Legislator Case Law & Legislation
1119/2017 AI generated

1119/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1119/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1119/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, μ' αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Keywords

AI generated
over-indebtedness fraud on creditors over-insurance loan for consumption usury excessive commitment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1119/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. …/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ... και 3) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Σπανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία - Αλεξάνδρα Παπαβασιλείου - Μπαλλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3101/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1326/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η αναιρεσίβλητη με την από 5.5.2011 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή της, την οποία είχε απευθύνει κατά των αναιρεσειόντων, ζήτησε τη διάρρηξη απαλλοτριώσεων ως καταδολιευτικών.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3101/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν εκπρόθεσμα έφεση και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 1326/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 898 ΚΠολΔ), προσβάλλεται από τους εκκαλούντες (εναγόμενους) η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου.

2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου μέσου, προκύπτει ότι ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας‚ στηριζόμενος στην αρχή της επιείκειας, παρέχει τη δυνατότητα της -με δικαστική παρέμβαση- άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο καταστάσεως η οποία προέκυψε από τη μη τήρηση της ορισμένης από το νόμο προθεσμίας για δύο λόγους:

την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλομΑΠ 29/1992). Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι πλην άλλων και η αιφνίδια ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εφόσον συνέβαλε στην απώλεια προθεσμίας, με την έννοια ότι ήταν αδύνατο να ασκήσει εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του για την έγκαιρη αντικατάστασή του.

Επομένως, η ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου πρέπει να τον εμπόδισε να ενεργήσει και με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, συνεργάτη του ή όχι. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του νομιμοποιουμένου να ασκήσει το ένδικο μέσο διαδίκου οφείλει να προβαίνει έγκαιρα σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικά και, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετή και άκρως επιμελή ενέργεια ώστε να καταλείπεται σ' αυτόν, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, χρόνος επαρκώς αξιοποιήσιμος σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια και σύνεση αλλά και τις αρχές της διαδικαστικής καλής πίστεως και της μη παρέλκυσης των δικών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 116 ΚΠολΔ (ΑΠ 438/2013).

Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, μ' αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 490/2009).

Συνεπώς με τους λόγους αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που λαμβάνονται συνδυαστικά, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη αρχικά ανώτερης βίας και ακολούθως ως προς την κήρυξη ή μη κήρυξη -εξαιτίας αυτής- ακυρότητας ή απαραδέκτου. Έτσι η απόρριψη της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραδοχή της που τάσσονται από τα άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ, με περαιτέρω αποτέλεσμα την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως εκπρόθεσμου (απαράδεκτου), συνιστά μεν σφάλμα υπό την έννοια της παράλειψης του δικαστηρίου να το κρίνει παραδεκτό και συνεπώς θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ωστόσο η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη λόγου ανώτερης βίας, εφόσον σ' αυτή στηρίζεται η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ελέγχεται προηγουμένως αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ή ενδεχομένως από τον αριθμό 19 αυτού (ΑΠ 741/2016). Τέλος, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά, ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΟλομΑΠ 25/2003).

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, επί της εφέσεως των αναιρεσίβλητων και της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η κρινόμενη έφεση στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 3101/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...." κατά των εναγομένων, ήδη εφεσιβλήτων ... Η απόφαση αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στους εναγομένους, την 10η Δεκεμβρίου 2013 ...

Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 10η Ιανουαρίου 2014 ... ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία ορίζει ο νόμος ως προθεσμία για την άσκησή της... η οποία έληγε την 9η Ιανουαρίου 2014, ημέρα Πέμπτη.

Με την από 5-2-2014 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ... οι εκκαλούντες-αιτούντες την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ισχυρίζονται ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα σε αιφνίδιο πρόβλημα υγείας της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Μ.

Σ., η οποία την 9η Ιανουαρίου 2014 και περί ώρα 10:00 αισθάνθηκε οξύ και έντονο πόνο στο δεξιό υποχόνδριο (δεξιό άνω μέρος κοιλίας), καθώς και στην περιοχή του στομάχου της (επιγάστριο)", ότι περί ώρα 12:00 την εξέτασε ο ιατρός, που κάλεσε στην οικία της και διέγνωσε κωλικό των χοληφόρων, τα συμπτώματα δε της ασθένειάς της ήταν τόσο αιφνίδια και έντονα, που της προκάλεσαν πλήρη σωματική και πνευματική αδυναμία, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατό να ειδοποιήσει άλλο συνάδελφό της για να του εγχειρίσει τα απαραίτητα έγγραφα και το χρηματικό ποσό για την κατάθεση της έφεσης, εν τέλει δε η έφεση να κατατεθεί την επομένη ημέρα, ήτοι την 10η Ιανουαρίου 2014 από την συνάδελφο της πληρεξούσιας δικηγόρου των εκκαλούντων Ι.-Σ.

Π.. Στο από 9-1-2014 ιατρικό σημείωμά του ο ιατρός Σ. Χ., γενικός χειρουργός, βεβαιώνει ότι "η κα Σ. Μ. με κάλεσε στην οικία της λόγω οξέος κωλικοειδούς άλγους στο ΔΣ υποχόνδριο με επέκταση στο επιγάστριο, συνοδευόμενο από ρουκετοειδείς εμέτους. Εκ της κλινικής εξετάσεως, προέκυψε εικών συμβατή με αυτή του κωλικού χοληφόρου.

Χρήζει κλινήρους παραμονής αναλγητικής αγωγής καθώς και πλήρους κλινικοεργαστηριακού απεικονιστικού ελέγχου. Επανεξέταση μετά 24ωρο". Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, καθώς και την ιατρική βεβαίωση, που προσκόμισαν οι αιτούντες ως μόνο αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών τους περί συνδρομής ανωτέρας βίας στο πρόσωπο της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, δεν στοιχειοθετείται η έννοια της ανωτέρας βίας ...

η οποία να δικαιολογεί την απώλεια της προθεσμίας κατάθεσης του ενδίκου μέσου της έφεσης. Τούτο δε, διότι δεν προέκυψε ότι η επικαλούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο των εκκαλούντων ασθένειά της απέκλεισε εντελώς σ' αυτήν τη δυνατότητα: α) να επικοινωνήσει τηλεφωνικά ή με άλλο τρόπο με τους εκκαλούντες και να καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την αδυναμία της να μεταβεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών για να καταθέσει την έφεσή τους, προκειμένου αυτοί να αναθέσουν σε άλλο δικηγόρο την κατάθεση αυτή ή β) να ενεργήσει την κατάθεση με άλλο δικηγόρο, συνεργάτη της ή μη, θέτοντας στη διάθεσή του το δικόγραφο τη έφεσης, που ισχυρίζεται ότι είχε συντάξει.

Η πληρεξούσια δικηγόρος γνωρίζοντας την κατά νόμο υποχρέωσή της να καταθέσει την έφεση εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, θα μπορούσε εφόσον είχε επιμεληθεί τη σύνταξη της έφεσης, να το πράξει δι' άλλου πληρεξουσίου δικηγόρου συνεργάτη της ή μη, ακόμη και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας (9-1-2014), ήτοι την ημέρα που ασθένησε.

Εξάλλου, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, όπως συνομολογείται, θα κατέθετε την έφεση την 9-1-2014, δηλαδή την τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας, γεγονός που σημαίνει ότι αυτή δεν προέβη έγκαιρα, όπως όφειλε, στη συνετή και άκρως επιμελή ενέργεια, της συντάξεως της εφέσεως, ώστε να κατατεθεί το ένδικο μέσο όχι την τελευταία ημέρα της προθεσμίας αλλά κατά το χρονικό διάστημα πριν από αυτήν, κατά το οποίο (διάστημα) άλλωστε δεν προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημά της.

Συνακόλουθα, η συμπεριφορά αυτή της πληρεξούσιας δικηγόρου των εκκαλούντων, η οποία έγινε αιτία να κατατεθεί εκπρόθεσμα η έφεσή των εκκαλούντων, δεν οφείλεται σε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως που δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα επιμέλειας και σύνεσης..." Ακολούθως, το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την μεν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως αβάσιμη, τη δε έφεση (και τους πρόσθετους αυτής λόγους) ως απαράδεκτη.

Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά α) εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συνιστά η ασθένεια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους την τελευταία ημέρα της προθεσμίας περίπτωση ανώτερης βίας, που την εμπόδισε να καταθέσει εμπρόθεσμα την έφεσή τους και β) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεσή τους.

Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλονται διότι με αυτούς πλήττεται η μία μόνο από τις δύο επάλληλες αιτιολογίες από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το ως άνω διατακτικό της απόφασής του κατ' αρχάς στη (μη πληττόμενη) παραδοχή ότι "...δεν προέκυψε ότι η επικαλούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο των εκκαλούντων ασθένειά της απέκλεισε εντελώς σ' αυτήν τη δυνατότητα:

α) να επικοινωνήσει τηλεφωνικά ή με άλλο τρόπο με τους εκκαλούντες και να καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την αδυναμία της να μεταβεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών για να καταθέσει την έφεσή τους, προκειμένου αυτοί να αναθέσουν σε άλλο δικηγόρο την κατάθεση αυτή ή β) να ενεργήσει την κατάθεση με άλλο δικηγόρο, συνεργάτη της ή μη, θέτοντας στη διάθεσή του το δικόγραφο τη έφεσης, που ισχυρίζεται ότι είχε συντάξει..." Στη συνέχεια με δεύτερη επάλληλη κύρια αιτιολογία στήριξε το διατακτικό της και στην (εν προκειμένω πληττόμενη) παραδοχή ότι "...

Εξάλλου, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, όπως συνομολογείται, θα κατέθετε την έφεση την 9-1-2014, δηλαδή την τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας, γεγονός που σημαίνει ότι αυτή δεν προέβη έγκαιρα, όπως όφειλε, στη συνετή και άκρως επιμελή ενέργεια, της συντάξεως της εφέσεως, ώστε να κατατεθεί το ένδικο μέσο όχι την τελευταία ημέρα της προθεσμίας αλλά κατά το χρονικό διάστημα πριν από αυτήν, κατά το οποίο (διάστημα) άλλωστε δεν προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημά της.

Συνακόλουθα, η συμπεριφορά αυτή της πληρεξούσιας δικηγόρου των εκκαλούντων, η οποία έγινε αιτία να κατατεθεί εκπρόθεσμα η έφεσή των εκκαλούντων, δεν οφείλεται σε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως που δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα επιμέλειας και σύνεσης..." Σύμφωνα δε με την προπαρατιθέμενη σκέψη, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά, ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ως προς την έννοια της ανώτερης βίας ως λόγο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ορθά συνεπώς έκρινε απορριπτέα ως απαράδεκτη την ένδικη έφεση, αφού πράγματι η επικαλούμενη ασθένεια της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας αυτοί δεν είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν εμπρόθεσμα την έφεση.

3.- Από τις άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντίφαση όλα τα στοιχεία που είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, αναγκαία για τον αποκλεισμό του στοιχείου της ανώτερης βίας στην απώλεια (από την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων) της προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως, αφού το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι "...δεν προέκυψε ότι η επικαλούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο των εκκαλούντων ασθένειά της απέκλεισε εντελώς σ' αυτήν τη δυνατότητα: α) να επικοινωνήσει τηλεφωνικά ή με άλλο τρόπο με τους εκκαλούντες και να καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την αδυναμία της να μεταβεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών για να καταθέσει την έφεσή τους, προκειμένου αυτοί να αναθέσουν σε άλλο δικηγόρο την κατάθεση αυτή ή β) να ενεργήσει την κατάθεση με άλλο δικηγόρο, συνεργάτη της ή μη, θέτοντας στη διάθεσή του το δικόγραφο τη έφεσης, που ισχυρίζεται ότι είχε συντάξει..." Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ενδοιαστικής και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς τη δυνατότητα της ως άνω δικηγόρου να καταθέσει, παρά την ασθένειά της, την έφεση εμπρόθεσμα μέσω άλλου δικηγόρου, (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-

4.- Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά το διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη.

Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία. Εξάλλου, η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 634/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου αυτών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δη των αναγραφόμενων στη σελ. 1 τέλος και σελ. 2, στίχοι 1 έως 11 που ιδιαίτερα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν συνάγεται ομολογία αυτής (εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης) σχετικά με τη συνδρομή λόγου ανώτερης βίας που δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη κατάθεση της έφεσης.

Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- 5.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουνίου 2016 αίτηση των Α. Γ., Ε. Γ. και Α. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1326/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ