Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding legal error and failure to cite specific court findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's rejection of a property ownership claim. The appellant argued the lower court applied civil code provisions superficially regarding inheritance and marital status, but failed to specify the exact legal error or detail the factual findings that led to the decision. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds were too vague to identify a specific legal error under Article 559 of the Code of Civil Procedure and because the appellant's arguments primarily challenged the lower court's evaluation of facts, which is not reviewable by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the legal error alleged against the court of first instance, including the factual findings relied upon, otherwise it is inadmissible for vagueness, and arguments challenging the evaluation of facts are not subject to Supreme Court review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1119 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1119/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη.
Του αναιρεσίβλητου: ....... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της ......, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23175/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1250/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά δε για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφρασε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (η οποία απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος) η αιτίαση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε επιφανειακά τα άρθρα 1846, 1118, 1193 και 1195 του ΑΚ και απέρριψε το αίτημα περί αναγνωρίσεως της κυριότητας μου επί του επιδίκου, λόγω κληρονομικής διαδοχής, όλως αβασίμως και αναιτιολογήτως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη ουδόλως έλαβε υπόψη τις διατάξεις του Ν. 2664/98 περί Κτηματολογίου. Υπό το πρίσμα των άρθρων 17 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, η αναιρεσιβαλλόμενη όφειλε να αναγνωρίσει την κυριότητα μου στο επίδικο. Κρίνασα τα εναντία έσφαλε δεινώς". Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1042 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη όχι ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 1042 ΑΚ, καθόσον, όπως ισχυρίζομαι και αποδεικνύω, η απώτερη δικαιοπάροχος του εναγομένου Γ1, εκτός του ότι ουδέποτε υπήρξε νόμιμη σύζυγος.......δεν υπήρξε κυρία του επίδικου, διότι ....
επιπλέον, η απώτερη δικαιοπάροχος του εναγομένου ουδέποτε υπήρξε κυρία του επιδίκου, κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, αφού έλλειπε η καλή πίστη... Κατά συνέπεια είναι απολύτως άκυρο το .... συμβόλαιο μεταξύ του εφεσίβλητου και της Γ1 , ο εφεσίβλητος ουδέποτε κατέστη κύριος του επίδικου".
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι αυτή "εφόσον εκτίθεντο στην ένδικη αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύουν τη διαδοχή στη νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου μου ......., για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την προβλεπόμενη από το νόμο εικοσαετία, όφειλε να αναγνωρίσει την κυριότητα μου με βάση το άρθρο 1045 του ΑΚ, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως την ως άνω διάταξη".
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι "Προϋπόθεση του κληρονομικού δικαιώματος του συζύγου που επιζεί κατ' άρθρο 1820 ΑΚ είναι η ύπαρξη γάμου υποστατού κατά το θάνατο του κληρονομουμένου. Περαιτέρω η ύπαρξη νομίμου γάμου κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1350 ΑΚ. Επομένως, εφόσον η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων δεν απέκτησε με κανένα νόμιμο τρόπο την ιδιότητα του συζύγου, στερείται κάθε κληρονομικού δικαιώματος".
Με το παραπάνω περιεχόμενο όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας και ειδικότερα οι μεν πρώτος, τρίτος και τέταρτος διότι δεν αναφέρεται με σαφήνεια η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση νομική πλημμέλεια με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η διαπίστωση της θεμελίωσης ή μη κάποιου από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ο δε δεύτερος διότι δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που θεμελίωσαν την κρίση της για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, επιπλέον δε ο λόγος αυτός -είναι επίσης απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβάσεως της επίμαχης διατάξεως πλήττει αποκλειστικά την μη υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
II. Επειδή από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμα του ως προς το κατ' ουσίαν αβάσιμο της αγωγής του αναιρεσείοντος κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα υπ' αριθ. 1940/2004 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την κατάθεση στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της μάρτυρος του αναιρεσείοντος ......, γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Τέλος, ο ίδιος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της 4810/20-11-2001 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, την οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων στο Εφετείο προς απόδειξη της ένδικης αγωγής του, είναι, ωσαύτως, απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεων του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, δεν γίνεται σ' αυτές νόμιμη επίκληση της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, αφού σ' αυτές περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς όμως παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη ή σελίδα των πρωτόδικων προτάσεων, για τις οποίες μάλιστα δεν γίνεται επίκληση επαναϋποβολής τους (ΟλΑΠ 9/2000 και 30/1997).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 1250/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ