Legislator Case Law & Legislation
1119/2007 AI generated

1119/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1119/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1119/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις 2-10-1984 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας" προσέλαβε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ...., η οποία απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες και τελικά, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως διοικητικός υπάλληλος στα γραφεία της διοίκησης στην Καρδίτσα.

Keywords

AI generated
exclusion from consortium convention priority lack of standing of association nullity of agreements and decisions successive fixed-term contracts union representative
AI generated
442/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1162/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
447/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1206/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
465/2012
Οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 και από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1119/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κριτσάνο. Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 371/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τα άρθρα: α) 3 παρ. 1 εδ. α', 2 εδ. β' και 5 εδ. β' του κυρωθέντος με την 256/7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ν. 1859/1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των γεωργικών συνεταιρισμών", β) 2 παρ. 1 εδ. α' και 3 παρ. 1, 2 και 4 εδ. β του από 23/30 Ιουλίου 1946 β.δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως το εδ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ/τος της 18 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 Β.Δ. κ.τ.λ.", και γ) 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του ν. 1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: 1) "το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον". "Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού αυτών, ψηφιζομένου υπό της γενικής συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν διά τας εργασίας των ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα". 2) "Αι παρ' εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσης εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως". "Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τας υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους οργανικάς θέσεις είναι μόνιμον.

Οι το πρώτον εις μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μη δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ' ο αργεί η διά της μονιμότητος καθιερουμένη προστασία". "Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να απολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί τη καταβολή της αποζημιώσεως της προβλεπομένης υπό της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι διά τας εργασίας των ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν".

Και 3) "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου". "Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25 παρ. 2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει: α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού...2.Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο ν. 1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν.

Οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7- 1945 εξακολουθούν να ισχύουν". Βάσει της παραπάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27346/17-10-1990 κοινή Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ β 700/7-11-1990), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ο οποίος ορίζει στο άρθρο 6, ότι το προσωπικό των οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο και στο άρθρο 8, ότι για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το διοικητικό συμβούλιο της οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας μέχρι 12 μηνών (παρ. 1).

Μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από τη λήξη της. Τέλος, το άρθρο 46 του ν. 2169/1993 (ΦΕΚ Α/149) "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίζει στην παρ. 1 ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις είναι α) τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης, και στην παρ. 2, ότι η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την υπ' αριθ. 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών που ρύθμιζαν τη λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων κατά το κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρονικό διάστημα 1984-1997, προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων, προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας δωδεκάμηνης διάρκειας, η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί, και κατά συνέπεια, αν γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, η δε σύμβαση εργασίας του που παρατάθηκε πέραν των δώδεκα μηνών, είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις παραπάνω απαγορευτικές διατάξεις (άρθρ. 174 και 180 ΑΚ).

Η ως άνω ακυρότητα είναι απόλυτη και δεν μπορεί γι'αυτό να αποκλεισθεί από την αντίθετη βούληση των μερών, ούτε χωρεί από αυτή παραίτηση της συνεταιριστικής οργανώσεως, λαμβάνεται δε και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο εφόσον έχουν υποβληθεί σ'αυτό τα στοιχεία που συνιστούν την ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα:

Στις 2-10-1984 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας" προσέλαβε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ...., η οποία απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες και τελικά, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως διοικητικός υπάλληλος στα γραφεία της διοίκησης στην Καρδίτσα.

Η ενάγουσα δεν ανήκει στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης, ούτε άλλωστε η ίδια προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό, και τούτο διότι δεν συγκεντρώνει όλα τα κριτήρια που ορίζει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και ο Κανονισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κατάστασης Προσωπικού της εναγομένης Ένωσης, αφού δεν διορίσθηκε σε θεσμοθετημένη θέση, που να καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας και να προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό της κατά κατηγορία και βαθμό, ούτε καταρτίστηκε υπαλληλική σχέση με το διορισμό της.

Επιπλέον, δεν ανήκει στο έκτακτο προσωπικό της, αφού απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία είναι άκυρη και τούτο διότι, μετά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου που είχε συναφθεί με αυτήν, δεν επακολούθησε διαδοχική σύναψη νέων συμβάσεων ορισμένου χρόνου με τις νόμιμες διατυπώσεις.

Εξάλλου, η αρχική σύμβαση δεν μπορεί να μετατραπεί σε σύμβαση αόριστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι ανανεώθηκε διαδοχικά και παρά το ότι η εναγομένη χαρακτηρίζει την ενάγουσα σε διάφορα έγγραφα της ως υπάλληλο του προσωπικού της, αφού δεν επιτρέπεται από το νόμο η σύναψη έγκυρης σύμβασης αόριστου χρόνου.

Εφόσον, λοιπόν, δεν είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, από την εναγομένη δεν είναι άκυρη για το λόγο, ότι η δεύτερη δεν κατέβαλε στην πρώτη ολόκληρη την προβλεπόμενη από το νόμο για την καταγγελία σύμβασης αόριστου χρόνου αποζημίωση, ούτε και για τους άλλους λόγους που επικαλείται η ενάγουσα (κατάχρηση δικαιώματος, παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κλπ), οι οποίοι αρμόζουν σε έγκυρη σύμβαση αόριστου χρόνου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 και 3, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρ. 669, 671 του ΑΚ, άρθρ. 5 του ν. 3198/1955, και άρθρ. την υπ' αριθ. 1999/70 οδηγία της ΕΟΚ και ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που επικαλείται παραβίαση των κανονιστικών διατάξεων των ΣΣΕ 1989, 1990 και 1993, οι οποίες προβλέπουν την αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου σε οποιαδήποτε άλλη ή και στην ίδια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι σχετικές διατάξεις αφορούν τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και της αποζημιώσεως χωρίς να καταργούν τις προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες καθορίζεται ο χαρακτήρας της εργασιακής σχέσης του προσωπικού.

Επειδή, το άρθρο 281 του ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα από το άρθρο αυτό όρια, έχει εφαρμογή όταν πρόκειται για άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο με την παρεχόμενη σ' αυτόν από την έννομη τάξη επιδίωξη της καταστάσεως που αρμόζει στο δικαίωμα, και όχι όταν προτείνεται απλώς το νόμω αβάσιμο του αγωγικού δικαιώματος και αποκρούεται η εφαρμογή του ως μη αναγνωριζόμενου από το νόμο (ΑΠ 764/01, 1068/02, 992/1998).

Κατά συνέπεια, η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που η εναγομένη συνεταιριστική οργάνωση αποκρούει την κατ' αυτής αγωγή του εργαζομένου για πληρωμή των νόμιμων αποδοχών του, επικαλούμενη την ακυρότητα της παραταθείσας πέραν του δωδεκαμήνου συμβάσεως εργασίας. Και τούτο, διότι με την επίκληση της ακυρότητας η εναγομένη δεν ασκεί δικαίωμα, αλλά αρνείται αιτιολογημένα τη νομιμότητα των αξιώσεων του εργαζομένου, λόγω ανυπαρξίας έγκυρης συμβάσεως εργασίας και δεν προτείνει ένσταση (ΑΠ 853/2005).

Επομένως, το Εφετείο που δεν απάντησε στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για καταχρηστική επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεώς της από την αναιρεσίβλητη, και απέρριψε σιωπηρά το σχετικό λόγο της εφέσεώς της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, και ο περί του αντιθέτου από τη διάταξη αυτή δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προέβαλε η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της για ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς της, λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1387/1983 για τις ομαδικές απολύσεις.

Ο λόγος αυτός είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, ενόψει των περιστατικών που δέχτηκε το Εφετείο, δηλαδή ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί αρχικά σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία είχε λήξει κατά το χρόνο της καταγγελίας αυτής, δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου (βλ.

άρθρ. 2 παρ. 2α του ν. 1387/1983) και κατά συνέπεια ο προαναφερόμενος ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος και δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2004 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 371/2001 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ