Legislator Case Law & Legislation
1118/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite violated substantive law articles.

Case Number 1118/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two women against a second-instance court ruling regarding property ownership. The appellants argued for inadmissibility based on vague grounds and alleged violations of substantive law without citing specific articles. The court rejected these claims because the appeal lacked necessary specificity regarding the violated legal provisions and failed to address all critical factual assumptions of the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal for inadmissibility based on vague grounds is rejected if it fails to cite the specific substantive law articles violated and does not comprehensively address the critical factual assumptions underlying the lower court's judgment.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal vague grounds substantive law citation property ownership Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(6) of the Code of Civil Procedure
Article 1033 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1118 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1118/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. συζ. Β. Π., το γένος Μ. Λ., 2) Μ. Π. του Β., κατοίκων Ρ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Κούρτη-Σκορδίλη, που ανακάλεσε την από 19-2-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. - Α. (Α.) Β. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κορωναίο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 10-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ασκήθηκαν : α) Η από 24.11.2011 διεκδικητική αγωγή με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Ι.- Α.

Β. εκθέτοντας ότι έχει καταστεί τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, κύριος ακινήτου συνολικής επιφανείας 8.100,87 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Παλιά Πηγή - Πρασονήσι" Καρπάθου και ότι το έτος 2005 η πρώτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, Ε. συζ.Β. Π., ενεργώντας και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εισήλθε εντός του περιγραφομένου στην αγωγή τμήματος έκτασης 6.978,25 τ.μ.

του όλου ακινήτου, στο οποίο εκτέλεσε εκσκαφές και οικοδομικές εργασίες, αποβάλλοντας τον ενάγοντα από τη νομή του, την οποία ο ίδιος υπερασπίστηκε τόσο αυτοδύναμα όσο και με αιτήσεις δικαστικής προστασίας αυτής, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο τμήμα του ακινήτου του και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του το αποδώσουν, β) Η από 10-5-2013 αναγνωριστική αγωγή με την οποία οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες Ε.

Π. και Μ. Π. εκθέτοντας ότι είναι (συγ)κύριες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου έκτασης 6.978,25 τ.μ. και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος με την άσκηση της ως άνω αγωγής του και με αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, αμφισβήτησε την κυριότητά τους επί αυτού ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο.

Επί των αγωγών αυτών, μετά από συνεκδίκασή τους εκδόθηκε η 8/2016 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η με στοιχείο (β) αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσειουσών ως και'ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή η υπό στοιχείο (α) διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Επί εφέσεως που ασκήθηκε από τις αναιρεσείουσες κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκδόθηκε η 133/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση, από 20.11.2017 αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, είναι παραδεκτή και θα ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 370/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαίως προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.

Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεώς του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας.

Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε σε προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 186/2023, ΑΠ 839/2019).

Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως, η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. (ΑΠ 591/2017, 1685/2008).

Ως νομική αιτία που καλύπτεται από το δεδικασμένο νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα σε αντίθετη περίπτωση όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα (ΑΠ 1327/2018).

Το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Αντίθετα, από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την επέκταση του δεδικασμένου επί των προδικαστικών ζητημάτων απαιτείται το προδικαστικό ζήτημα να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος .

Δηλαδή το ζήτημα που κρίθηκε σε προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης, ήτοι το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί όρο του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, το δε κύριο ζήτημα έννομη συνέπεια αυτού που δέχθηκε ή απέρριψε το δικαστήριο. (ΟλΑΠ. 10/2002).

Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος αλλά προβλέφθηκαν από τους διαδίκους για την υποβοήθηση της κρίσεως του δικαστηρίου επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας. Έτσι στην περίπτωση που η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής αφορούσε όχι την ίδια έννομη σχέση αλλά διαφορετική από εκείνη επί της οποίας θεμελιώνεται η δεύτερη αγωγή και επομένως δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα αυτής, το δεδικασμένο της πρώτης δεν εκτείνεται και επί της δεύτερης, έστω και αν κάποια από τα μερικότερα πραγματικά στοιχεία της πρώτης αυτοτελώς λαμβανόμενα αποτελούν μέρος και της δεύτερης, διότι η κριθείσα με την πρώτη απόφαση έννομη σχέση δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ 653/2020, ΑΠ 39/2020, ΑΠ744/2019, ΑΠ 1218/2018), το δεδικασμένο του οποίου δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το δεδικασμένο κατά τελεσίδικης απόφασης επί αγωγής νομής (αποβολής ή διαταράξεως) αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος επί του πράγματος κατά το χρόνο της προσβολής, όχι δε και το δικαίωμα κυριότητας επί του ίδιου πράγματος ή την άγουσα σε κτήση τέτοιου δικαιώματος νομή χρησικτησίας.

Η τυχόν δε εξέταση από το δικάσαν την αγωγή περί νομής δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών προς υποβοήθηση της εριζόμενης νομής επί του επιδίκου κατά το χρόνο της προσβολής δεν προσδίδει στις σχετικές αιτιολογίες της αποφάσεως ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 1474/2023, ΑΠ 39/2020, (ΑΠ 136/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενες ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο το οποίο πηγάζει από την 214/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που επικύρωσε την 76/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική αγωγή νομής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στην ως άνω απόφαση διαλαμβάνονται αιτιολογίες, σύμφωνα με τις οποίες έγινε δεκτό ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν ανέφερε στην αγωγή του ούτε απέδειξε εμφανείς υλικές πράξεις νομής της μητέρας και δικαιοπαρόχου του στο επίδικο, εκτός από την επίβλεψη, συντήρηση των ορίων, χωρίς να τις αποδεικνύει καθώς και σύνταξη τοπογραφικού που έγινε ενόψει της αντιδικίας του με την πρώτη εναγομένη τον Νοέμβριο του έτους 2005, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Ι.

Β., προπάππους του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου είχε αποκτήσει κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου δυνάμει του από 16 Αυγούστου 1947 ιδιωτικού πωλητηρίου εγγράφου, καθώς και ότι αυτός (Ι. Β.) μέχρι του θανάτου του το έτος 2000, τις πράξεις νομής που ασκούσε στο επίδικο ακίνητο τις ασκούσε για λογαριασμό της πρώτης του εξαδέλφης, Μ.

Β., δικαιοπαρόχου της εναγομένης. Αναφέρονται επίσης οι αναιρεσείουσες στον λόγο αυτό αναίρεσης στις παραδοχές της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, δυνάμει του 28410/26.4.2000 συμβολαίου δωρεάς της Σταματίνας Γιαννοπούλου, στην κυριότητα της οποίας είχε περιέλθει το έτος 1941 με άτυπη δωρεά προς αυτήν και τη μητέρα της Μ.

συζ. Γ. Γ. με το από 28.01.1910 προικοσύμφωνο. Σύμφωνα με τις αναιρεσείουσες τα όσα έγιναν δεκτά με την 214/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, αποτελούν δεδικασμένο για την μεταγενέστερη δίκη επί των αντιθέτων (διεκδικητικής και αναγνωριστικής) αγωγών, που άσκησαν αμφότεροι οι διάδικοι αιτούμενοι την αναγνώριση της κυριότητάς του καθενός από αυτούς στο επίδικο ακίνητο και την υποχρέωση του άλλου να τους το αποδώσει.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 133/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου προκύπτει ότι με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "To επίδικο ακίνητο είναι αγρός έκτασης 6.978,25 τετραγωνικών μέτρων στη θέση "Παλιά Πηγή - Πρασονήσι" στην περιοχή Αφιάρτης Καρπάθου ...

Το ίδιο ακίνητο αποτυπώνεται, ως τμήμα ευρύτερου ακινήτου (έκτασης 8.100,87 τετραγωνικών μέτρων) στο από μηνός Νοεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ.... Από όλα τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της πρώτης αγωγής... απέκτησε με παράγωγο τρόπο... το επίδικο ακίνητο, η δε δικαιοπάροχος του...

είχε γίνει κυρία του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνυπολογίζοντας στο δικό της χρόνο νομής (2000 έως 2003) το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου της Ι. Β. (1947 έως 2000), ο οποίος είχε ομοίως καταστεί κύριος του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Αύγουστο του 2005 οι εναγόμενες της πρώτης αγωγής (και ενάγουσες της δεύτερης) κατέλαβαν τμήμα έκτασης 6.978,25 τ.μ. από το όλο ακίνητο και άρχισαν εργασίες ανέγερσης οικοδομής, επιφανείας 59,96 τετραγωνικών μέτρων. Η ενέργειά τους αυτή βασίζεται στον ισχυρισμό τους ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία τους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για την καθεμία, με επικαλούμενο τίτλο κτήσης το υπ'αριθμ. 28410/2000 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Ροδίτη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα...

με δωρήτρια την Σ. Γ.. Η τελευταία, φέρεται να απέκτησε το ακίνητο με άτυπη δωρεά που έλαβε χώρα το έτος 1941 από τη Μ. συζ. Γ. Γ. το γένος Β. Σ., η οποία σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της υπό στοιχείο [Β] αγωγής, είχε λάβει το επίδικο ακίνητο ως προίκα δυνάμει του από 28-1-1910 προικοσυμφώνου... Εξάλλου, μετά την προαναφερόμενη είσοδο των εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής στο επίδικο ακίνητο στις αρχές του μηνός Αυγούστου του 2005, και εντός αυτού οικοδομικών εργασιών που εκτέλεσαν δυνάμει της 73/2005 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου του Επαρχείου Καρπάθου, ο ενάγων της ίδιας αγωγής υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνδικείου Καρπάθου την από 5-8-2005 (αρ.

κατ. 18/2005) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της Μ. Π. του Β. (1ης εκκαλούσας), με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας του επιδίκου και να απαγορευτεί κάθε περαιτέρω ενέργεια της καθ'ης η αίτηση επ'αυτού, διατυπώνοντας και αίτημα προσωρινής διαταγής με αντικείμενο τη διακοπή των εκτελούμενων εργασιών...

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 21/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία ο αιτών αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 6.978,25 τ.μ. και απαγορεύθηκε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών εντός αυτού, ενώ, στη συνέχεια, ο Α. Β. άσκησε την από 19-2-2008 και με αριθμό κατάθεσης 28/2008 τακτική αγωγή με αίτημα να αναγνωριστεί νομέας του επιδίκου, η οποία απορρίφθηκε με την 76/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της 214/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (η οποία έκρινε ότι η αξίωση του ενάγοντος είχε υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ), πλην όμως από την απόφαση αυτή δεν προκύπτει δεδικασμένο το οποίο να επηρεάζει την παρούσα δίκη, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούσες...." Ακολουθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση μνεία της νομικής σκέψης περί δεδικασμένου με την επίκληση των άρθρων 321, 322,324 και 331 ΚΠολΔ, και μετέπειτα διαλαμβάνονται οι ακόλουθες παραδοχές : "...

Έτσι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας και επομένως δεδικασμένο, όταν για το ίδιο ακίνητο, στη μία δίκη κρίθηκε και απορρίφθηκε ως αβάσιμη αγωγή αποβολής από τη νομή, ενώ, στην άλλη, τη μεταγενέστερη, εισάγεται διεκδικητική αγωγή που θεμελιώνεται στην κυριότητα, η οποία αποκτήθηκε κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, αφού η πρώτη αφορά το, κατά το χρόνο αποβολής, δικαίωμα νομής του ενάγοντος, ενώ η δεύτερη το δικαίωμα κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο, που αποκτήθηκε με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο...

Με βάση όμως αυτήν την απόφαση, οι εκκαλούσες παραμένουν εντός του επιδίκου ακινήτου, το οποίο αρνούνται να αποδώσουν στον εφεσίβλητο, έχοντας αποβάλλει αυτόν από τη νομή του, κατά συνέπεια η υπό στοιχείο [Α] διεκδικητική αγωγή του Ι. - Α. (Α.) Β. ... πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, απορριπτομένης...

ως ουσιαστικά αβάσιμης της υπό στοιχείο [Β], αντίθετης αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων......". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου και απέρριψε τον πρώτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών περί ύπαρξης δεδικασμένου, ως προς το δικαίωμα της κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, απορρέοντος από την ως άνω τελεσίδικη 214/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσίβλητου με την οποία ο ίδιος ζητούσε να αναγνωρισθεί νομέας του επιοίκου ακινήτου και να αποβληθούν από τη νομή του οι αναιρεσείουσες δεν παραβίασε τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

και συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην ως άνω νομική σκέψη, το δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος περί προστασίας της νομής επί του επιδίκου, αφορά το επικαλούμενο δικαίωμα νομής του κατά τον κρίσιμο χρόνο όχι δε και το δικαίωμα κυριότητάς του επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση νομή χρησικτησίας.

Έτσι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας και επομένως δεδικασμένο από την απόφαση με την οποία κρίθηκε και απορρίφθηκε ως αβάσιμη αγωγή αποβολής από τη νομή του ήδη αναιρεσίβλητου, με την μεταγενέστερη δίκη, με την οποία κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του ίδιου ακινήτου, εφόσον ο νομικός κανόνας που στηρίζει το δικαίωμα της κυριότητας δεν είναι ίδιος με τον νομικό κανόνα που στηρίζει το δικαίωμα νομής επί ακινήτου.

Η εξέταση δε από το ως άνω δικαστήριο που δίκασε την περί νομής αγωγή του αναιρεσίβλητου και των προαναφερόμενων από τις αναιρεσείουσες ζητημάτων περί της κυριότητας των ιδίων επί του επιδίκου ακινήτου και της μη αποκτήσεως κυριότητας επί αυτού από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος κυριότητας στην παρούσα υπόθεση, έγινε δε προς υποβοήθηση της εριζόμενης νομής επί του επιδίκου κατά τον συγκεκριμένο χρόνο της επικαλούμενης από τον αναιρεσίβλητο αποβολής του από αυτήν και δεν προσδίδει στις αιτιολογίες της εν λόγω απόφασης ισχύ δεδικασμένου.

Επιπροσθέτως, λόγοι αναίρεσης ιδρύονται : α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997), αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 142004, ΟλΑΠ 252003, ΑΠ1286/2022, ΑΠ 7332020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 740/2022, ΑΠ 1093/2020,ΑΠ 827/2020), β) από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ.

γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 1751/2023, ΑΠ 1741//2023, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1741/2023, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από αυτούς 76/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου που κατέστη τελεσίδικη με την 214/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί προσβολής της νομής του από το επίδικο ακίνητο και αναγνωρίσθηκαν οι ίδιες ως (συν)νομείς αυτού.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος της υπό στοιχείο [Α] αγωγής, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεώς του, με την μνεία ότι οι εναγόμενες στην ίδια αγωγή και ενάγουσες στην υπό στοιχείο [Β] αγωγή δεν εξέτασαν μάρτυρα " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...

μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης..", τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, καθώς και τις 5473, 5474, 5475/ 17.5.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζωής Ρουσάκη, που λήφθηκαν με τις νόμιμες διατυπώσεις με την επιμέλεια του ενάγοντος της υπό στοιχείο [Α] αγωγής (αναιρεσίβλητου), και τις 6444, 6445/15.5.2015 και 42904/12.5.2015 ένορκες βεβαίωσης ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου οι δύο πρώτες και ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρόδου, Γεωργίου Ροδίτη, η τρίτη οι οποίες λήφθηκαν με τις νόμιμες διατυπώσεις με την επιμέλεια των εναγουσών της υπό στοιχείο [Β] αγωγής (αναιρεσειουσών)".

Εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται, αναμφιβόλως, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις τους.

Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, και των ενόρκων βεβαιώσεων αυτών, με συγκεκριμένες αναφορές και σε πλείστα άλλα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020).

Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως άλλωστε σαφώς προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, γίνεται ειδική μνεία και της 76/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 214/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με τη σαφή αναφορά ότι με αυτήν απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσίβλητου περί αναγνωρίσεως της νομής του επί του επιδίκου ακινήτου και προσβολής αυτής από τις αναιρεσείουσες.

Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση από το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου όλων των αποδεικτικών μέσων, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, περί του ότι οι αναιρεσείουσες δεν κατέστησαν (συγ)κυρίες του επίδικου ακινήτου, και ότι κύριος αυτού έχει καταστεί με παράγωγο τρόπο ο αναιρεσίβλητος.

Κατά συνέπεια ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 (11 γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος είναι και απαράδεκτος, εφόσον με τις αιτιάσεις των αναιρεσειουσών ότι αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη του την 76/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, που κατέστη τελεσίδικη με την 214/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, θα οδηγούνταν σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, ήτοι στο ότι η τελεσίδικη απόφαση αυτή, σύμφωνα με την οποία οι ίδιες βρίσκονταν στη νομή του επιδίκου ακινήτου, αποτελεί δεδικασμένο για την παραδοχή της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής τους, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως της προαναφερόμενης απόρριψης της αιτιώμενης πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ύπαρξης δεδικασμένου από την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση. Επίσης με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενες ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του τα όσα ισχυρίσθηκαν οι ίδιοι με την από 10.5.2013 αναγνωριστική αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέλαβαν ενώπιον του, με την έφεσή τους, σχετικά με ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες αναφέρονται στον λόγο αυτό στο περιεχόμενο των ως άνω δικογράφων τους, που περιέχει τους ισχυρισμούς τους : α) ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου περί αναγνωρίσεως της νομής του στο επίδικο ακίνητο απορρίφθηκε τελεσίδικα με τις ως άνω αποφάσεις, με τις οποίες αναγνωρίσθηκαν οι συνεχείς και αδιάλειπτες πράξεις νομής των ιδίων και της δικαιοπαρόχου τους επί αυτού, β) ότι με την τελεσίδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή περί νομής (αποβολής) του αναιρεσίβλητου κρίθηκε ότι αυτός δεν είναι νομέας του επιδίκου ακινήτου, ότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του, ότι νομείς του ακινήτου αυτού είναι οι ίδιες και οι δικαιοπάροχοι τους.

γ) ότι εφόσον απαραίτητη προϋπόθεση για τη κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο και προδικαστικό θέμα αποτελεί η διερεύνηση της ασκούμενης νομής επί αυτού, τα όσα κρίθηκαν τελεσίδικα από την ως άνω 76/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου αποτελούν δεδικασμένο για την αναγνώριση της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο και την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Με βάση τα παραπάνω αιτιώνται οι αναιρεσείουσες ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου όφειλε "να θέσει ως βάση της προσβαλλόμενης απόφασής του το δεδικασμένο που αναδύεται από την με αριθμό 76/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου..." και να καταλήξει στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είναι νομέας του επιδίκου ακινήτου, ότι δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του επί αυτού, ότι όλες τις πράξεις νομής που ασκούσε ο απώτατος δικαιοπάροχος του Ι.

Β. μέχρι το χρόνο του θανάτου του τις ασκούσε για λογαριασμό της εξαδέλφης του Μ. Β., δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσείουσας και ότι νομείς του επιδίκου ακινήτου είναι οι ίδιες. Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη σχετικά με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, αβάσιμος, διότι οι ως άνω αναφερόμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών, οι οποίοι κατατείνουν άπαντες στην άποψη των ιδίων, περί ύπαρξης δεδικασμένου, απορρέοντος από την τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου και τα όσα κρίθηκαν με αυτήν, λήφθηκαν υπόψη από το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου και απορρίφθηκαν με τις παραδοχές περί μη ύπαρξης δεδικασμένου στην προκειμένη υπόθεση.

Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και απαράδεκτος, διότι με τους ως άνω ισχυρισμούς που περιλήφθηκαν στα δικόγραφα των αναιρεσειουσών, οι οποίοι αναφέρθηκαν από αυτές και στους προεκτιθέμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, ως στοιχειοθετούντες και παραβίαση των αριθμών 16 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ίδιες, υπό την επίκληση της παραβίασης του ως άνω αναιρετικού λόγου, εκθέτοντας τα δικά τους επαναλαμβανόμενα συμπεράσματα και απόψεις σχετικά με την ύπαρξη δεδικασμένου στην προκειμένη υπόθεση από τα όσα κρίθηκαν με την 76/2009 τελεσίδικη απόφαση του, πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).

Και τούτο, διότι, μόνο κατ αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, χωρίς αιτιολογίες ή με ανεπεαρκείς αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη με παράγωγο τρόπο κύριος του επιδίκου ακινήτου .

Ειδικότερα αιτιώνται οι αναιρεσείουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το στοιχείο της κτήσης του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από τους άμεση και απώτερο δικαιοπαρόχους του, ώστε να κριθεί αν αυτοί είχαν καταστεί κύριοι του ως άνω ακινήτου, το οποίο μεταβιβάστηκε στον αναιρεσίβλητο, και πιο συγκεκριμένα ότι δεν αναφέρονται πράξεις νομής τους στο επίδικο, που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου.

Επί πλέον επικαλούνται οι αναιρεσείουσες ότι το Εφετείο σχετικά την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τους δέχθηκε ότι αυτές δεν κατέστησαν κυρίες του επιδίκου ακινήτου με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η άμεση δικαιοπάροχος τους είχε στην νομή της αυτό κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1941 έως το έτος 2000, καθόσον στο από 28.1.1910 προικοσύμφωνο προς την απώτερη δικαιοπάροχο τους αναφέρεται ένα ακίνητο στη θέση "Παλαιά Πηγή" χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό, στη δε από ...

διαθήκη του Β.. Σ., αυτός κατέλιπε στην απώτερη δικαιοπάροχο τους ακίνητο στην προαναφερόμενη τοποθεσία το οποίο περιγράφεται ως χωράφιον επικαλούμενο "Κάμπος", πλησιάζον με όμοιον του εκ του Όθους Φραγκίσκου Επιτρόπου και ότι τα προσδιοριστικά στοιχεία, ήτοι χαρακτηρισμός ακινήτου, ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων, δεν αποδείχθηκε ότι αφορούν στο επίδικο ακίνητο, διότι α) το επίδικο δεν μπορεί να επικαλείται "Κάμπος" αφού είναι επικλινές και β) στην περιοχή του επιδίκου δεν υπάρχει ιδιοκτησία Φ.

Ε.. Κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειουσών η προσβαλλόμενη απόφαση που με βάση τα παραπάνω απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τους, στερείται παντελούς αιτιολογίας, όσον αφορά στις επικαλούμενες από τις ίδιες πράξεις νομής τις οποίες "μετά βεβαιότητας" ενήργησαν αυτές και οι δικαιοπάροχοι τους επί του επιδίκου ακινήτου, όπως κρίθηκε με την προαναφερόμενη 76/2009 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως, λόγω της αοριστίας του, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, επί πλέον δε σε αυτόν διαλαμβάνεται εντελώς περιορισμένη και αποσπασματική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι, έστω και συνοπτικά, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο και για την μη κτήση κυριότητας επί αυτού από τις αναιρεσείουσες, υπό τα οποία (περιστατικά) συντελέσθηκε η επικαλούμενη, εκ πλαγίου, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Σημειώνεται ότι η αναφορά της παραβίασης του άρθρου 1033 ΑΚ, στον λόγο αυτό είναι αλυσιτελής, εφόσον η αιτίαση της πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 πλήττει την κτήση κυριότητας του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ενώ το άρθρο 1033 ΑΚ, αναφέρεται στη κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο, ήτοι με σύμβαση.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και διότι, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, μη κατονομαζόμενος κανόνας δικαίου, πλήττει την απόφαση για την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 20.11.2017 ένδικη αίτηση των Ε. συζ. Β. Π. και Μ. Π. για αναίρεση της 133/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες διάδικοι, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 20.11.2017 ένδικη αίτηση των Ε. συζ. Β. Π. και Μ. Π. για αναίρεση της 133/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,

η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης