Legislator Case Law & Legislation
1119/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to applicant's acceptance of lower court judgment.

Case Number 1119/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the applicant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 6237/2006. The applicant argued that the lower court distorted evidence regarding a rental agreement date, but the court found the appeal inadmissible because the applicant had accepted the judgment by receiving the awarded compensation and costs without reservation. The court ruled that such acceptance constitutes a waiver of the right to appeal, rendering the appeal procedurally invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 para. 2 and 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant accepts the contested judgment, either expressly or implicitly through the receipt of awarded amounts without reservation, thereby waiving the right to use legal remedies.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal silence acceptance waiver of remedy receipt of compensation procedural bar

Cited Legislation

AI generated
Article 17 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 20 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1119/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αριστείδη Σαφαρή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με την επωνυμία Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαμπέτα Δρόσου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2005 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 31/3/2006 ανταιτήσεις της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 6237/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 26/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 31/7/2007 αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ'αριθμό 6237/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όταν ο αναιρεσείων αποδέχεται την απόφαση, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της είσπραξης του επιδικασθέντος ποσού και της δικαστικής δαπάνης, παραιτούμενος, έτσι, από το δικαίωμα άσκηση ενδίκου μέσου, η κατά της απόφασης ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτος. Δεν συνάγεται, όμως, τέτοια αποδοχή (σιωπηρή), από πράξεις του αναιρεσείοντα, που έγιναν με επιφύλαξη. Ο αναιρεσίβλητος (Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας), προβάλλει, με τις κατατεθείσες προτάσεις του, την ένσταση, περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης λόγω της εκ μέρους της αναιρεσείουσας αποδοχής (σιωπηρής) της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία (αποδοχή) προκύπτει εκ του ότι αυτή (αναιρεσείουσα) εισέπραξε, χωρίς επιφύλαξη, την καθορισθείσα με την απόφαση οριστική αποζημίωση, καθώς και τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, διότι από το επικαλούμενο και προσαγόμενο από τον αναιρεσίβλητο έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ουδόλως προκύπτει ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας είσπραξη των ως άνω ποσών έγινε με την επιφύλαξη ή μη της άσκησης ενδίκου μέσου.

ΙΙ.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου.

Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003, ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν τον χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".

Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, παρά μόνο παρέχει οδηγίες, για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία του και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη για το σκοπό αυτόν, αφού χρησιμοποιείται η λέξη "ιδίως", κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Υπό την έννοια αυτή, η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος, ως δήθεν περιορίζουσα τη δυνατότητα της επιδίκασης πλήρους αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο ακίνητο. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων με το να λάβει υπόψη για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων της αναιρεσείουσας και των επικειμένων του ουσιαστικά μόνο τις αντικειμενικές αξίες αυτών κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, η οποία όμως είναι αντισυνταγματική κι επομένως ανίσχυρη.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο, για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων, δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα αντικειμενική τιμή ζώνης της περιοχής των 1200 ευρώ το τ.μ., που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο με βάση την αναφερόμενη στο αναιρετήριο Υ.Α., αλλά την προηγούμενη τιμή ζώνης των 909 ευρώ το τ.μ.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, σε αυτή ρητώς αναφέρεται ότι "Η αντικειμενική αξία του ακινήτου και των επικειμένων του ... ανερχόταν, σύμφωνα με την από 9.2.2005 έκθεση υπολογισμού αντικειμενικών αξιών της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών ... τιμή ζώνης για τους παραπάνω υπολογισμούς έχει ληφθεί το ποσό των 900 δρχ. (προφανώς ευρώ), το οποίο μετά την εκτίμηση αυτή ανήλθε σε 1200 ευρώ ..." κι επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη το επικαλούμενο αποδεικτικό στοιχείο.

Τέλος, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτές, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ.- Ο από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ (α' περίπτωση) ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ, εάν το δικάσαν δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμό περί δεδικασμένου, ο αναιρετικός έλεγχος γίνεται μέσω του από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 1339/1985). Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο από την τελευταία αυτή διάταξη λόγος για τη μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους ισχυρισμού πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το στοιχείο δε αυτό πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του λόγου αυτού (άρθρα 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τον δεύτερο, κατά το ένα μέρος αυτού, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο, που προκύπτει από την αναφερόμενη στο αναιρετήριο τελεσίδικη απόφαση, περί αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης, ως προς το ζήτημα της κατάσταση των απαλλοτριωθέντων επικειμένων, ζήτημα το οποίο, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης περί αναγνώρισης δικαιούχων.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε, ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου τον ως άνω, περί δεδικασμένου, ισχυρισμό και σε κάθε περίπτωση διότι, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελεγχόμενες προτάσεις της αναιρεσείουσας, τις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου, αυτή δεν προέβαλε ενώπιον αυτού, τον ως άνω ισχυρισμό.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται όταν από το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έγιναν δεκτά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και στηρίζεται στην παράβαση του συζητητικού συστήματος, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα. Με τον ίδιο (δεύτερο), κατά το άλλο μέρος αυτού, λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται αιτίαση εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε πράγματα, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, ως προς το ζήτημα του ύψους της καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριω-θέντων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σε ό,τι αφορά το ανωτέρω ζήτημα, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα.

IV.- Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια.

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ένεκα αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της επιδικαστέας αποζημιώσεως, για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη στο αναιρετήριο, ως προς το λόγο αυτό, αιτίαση, αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παραπάνω ζήτημα.

V.- Ο θεσπιζόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο, σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ, περιεχομένου, καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει, όμως, την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το φερόμενο ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας αυτού.

Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20, λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας και επικληθείσας από την αναιρεσείουσα, ως συγκριτικό στοιχείο, υπ' αριθ. 1476/1993 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόρισε το μηνιαίο μίσθωμα του ενός εκ των απαλλοτριωθέντων καταστημάτων και της οποίας ο αριθμός και η χρονολογία εκδόσεως αναγράφεται εσφαλμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση (δηλαδή με τα στοιχεία 1257/2002), με αποτέλεσμα το δικάσαν Εφετείο κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, να οδηγηθεί στην εσφαλμένη κρίση, ότι το ως άνω καθορισθέν μηνιαίο μίσθωμα (και επομένως και η μισθωτική αξία του ακινήτου) αφορούσε το έτος 2002 και όχι το έτος 1993, όπου τα οικονομικά μεγέθη του τιμαρίθμου ήταν διαφορετικά.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται, ούτε προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι την επιζήμια κατ' αυτήν κρίση του το Εφετείο σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το επίμαχο έγγραφο, αλλά το δικαστήριο εκτίμησε και το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται στην απόφασή του, στο σύνολο των οποίων εστήριξε την κρίση του, για τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (εδάφους και κτισμάτων), μεταξύ των οποίων και το ακίνητο της αναιρεσείουσας, στο οποίο αφορά το ως άνω έγγραφο (απόφαση).

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.7.2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 6237/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ