον η γραφή της τελευταίας ήταν συνεχής και καλλιγραφική.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης Δ. Π., Μ. Ρ. (βλ. υπ' αρ. 4642/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και υπ' αρ. 2287/2013 πρακτικά και απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων ...) και Φ. ή Φ. χήρας Β. Μ. (βλ. υπ' αρ. 13015/10.2.2009 ένορκη βεβαίωση), η κληρονομούμενη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης είχε πνευματική διαύγεια, αλλά αντιμετώπιζε κάποιες δυσκολίες στην ικανότητα γραφής, οι σχέσεις της με τις εφεσίβλητες ήταν τυπικές και δεν επιθυμούσε την επικοινωνία μαζί τους, καθόσον την ενοχλούσε το γεγονός ότι είχαν μακροχρόνια δικαστική μεταξύ τους αντιδικία, ενώ με τον πρώτο των εκκαλούντων οι σχέσεις τους ήταν ιδιαίτερα στενές, συγκατοίκησαν κατά τη διάρκεια των σπουδών του τελευταίου, διέμενε στο εξοχικό της οικογένειας του κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών της διακοπών, ο πρώτος των εκκαλούντων μεριμνούσε για την κατάσταση της υγείας της κληρονομούμενης, ενώ η τελευταία αγαπούσε ιδιαίτερα τον υιό του και ανιψιό της.

Οι μάρτυρες επεσήμαναν ότι, εκτός των ιδιαίτερα καλών σχέσεων της διαθέτιδος με τους εκκαλούντες, αδελφό και ανιψιό της, το γεγονός ότι ο πατέρας της τελευταίας είχε μεταβιβάσει όλη την περιουσία του (είκοσι, περίπου, παραθαλάσσια οικόπεδα στην Εύβοια) στον αδελφό της Θεόδωρο Δ., πατέρα των εφεσίβλητων, αδικώντας την ίδια αλλά και τον πρώτο των εκκαλούντων, τον οποίο ουδόλως στήριξε οικονομικά κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ενίσχυσε την επιθυμία της να εγκαταστήσει τον τελευταίο και τον υιό του μοναδικούς κληρονόμους στην περιουσία της.

Ακολούθως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι η Ζ. Π., κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης είχε πλήρη πνευματική διαύγεια, πλήρη ικανότητα προς δικαιοπραξία και ικανότητα προς σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης και ειδικότερα γραφής και υπογραφής με μικρή δυσχέρεια στην ικανότητα γραφής, η οποία αιτιολογεί την επέμβαση της Φ.

ή Φ. χήρας Β. Μ. ώστε να υποστηρίξει το χέρι της διαθέτιδος προκειμένου να μπορεί να γράφει πιο άνετα, χωρίς όμως να το κατευθύνει και ότι το περιεχόμενο της διαθήκης εξέφραζε την αληθινή αυτής βούληση, όπως αυτή (βούληση) βεβαίωσαν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι μάρτυρες ανταπόδειξης, οι καταθέσεις των οποίων δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό μέσο και δεδομένου ότι οι εφεσίβλητες δεν εξέτασαν μάρτυρες.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η ένδικη διαθήκη είναι πλαστή και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης των εκκαλούντων - εναγόμενων να γίνει δεκτή η από 2.4.2013 και με αριθμό κατάθεσης 1649/2013 έφεσή και οι από 7.1.2019 με Γ.Α.Κ. 129/2019 και Ε.Α.Κ. 17/2019 πρόσθετοι αυτής λόγοι, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, να κρατηθεί, κατ' άρθρο 535 παρ.Ι του Κ.Πολ.Δ., η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και αφού δικάσει την αγωγή, να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Το Εφετείο με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, αφού δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως κατ'ουσίαν βάσιμους, εξαφάνισε την 5833/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από ... αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουίαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η διαθέτης Ζ. Π. στις ... συνέταξε την επίδικη διαθήκη σύμφωνα με την οποία κατέλειπε όλη της κινητή και ακίνητη περιουσία της στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους , αδελφό της Δ. Π. και ανιψιό της Σ. Π. κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ'αυτήν. Ότι κατά τον ως άνω χρόνο είχε πλήρη πνευματική διαύγεια, πλήρη ικανότητα προς δικαιοπραξία και ικανότητα προς σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης και ειδικότερα γραφής (περιλαμβανομένης και της χρονολόγησης) και υπογραφής με μικρή δυσχέρεια στην ικανότητα γραφής, η οποία αιτιολογεί την επέμβαση της Φ.

ή Φ. χήρας Β. Μ. ώστε να υποστηρίξει το χέρι της διαθέτιδος προκειμένου να μπορεί να γράφει πιο άνετα, χωρίς όμως να το κατευθύνει και ότι το περιεχόμενο της διαθήκης εξέφραζε την αληθινή αυτής βούληση. Το Εφετείο με το να δεχθεί τα παραπάνω διέλαβε σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης και όσα αντίθετα οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο και πέμπτο λόγο αναίρεσης υποστηρίζουν, με τους οποίους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες με την αιτίαση των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αντίστοιχα, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της χρονολόγησης της επίδικης διαθήκης από την ίδια την διαθέτιδα κατά τον χρόνο που αναγράφεται και της πνευματικής διαύγειας της διαθέτιδας και της ικανότητά της προς σύνταξη της επίδικης διαθήκης κατά την σύνταξη αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια ότι αρκέστηκε σε πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών αντί της πλήρους απόδειξης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ικανότητας της διαθέτιδας προς σύνταξη της ένδικης διαθήκης κατά τον χρόνο κατάρτισης της και της γνησιότητας αυτής με το να δεχθεί ότι "Ακολούθως και μετά τις παραπάνω επισημάνσεις το δικαστήριο κρίνει ότι από τον συνδυασμό των διαπιστώσεων πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων, εξαιρουμένης της Μ.

Κ., για τους λόγους που προεκτέθηκαν πιθανολογείται ότι η ένδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από την Ζ. Π. με την υποστήριξη τρίτου προσώπου". Επικουρικά δε με τον λόγο αυτό, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ικανότητα της διαθέτιδας για σύνταξη της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης και την γνησιότητα αυτής, επειδή σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης αναφέρεται ότι πιθανολογήθηκε και σε άλλο ότι αποδείχθηκε ότι η επίδικη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από την διαθέτιδα.

Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε διότι το Εφετείο προκειμένου να διαμορφώσει την σχετική κρίση του, δεν αρκέστηκε σε πιθανολόγηση όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείουσες αναφορικά με την γνησιότητα της επίδικης διαθήκης αλλά αντιθέτως κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που μνημονεύεται από το οποίο αποδεικνύεται (και δεν πιθανολογείται) ότι η επίδικη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε στις ...

από την διαθέτιδα Ζ. Π., η οποία είχε πλήρη πνευματική διαύγεια και πλήρη ικανότητα προς δικαιοπραξία και ικανότητα προς σύνταξη της ιδιόγραφης διαθήκης. Η προσβαλλόμενη δε απόφαση περιέχει ως προς το ζήτημα αυτό, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Το απόσπασμα στις παραδοχές του Εφετείου, στο οποίο οι αναιρεσείουσες στηρίζουν τον πιο πάνω λόγο, ότι πιθανολογείται ότι η ένδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από την Ζ.

Π., αποτελεί το συμπέρασμα που προκύπτει κατά την εκτίμηση του Εφετείου μόνο από τις διαπιστώσεις των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων (εκτός της Μ. Κ.) και όχι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Επίσης, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, όπως με τον δεύτερο λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναφέρονται το Εφετείο, από τις προσαχθείσες αποδείξεις σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για το ουσιώδες ζήτημα της γνησιότητας της επίδικης διαθήκης ως προς την γραφή και υπογραφή από την διαθέτιδα και ουδεμία αμφιβολία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ως προς την ικανότητα της διαθέτιδας προς γραφή και υπογραφή της επίδικης διαθήκης κατά τον χρόνο συντάξεώς της και την γνησιότητα αυτής.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 11α και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δε επιτρέπει και δεν κήρυξε απαράδεκτο για ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για την απόδειξη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αντιδίκων περί γνησιότητας της επίδικης διαθήκης, περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από τους αναιρεσίβλητους καθώς πέραν των προσκομισθέντων πρωτοδίκως των αναφερομένων τριών ενόρκως βεβαιώσεων, έλαβε υπόψη του και τις επικληθείσες και προσκομισθείσες από τους αναιρεσίβλητους για πρώτη φορά ενώπιον του μετ'αναίρεση Εφετείου δύο ένορκες βεβαιώσεις της Μ.

Ρ. και της Κ. Μ. αντίστοιχα ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Ε. Γ. Σ., κατά παράβαση του άρθρου 270 παρ. 2γ και δ του Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης έφεσης. Ωστόσο, κατά το χρόνο συζήτηση της από 2-4-2013 έφεσης των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο (μετά την αναίρεση) και των από 7-1-2019 πρόσθετων λόγων (7-2-2019), το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ.

είχε καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο, άρθρο 1 του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μέχρι πέντε (5) για κάθε διάδικο μέρος και μέχρι τρεις (3) για την αντίκρουση. Το ανωτέρω δε άρθρο 422 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, έπρεπε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η υπόθεση εκκρεμούσε στο Εφετείο μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 και, επί πλέον, επειδή οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις είχαν ληφθεί επίσης μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Επομένως, νομίμως οι αναιρεσίβλητοι, τότε εκκαλούντες, προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου τις πιο πάνω αναφερόμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις, το δε Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή τις έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α και 14 Κ.Πολ.Δ., περί λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει και περί μη κηρύξεως απαραδέκτου αυτών.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίες, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2/7/2020 αίτηση των Ε. Π.. και Μ. Π. για αναίρεση της 3574/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ