Supreme Court dismisses appeal regarding compensation unit price, ruling the claim was inadmissible due to missed deadline.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision to fix the compensation unit price for expropriated property. The appellants argued for a review of the benefit presumption, but the Court found their request was filed after the mandatory two-month deadline following the temporary compensation decision. Consequently, the Court held the appeal inadmissible because the specific procedural timeline under the relevant law had expired.
Legislator headnote
AI generatedArt. 33 of Law 2971/2001; Art. 37 of Law 2971/2001: The right to challenge the presumption of benefit for expropriated owners is subject to a strict two-month deadline; failure to file within this period renders the request inadmissible, regardless of the substantive validity of the presumption.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1119 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1119/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μελέτιο Φικιώρη και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών, Πολιτισμού και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6393/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/5/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 11/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 25/5/2009 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6393/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 παρ. 1 έως 7, (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977 (ΦΕΚ Α' 214), είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εάν θεωρεί, ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί να υποβάλλει στον φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αίτηση για να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως ή της απόφασης περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός.
Μετά την λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται για να εξετασθεί από τριμελή διοικητική επιτροπή, η οποία, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την προς αυτήν διαβίβαση της αιτήσεως, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα περί της βασιμότητας της αιτήσεως. Ακολούθως η αίτηση με την επ' αυτής έκθεση της ανωτέρω επιτροπής και όλα τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται στο ως άνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά σε πρώτο και τελευταίο βαθμό περί της υπάρξεως ή μη ωφελείας από το έργο για το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση τμήμα του μερικά απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Το άρθρο 9 παρ. 4 του ΚΑΑΑ ισχύει και στην περίπτωση αυτή, όταν η απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/01, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 998/07), έχουν δε εφαρμογή, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 περ.
α' του ιδίου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 1056/08). Τα ανωτέρω βεβαίως ισχύουν στην περίπτωση της υποβολής χωριστής αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της συνεκδίκασης του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολ.
ΑΠ 10/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δικάζον επί της ασκηθείσας από τους αιτούντες - νυν αναιρεσείοντες αίτησης, με την οποία εδιώκετο (μόνον) η ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, για το τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, που ορίσθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, έκρινε ότι στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή το άρθ. 33 του Ν. 2971/2001, δεδομένου ότι η συντέλεση της επίδικης απαλλοτρίωσης έλαβε χώρα την 10-11-2003 και ότι είχε ήδη καθορισθεί, σε άλλη χωριστή δίκη, ο καθορισμός προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης, για τα αποζημιωτέα τμήματα της απαλλοτριωθείσας έκτασης (με τις υπ' αριθμ. 306/2003 και 3683/2004 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα), στις οποίες (δίκες) παρέστησαν οι νυν αιτούντες, καθώς και η αναγνώρισή τους ως δικαιούχων, με την υπ' αριθμ. 17807/2003 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταστάσα ήδη τελεσίδικος και ότι η αίτηση, ως υποβληθείσα μετά την πάροδο απράκτου της διμήνου προθεσμίας από τη δημοσίευση του καθορισμού προσωρινής αποζημίωσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτος, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθ. 33 του Ν. 2971/2001, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθ. 37 του ίδιου νόμου, αφού η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2971/2001 και οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθ. 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ.
Κατά συνέπεια, οι δύο (μοναδικοί) από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2009 αίτηση των ... κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6393/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ