Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding arguments not raised in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in finding the deposit was a penalty deposit rather than a security deposit, but this specific argument had not been formally raised before the Court of Appeal. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to demonstrate that the unraised argument constituted a violation of public order or a specific error inherent to the judgment itself.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not admit cassation arguments based on claims not raised in the court of first instance unless they concern public order, inherent errors, or violations not provable at the lower level.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1119 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1119/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαλαβάνη. Της αναιρεσίβλητης: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μετατράπηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ".... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φερενίκη Οικονομίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5622/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 777/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 1-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο εφέσεως ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, γιατί δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό της ότι με την υπογραφή του από 21-11-2009 συμφωνητικού η αναιρεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη την οικονομική της ανάγκη και την απειρία της σχετικά με το αντικείμενο των κοινωνικών εκδηλώσεων, κατάρτισε την ένδικη σύμβαση, που περιόρισε υπερβολικά την ελευθερία της και την οδήγησε σε οικονομική καταστροφή.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος το μεν λόγω αοριστίας, γιατί η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό της περί καταπλεονεκτικής συμβάσεως, στον οποίο αυτός στηρίζεται, τον πρότεινε νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο εφέσεως, ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δε λόγω του ότι για πρώτη φορά ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε με την αίτηση αναιρέσεως, αφού, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, η αναιρεσείουσα δεν τον είχε προτείνει ως λόγο εφέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, επικαλούμενη ότι απέρριψε τους δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεώς της, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς της ότι η αναιρεσίβλητη εν αγνοία της και πριν την υπογραφή της μεταξύ τους συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου με ρήτρα αποκλειστικής συνεργασίας, είχε μισθώσει και άλλο χώρο στην περιοχή της Γλυφάδας, για τον οποίο είχε δαπανήσει μεγάλα ποσά και τον διαφήμιζε ευρύτατα, γεγονός το οποίο αν γνώριζε η ίδια, δεν θα είχε δεχθεί να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αναιρεσείουσας κατά της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης εναντίον της για αποζημίωσή της λόγω αδικοπραξίας.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους της και συνακόλουθα υποχρέωσή της προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το σύνολο των εγγράφων που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος, είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην των άλλων, οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, τις οποίες και προσδιορίζει ως προς όλα τα στοιχεία τους, καθώς και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε ορισμένα των οποίων μάλιστα ρητά αναφέρεται, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα - έγγραφα της αναιρεσίβλητης, τα οποία δεν έπρεπε να λάβει υπόψη, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν επικαλείται τον ουσιώδη ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, καθώς και ότι η ίδια επικαλέσθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας τα περιστατικά εκείνα, που υποχρέωναν το δικαστήριο να μη τα λάβει υπόψη.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) Οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης ή μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού, και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 2008 η εφεσίβλητη - ενάγουσα ...
διατηρούσε επιτυχημένη επιχείρηση με αντικείμενο την οργάνωση δεξιώσεων. Κατά τον ίδιο χρόνο η εκκαλούσα - εναγομένη ήταν κυρία ενός κτήματος ... στην ... Αττικής, το οποίο ήθελε να εκμεταλλευθεί ως χώρο πραγματοποίησης εκδηλώσεων ... Στις 18-11-2008 υπέγραψαν προσύμφωνο για την κατάρτιση οριστικής σύμβασης μέχρι 1-12-2008, με την οποία η εκκαλούσα θα παραχωρούσε τη χρήση του κτήματός της στην εφεσίβλητη - ενάγουσα.
Στον όρο του προσυμφώνου υπό τον τίτλο "καταβολή αρραβώνα" οι διάδικοι συμφώνησαν τα εξής: "Με την υπογραφή του παρόντος προσυμφώνου η Β συμβαλλομένη (ενν. αναιρεσίβλητη) καταβάλλει και η Α συμβαλλομένη (ενν. αναιρεσείουσα) δηλώνει ότι έλαβε το ποσό των 12.000 ευρώ με τραπεζική επιταγή ως αρραβώνα για την υπογραφή του οριστικού συμφωνητικού.
Ρητά συμφωνείται ότι σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία επί των όρων του οριστικού συμφωνητικού, ή δεν υπογραφεί κύριο συμφωνητικό για οποιοδήποτε λόγο, πραγματικό ή νομικό, έως την 1-12-2008 το ποσό των ... 12.000 ευρώ του αρραβώνα επιστρέφεται στη Β συμβαλλομένη ολόκληρο εντός τριών ημερών από τη μη επίτευξη της οριστικής συμφωνίας, το αργότερο δε έως την 3-12-2008".
Από το σαφές περιεχόμενο του ανωτέρω όρου προκύπτει ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου το πιο πάνω ποσό των 12.000 ευρώ δόθηκε ως αρραβώνας ποινικός για την περίπτωση μη κατάρτισης της σύμβασης για οποιοδήποτε λόγο μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία (1-12-2008) ... Ακολούθως, με το από 21-11-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η σκοπούμενη οριστική σύμβαση ...
Αφού λοιπόν έχει συναφθεί η οριστική σύμβαση πριν την 1-12-2008 ... έχει επέλθει απόσβεση των από το προσύμφωνο υποχρεώσεων, η δε εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώσει την απόδοση του ποσού των 12.000 ευρώ, ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με την ένδικη αγωγή ζητείται η απόδοση αυτού ως αρραβώνος.
Συνεπώς η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν διατηρεί κατά της εκκαλούσας - εναγομένης αξίωση από δάνειο ύψους 12.000 ευρώ, γι' αυτό το σχετικό αγωγικό κονδύλιο κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμο". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό των 12.000 ευρώ δόθηκε στα πλαίσια του μεταξύ των διαδίκων προσυμφώνου ως ποινικός αρραβώνας για την περίπτωση της μη καταρτίσεως οριστικού συμφωνητικού μέχρι την 1-12-2008 και εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίσθηκε στις 21-11-2008 κατέπεσε το ποσόν υπέρ της αναιρεσείουσας. Οι παραδοχές αυτές δεν αντιφάσκουν προς τις περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι η από 21-11-2008 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καταγγέλθηκε από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, επειδή η καταγγελία της ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, λόγω παραβιάσεως της ρήτρας αποκλειστικότητας, που περιλαμβανόταν ως όρος στο ως άνω συμφωνητικό, και τούτο γιατί η δόση του αρραβώνα δεν συνδέθηκε με την καλή τήρηση των όρων του συμφωνητικού αλλά για την περίπτωση της μη καταρτίσεως οριστικού συμφωνητικού. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Νοεμβρίου 2015 αίτηση της Παναγιώτας Νικ. Μπούσουλα για αναίρεση της 777/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ