Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling objective liability for incapacitated persons is statutory and not arbitrary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding tort damages. The appellant argued that the lower court erred in awarding compensation for non-pecuniary loss to an incapacitated person under Article 918 of the Civil Code. The court held that the lower court correctly applied the statutory framework, noting that Article 918 establishes objective liability for incapacitated persons as a specific legal requirement rather than arbitrary discretion. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 299, 914, 918, and 932 of the Civil Code; The Supreme Court established that the award of compensation for non-pecuniary damage to an incapacitated person under Article 918 is a statutory obligation based on objective liability, not an exercise of arbitrary judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1119 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1119/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της Ε. Τ. του Κ., με την ιδιότητα του οριστικού δικαστικού της συμπαραστάτη, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Ανέζα Κονταξή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Μ. του Ν., 2. Ν. Μ. του Ι. και 3. Δ. Μ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Λακαφώση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12589/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 463/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 29-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει ότι "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Έτσι, προϋπόθεση για την παροχή χρηματικής ικανοποίησης είναι η τέλεση αδικοπραξίας. Ως αδικοπραξία νοείται όχι μόνον εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή η υπαιτίως τελεσθείσα παράνομη πράξη, αλλά και κάθε περίπτωση που ο ΑΚ επιβάλλει την παροχή αποζημίωσης για αντικειμενική ευθύνη, δηλαδή και η απλώς παράνομη πράξη, εφόσον είναι δημιουργική υποχρεώσεως προς παροχή αποζημίωσης.
Τέτοια περίπτωση είναι και εκείνη της διάταξης του άρθρου 918 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αυτός που προξένησε τη ζημία, εφόσον δεν έχει ευθύνη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 915 έως 917 ΑΚ (λόγω έλλειψης ικανότητας προς καταλογισμό) καταδικάζεται από το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση της κατάστασης των μερών, σε εύλογη αποζημίωση, αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο.
Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται πλην των άλλων και στην περίπτωση του άρθρου 915 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "δεν ευθύνεται όποιος ζημίωσε άλλον χωρίς να έχει συνείδηση των πράξεών του ή ενώ βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του", προϋποθέτει για την εφαρμογή της (δηλαδή για την επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης): 1) ότι για τη θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εκτός από την ικανότητα για καταλογισμό και 2) ότι η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο.
Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 918 ΑΚ, το δικαστήριο, εκτιμώντας την κατάσταση των μερών, μπορεί να καταδικάσει αυτόν που προξένησε τη ζημία σε εύλογη αποζημίωση του ζημιωθέντος. Συγχρόνως, όμως, μπορεί να επιδικάσει και εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Η λύση αυτή, ότι δηλαδή αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, είναι και η συμπεριφορά η υπαγόμενη στο πραγματικό του άρθρου 918 ΑΚ, βασίζεται στο ότι ο ΑΚ, ως αδικοπραξία, νοεί όλες τις ζημιογόνες πράξεις που περιλαμβάνονται στο 39ο κεφάλαιο αυτού, εφόσον όλες τις ονομάζει, με τον προτασσόμενο του άρθρου 914 παράτιτλο, "αδικοπραξίες".
Στην ένδικη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 5/10/2006 αγωγή τους, ισχυρίσθηκαν ότι την 18-9-1996 η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία έχει τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη της Α.
Τ., προκάλεσε τον θάνατο της Ε. Τ., συζύγου του πρώτου αναιρεσιβλήτου και μητέρας των λοιπών, ηλικίας 27 ετών, η οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ζούσε μέχρι το 75° έτος της ηλικίας της. Ότι κατά την τέλεση της άδικης πράξης η εναγόμενη έπασχε από ψυχική νόσο, εξαιτίας της οποίας δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης της ανθρωποκτονίας.
Με το ιστορικό αυτό ζητούσαν, μετά από το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει τα αιτούμενα για καθένα χρηματικά ποσά για εύλογη αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την οριστική του απόφασή δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε καθένα τα αναφερόμενα για τις αντίστοιχες αιτίες χρηματικά ποσά. Η αναιρεσείουσα, με την έφεσή της ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως προς τα επιδικασθέντα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, επειδή αυτά δεν είναι νόμιμα, καθόσον, κατά τους νομικούς ισχυρισμούς της, η διάταξη του άρθρου 918 ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η αγωγή, αφορά την κάλυψη περιουσιακής ζημίας και όχι ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Ο λόγος αυτός της έφεσης απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως αβάσιμος, με την παραδοχή ότι με τη διάταξη του άρθρου 918 ΑΚ καθιερώνεται για λόγους επιείκειας αντικειμενική ευθύνη του ανικάνου για καταλογισμό για εύλογη αποζημίωση του παθόντος και με τις διατάξεις των άρθρων 299 και 932 ΑΚ παρέχεται αυτοτελώς, σε σχέση με την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, αξίωση, για μη περιουσιακή ζημία, που επιδικάζεται πάντοτε, κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από το νόμο, καθώς και η πρόκληση ψυχικής οδύνης, στην περίπτωση θανάτωσης, σε ορισμένα πρόσωπα.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 299, 914, 918 και 932 ΑΚ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες στο αποδεικτικό της πόρισμα, αναφορικά με την επιδίκαση της εύλογης αποζημίωσης, καθόσον δεν αναφέρει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν κάποιες περιστάσεις που επιβάλλουν τούτο και ποιες (τυχόν) είναι οι περιστάσεις αυτές, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 918 ΑΚ. Ο λόγος αυτός απαραδέκτως προβάλλεται (άρθρα 522 και 562 παρ.2 ΚΠολΔ). Τούτο, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν εμπεριέχονται ουσιαστικές παραδοχές, ούτε αποδεικτικό πόρισμα, καθόσον με τους διαλαμβανόμενους στην έφεση της αναιρεσείουσας δύο λόγους εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο μόνον ως προς το ζήτημα νομιμότητας του αγωγικού αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση (πρώτος λόγος εφέσεως που αντιμετωπίστηκε από το Εφετείο κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) και ως προς το ζήτημα του ύψους της δικαστικής δαπάνης (δεύτερος λόγος εφέσεως), ενώ δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με σχετικό λόγο εφέσεως, οποιοδήποτε ζήτημα, αναφορικά με την κατ’ ουσίαν συνδρομή των προϋποθέσεων επιδίκασης της εύλογης, κατά το άρθρο 918 ΑΚ, αποζημίωσης.
Κατ’ ακολουθίαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2012 αίτηση της Ε. Τ. του Κ., όπως εκπροσωπείται από το δικαστικό συμπαραστάτη της Α. Τ., για αναίρεση της 463/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ