Legislator Case Law & Legislation
1119/2013 AI generated

Supreme Court dismisses equal treatment claim against regional authorities for unequal public sector benefits.

Case Number 1119/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the plaintiffs' constitutional claim alleging unequal treatment compared to other public employees regarding specific allowances. The plaintiffs argued that regional authorities should receive the same benefits as other public bodies, citing Article 4 of the Constitution. The court held that the existing legal framework provided valid reasons for the distinction, rendering the claim inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Article 4 of the Constitution; The court ruled that distinctions in public sector benefits are permissible if based on objective criteria and do not constitute arbitrary discrimination violating the principle of equality.

Keywords

AI generated
constitutional equality public sector benefits regional authorities arbitrary discrimination administrative law

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of the Constitution
Article 14 of Law 3016/2002
Article 30 of Law 2768/1999
Circular 2/47883/0022/2002
Circular 2/81283/0022/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1119/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΕΛΛΑΣ", ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΠΕΛΛΑΣ" (αρχικού διαδίκου), που εδρεύει στην Έδεσσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ρέτζιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Α., κατοίκου ... 2) Χ. Φ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 13-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή (εν μέρει) της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/1999 (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη Δημόσια Διοίκηση κ.λπ.), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παράγρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Ακολούθως, με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, ολικά ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού τω 176 ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορηγήσεως της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.

και των Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να εξαρτούν τη χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών. Με βάση δε την αυτή ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. 2/47883/0022/16-9-2002 (ΦΕΚ Β' 1202) ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με την οποία χορηγήθηκε μηνιαία ειδική παροχή στους υπαλλήλους των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου αντίστοιχου ή μεγαλύτερου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό άλλου φορέα, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997.

Το ύψος της ειδικής αυτής παροχής καθορίστηκε στο ισόποσο της διαφοράς μεταξύ του επιδόματος των 50 ευρώ, το οποίο χορηγείται με την παρ. 5 του άρθρου 30 του Ν. 2768/1999 στους υπαλλήλους, που κατέχουν οργανικές θέσεις και υπηρετούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, και του ποσού των 176 ευρώ και ορίστηκε (με την ως άνω ΚΥΑ) ότι η εν λόγω ειδική παροχή θα καταβάλλεται κατά το ήμισυ από 1-1-2002 και το σύνολο αυτής από 1-7-2002 και ότι θα συμψηφίζεται με οποιεσδήποτε άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, εκτός των καταβαλλομένων από συμμετοχή σε συλλογικά όργανα αποζημιώσεων, που λαμβάνουν οι δικαιούχοι αυτής, ανεξάρτητα από την πηγή που καταβάλλονται, καθώς και με τη μηνιαία κατ' αποκοπή ειδική αμοιβή που προβλέπεται από την υπ' αριθμ. 2/81283/0022/24-11-1999 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπως τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμ. 2/31564/0022/3-7-2002 και 2/10962/0022/27-2-2003 όμοιες ΚΥΑ.

Με την ως άνω υπ' αριθμ. 2/81283/0022/24-11-1999 ΚΥΑ καθορίσθηκε η μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή των υπαλλήλων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που εκτελούν, βάσει των σχετικών διατάξεων και αποφάσεων, το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών, καθώς και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών, σε 120.000 δραχμές για τους εξεταστές και σε 80.000 δραχμές για τους βοηθούς εξετάσεων, υπό τους εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή όρους και προϋποθέσεις.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2/31564/0022/3-7-2002 όμοια ΚΥΑ, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε η μηνιαία ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή από 352,16 ευρώ (120.000 δρχ) σε 410,86 ευρώ για τους εξεταστές υποψηφίων οδηγών και από 234,78 ευρώ (80.000 δρχ) σε 264,12 ευρώ για τους βοηθούς εξεταστών, και με την υπ' αριθμ. 2/10962/0022/27-2-2003 όμοια ΚΥΑ, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε η μηνιαία ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή από 410,86 ευρώ σε 550 ευρώ για τους εξεταστές υποψηφίων οδηγών και από 264,12 ευρώ σε 405 ευρώ για τους βοηθούς εξεταστών.

Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004), οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται (βλ.

και άρθρο 28 παρ. 4 του ίδιου Ν. 3205/2003, με το οποίο καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1-1-2004, μεταξύ άλλων και το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002). Με την ίδια διάταξη (άρθρ. 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003) ορίσθηκε, επίσης, ότι μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των νόμων και των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων προκύπτει, ότι οι υπάλληλοι των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (ΟΤΑ - ΝΠΔΔ), που απασχολούνται με το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών (εξεταστές και βοηθητικό προσωπικό), δεν δικαιούνται: Α) Με βάση την υπ' αριθμ. 2/47883/0022/16-9-2002 ΚΥΑ και για το χρονικό διάστημα έως 31-12-2003 σωρευτικά την ειδική παροχή των 176 ευρώ και αυτή του επιδόματος των 50 ευρώ της παρ. 5 του άρθρου 30 του Ν. 2768/1999, καθόσον τούτο ορίζεται ρητώς στην εν λόγω ΚΥΑ, η οποία εκδόθηκε μέσα στα όρια της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, με την παράγραφο 3 του οποίου ρητώς απαγορεύεται η σωρευτική χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Η Υπουργική αυτή Απόφαση δεν αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος για τον λόγο ότι με άλλες Υπουργικές Αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Τούτο δε διότι οι Υπουργικές αυτές Αποφάσεις, κατά το μέρος αυτό, εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά συνέπεια είναι, ως κανονιστικού χαρακτήρα εκτελεστές διοικητικές πράξεις, παράνομες. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, και ανεξάρτητα αν οι εν λόγω Υπουργικές Αποφάσεις έχουν εκτελεσθεί με βάση το τεκμήριο της νομιμότητας, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν νοείται ισότητα στην παρανομία.

Και Β) Για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα (δεν δικαιούνται) στο σύνολό της την επίδικη παροχή των 176 ευρώ κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθμ. 2/47883/0022/2002 ΚΥΑ και του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, ενόψει του ότι η ως άνω καταβαλλόμενη στους υπαλλήλους αυτούς ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή για το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών, ανερχόμενη από 1-9-2002, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/10962/0022/2003 ΚΥΑ, σε 550 ευρώ για τους εξεταστές υποψηφίων οδηγών και σε 405 ευρώ για τους βοηθούς εξεταστών, υπερκαλύπτει την επίδικη παροχή (176 ευρώ).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας και υπηρετούν στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών αυτής.

Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων Φ. Κ. ανήκει στον Κλάδο ΤΕ Ηλεκτρολόγων - Μηχανικών και εργάζεται με πλήρη απασχόληση στο Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (Κ.Τ.Ε.Ο.) του Νομού Πέλλας από 16-9-2002. Ο δεύτερος ενάγων Χ. Φ. ανήκει στον Κλάδο ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού και εργάζεται με πλήρη απασχόληση στο ίδιο ως άνω Κ.Τ.Ε.Ο.

από 14-4-2004 και η τρίτη ενάγουσα Ε. Χ. ανήκει στον Κλάδο ΥΕ Καθαριστριών και εργάζεται με μερική απασχόληση τριών (3) ωρών ημερησίως στο Τμήμα Συγκοινωνιών Γιαννιτσών από 19-2-2002. Οι αποδοχές των εναγόντων καθορίζονται με βάση το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 με το Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/2003.

Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ότι η επίδικη χρηματική παροχή των 176 ευρώ, η οποία χορηγήθηκε με τις κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών της Δημόσιας Διοίκησης και των ΝΠΔΔ, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, έχει προσλάβει, λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετωπίσεώς της, εξαρχής χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ότι κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ήτοι από 16-9-2002 έως 31-12-2006 για τον πρώτο ενάγοντα, από 14-4-2004 έως 31-12-2006 για τον δεύτερο ενάγοντα και από 19-2-2002 έως 31-12-2006 για την τρίτη ενάγουσα, κατά τα οποία αυτοί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας, η τελευταία δεν τους κατέβαλε τη μηνιαία ειδική παροχή, που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων με την εκδοθείσα, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, υπ' αριθμ. 2/47883/0022/2002 ΚΥΑ, το ύψος της οποίας καθορίστηκε στο ισόποσο της διαφοράς μεταξύ του επιδόματος των 50 ευρώ της παρ. 5 του άρθρου 30 του Ν. 2768/1999 και του ποσού των 176 ευρώ, διότι οι ενάγοντες ελάμβαναν, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, αφενός το επίδομα ειδικής απασχολήσεως, ποσού 50 ευρώ, το οποίο είχε χορηγηθεί με το άρθρο 30 παρ. 5 του Ν. 2768/1999 στους υπαλλήλους που κατέχουν οργανικές θέσεις και υπηρετούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και αφετέρου (ελάμβαναν) τη μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή, ως εκτελούντες το βοηθητικό έργο των εξετάσεων των υποψηφίων οδηγών, που χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. 2/81283/0022/1999 ΚΥΑ και αναπροσαρμόσθηκε με τις όμοιες υπ' αριθμ. 2/31564/0022/ 2002 και 2/10962/0022/2003 ΚΥΑ, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, οι οποίοι εκτελούν, βάσει των σχετικών διατάξεων και αποφάσεων, το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών, καθώς και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών.

Πλην όμως - όπως δέχεται ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο - το γεγονός ότι οι ενάγοντες ελάμβαναν, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, πέραν των τακτικών αποδοχών τους, και το επίδομα ειδικής απασχολήσεως, ποσού 50 ευρώ, της παρ. 5 του άρθρου 30 του Ν. 2768/1999, δεν αναιρεί το δικαίωμα αυτών προς λήψη και της επίδικης παροχής των 176 ευρώ, καθόσον η παροχή του επιδόματος των 50 ευρώ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της εργασίας που παρέχουν οι ενάγοντες, ενώ η επίδικη παροχή αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού και συνακόλουθα οι δύο παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, με αποτέλεσμα η προβλεπόμενη από την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 2/47883/0022/2002 ΚΥΑ αφαίρεση του επιδόματος των 50 ευρώ από την επίδικη παροχή των 176 ευρώ να συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση των εναγόντων, ως υπαλλήλων Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, έναντι των υπολοίπων υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται ολόκληρο το ποσό των 176 ευρώ και να οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της θεσπιζόμενης με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας.

Ούτε, όμως, αναιρείται το δικαίωμα των εναγόντων - όπως δέχεται επίσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο - να λάβουν την επίδικη παροχή των 176 ευρώ από το ότι αυτοί ελάμβαναν, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, τη μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή για την εκτέλεση του βοηθητικού έργου των εξετάσεων των υποψηφίων οδηγών, η οποία αποτελεί υπερωριακή αμοιβή, ενόψει του ότι το εν λόγω έργο εκτελείται μετά τη λήξη του νομίμου ωραρίου των Υπηρεσιών της εναγομένης και δεν καταβάλλεται στους ενάγοντες καμία άλλη παροχή για υπερωριακή απασχόληση, με αποτέλεσμα ο προβλεπόμενος από την παρ. 4 της ως άνω υπ' αριθμ. 2/47883/0022/2002 ΚΥΑ συμψηφισμός της επίδικης παροχής των 176 ευρώ με την εν λόγω ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή, που διαφέρουν καταφανώς μεταξύ τους και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, να συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση των εναγόντων, ως υπερωριακώς απασχολουμένων υπαλλήλων, έναντι των λοιπών συναδέλφων τους και να οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 5/2008 του Ειρηνοδικείου Έδεσσας) ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή των 176 ευρώ, χωρίς την αφαίρεση του επιδόματος των 50 ευρώ της παρ. 5 του άρθρου 30 του Ν. 2768/1999 και χωρίς τον συμψηφισμό της με τη μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή, που προβλέπεται από την υπ' αριθμ. 2/81283/0022/1999 ΚΥΑ, όπως αναπροσαρμόσθηκε με όμοιες ΚΥΑ.

Και αφού δέχθηκε, στη συνέχεια, ότι είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις του πρώτου ενάγοντος του επίδικου χρονικού διαστήματος από 16-9-2002 έως 15-11-2002, του δεύτερου ενάγοντος του επίδικου χρονικού διαστήματος από 14-4-2004 έως 13-9-2004 και της τρίτης ενάγουσας του επίδικου χρονικού διαστήματος από 19-2-2002 έως 15-9-2004, επιδίκασε σ' αυτούς, για την εν λόγω αιτία, τα αναφερόμενα στην απόφασή του χρηματικά ποσά, για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα.

Έτσι, όμως, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 του Ν. 2305/2003 και της υπ' αριθμ. 2/47883/0022/2002 ΚΥΑ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά τα οικεία μέρη του, με τα οποία αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), με την από 19-12-2006 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Έδεσσας (αρ. καταθ. 207/2006), ισχυρίσθηκαν ότι, κατά το επίδικο για τον καθένα εξ αυτών χρονικό διάστημα (από 16-9-2002 έως 31-12-2006 για τον πρώτο ενάγοντα, από 14-4-2004 έως 31-12-2006 για τον δεύτερο και από 19-2-2002 έως 31-12-2006 για την τρίτη), κατά το οποίο προσέφεραν ανελλιπώς τις υπηρεσίες τους στην Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της εναγομένης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας (αναιρεσείουσας) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η εναγομένη δεν τους κατέβαλε τη μηνιαία ειδική παροχή των 176 ευρώ, η οποία χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. 2/47883/0022/2002 ΚΥΑ, που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, στους υπαλλήλους των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, μολονότι είχαν τις προς τούτο προϋποθέσεις, λόγω του ότι:

α) ελάμβαναν το επίδομα ειδικής απασχολήσεως, ποσού 50 ευρώ, το οποίο είχε χορηγηθεί με το άρθρο 30 παρ. 5 του Ν. 2768/1999 στους υπαλλήλους, που κατέχουν οργανικές θέσεις και υπηρετούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και β) ελάμβαναν τη μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή, ως εκτελούντες το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών, καθώς και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών, η οποία αμοιβή προβλέπεται από τις υπ' αριθμ. 2/81283/0022/1999, 2/31564/0022/2002 και 2/10962/0022/2003 ΚΥΑ για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που εκτελούν, βάσει των σχετικών διατάξεων και αποφάσεων, το παραπάνω έργο.

Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των υπολοίπων υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και παραβίαση εκ μέρους της εναγομένης της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), ζήτησαν, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής και κατ' εφαρμογή της παρ. 1 της υπ' αριθμ. 2/47883/0022/2002 ΚΥΑ και του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, άλλως λόγω αδικοπραξίας, άλλως κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται να λάβουν την ειδική παροχή των 176 ευρώ (σωρευτικά με τις καταβαλλόμενες σ' αυτούς ως άνω παροχές) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, για την αιτία αυτή, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 9.064 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 5.720 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 3.952,96 ευρώ.

Με το παραπάνω περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη (τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς τις επικουρικές βάσεις της). Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει.

Έτσι, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Έδεσσας), με την υπ' αριθμ. 5/2008 οριστική απόφασή του, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησε την από 16-7-2008 έφεση (αριθμ.

καταθ. 27/2008) η αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της. Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας -εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 70/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 16-7-2008 έφεση (αριθμ. καταθ. 27/2008) της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 5/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Έδεσσας. Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την αγωγή. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - εναγομένης, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ