Legislator Case Law & Legislation
1118/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce appeal, rejecting claims of illegal default judgment and denial of fair trial rights.

Case Number 1118/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's divorce judgment, ruling that the lower court did not commit a procedural error. The appellant argued that her default judgment was illegal because she appeared via a power of attorney while having been absent in the first instance, violating her right to a fair trial. The court held that the lower court correctly rejected these arguments, noting that the appellant had the option to appear in person or through counsel and that the procedural rules aimed to facilitate direct contact with the court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1), 554, 559(6) of the Civil and Commercial Code; The court's decision to rule by default in a divorce case, where the respondent appeared via a power of attorney despite being absent in the first instance, does not constitute a procedural error or violate the right to a fair trial.

Keywords

AI generated
divorce proceedings default judgment power of attorney fair trial rights procedural error appeal dismissal civil and commercial code

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Civil and Commercial Code
Article 554 of the Civil and Commercial Code
Article 559(6) of the Civil and Commercial Code
Article 128(4)(c) of the Civil and Commercial Code
Article 242(2) of the Civil and Commercial Code
Article 524(2) and (3) of the Civil and Commercial Code
Article 528 of the Civil and Commercial Code
Article 6(1) of the European Convention on Human Rights
Article 20 of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1118 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1118/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Μ. Κ. του Γ., συζύγου Κ. Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κούρκουλο που ανακάλεσε την από 17/5/2021 δήλωση για παράσταση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου καθ' ου η κλήση: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθηνά Βερροίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1602/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 721/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 339/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 12/4/2019 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12.04.2019 κλήση της καλούσας-αναιρεσείουσας νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 339/2019 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που διέταξε επανάληψη της συζήτησης, η από 07.06.2018 και με αριθμ. κατάθεσης 5352/467/08.06.2018 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, με αριθμό 721/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 10.04.2017 με αριθμ.

καταθέσεως 526094/501493/10.04.2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δικάστηκε ερήμην η εκκαλούσα, επειδή κρίθηκε ότι αυτή δεν μετείχε κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, επειδή παραστάθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ενώ είχε δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, με αποτέλεσμα να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεσή της και να παραμείνει αλώβητη η με αριθμ. 1602/2017 προσβληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 30.03.2015 και με αριθμ.

καταθ. 39007/4762/01.04.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων συζύγων γάμου, λόγω διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης αυτών πέραν της διετίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της(ΑΠ 268/2016).Στην προκειμένη υπόθεση από τα προσκομιζόμενα α)από 10.05.2018 επισημείωση επί του επιδοθέντος αντιγράφου της ως άνω υπ' αριθμ. 721/2018 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ.

Κ. και β) υπ' αριθμ. 518/23.09.2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 10.05.2018 και ότι κατ' αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας εντός της, κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την επίδοσή της.

Συνεπώς, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, την 08.06.2018, η προσβαλλόμενη ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας απόφαση, είχε τελεσιδικήσει. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων το ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Επίσης κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει". Με τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 και 115 ΚΠολΔ, εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, μεταξύ των οποίων και εκείνων της ισότητας των όπλων και της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων, στο οποίο περιλαμβάνεται και εκείνο της προφορικής ακρόασης αυτών.

Η αρχή της προφορικής ακρόασης, στις περιπτώσεις αντιτιθεμένων συμφερόντων διασφαλίζεται με την παροχή μιας εύλογης ευκαιρίας σε κάθε διάδικο να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τις αποδείξεις του, υπό όρους που δεν τον θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του, αλλά και την παροχή ευκαιρίας στα μέρη να πληροφορηθούν και να σχολιάσουν τις παρατηρήσεις του αντιδίκου και τις αποδείξεις που προσκόμισε εκείνος.

Μέσω της αρχής αυτής διατηρείται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαδίκων, ώστε να τους παρέχεται μία εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους, υπό συνθήκες που να μην φέρουν τον ένα διάδικο σε ουσιωδώς μειονεκτική θέση έναντι του άλλου. Εξάλλου, τα ως άνω άρθρα δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 2126/2017, ΟλΣτΕ 1958/2015).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τον αριθ. 1 άρθρ. τρίτο Ν. 4335/2015 και 44 παρ. 2 Ν. 3994/2011 αντίστοιχα, προκύπτει ότι η προφορική συζήτηση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Η απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει, μάλιστα, όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως (άρθρ. 20 παρ. 2 Συντ), αλλά και επιβάλλεται για να εξασφαλίζεται η ισότητα των όπλων (άρθρ. 110 ΚΠολΔ) και η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 635/2020,ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 93/2013, ΑΠ 280/2012,ΑΠ 652/2011,ΑΠ 866/2008).

Αν ο μη προσήκοντως παριστάμενος και γι' αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ 3 ΚΠολΔ, εφόσον έχει προηγηθεί και έρευνα της νομότυπης κλήτευσής του, σε περίπτωση κατά την οποία τη συζήτηση της έφεσης επισπεύδει ο αντίδικός του εφεσίβλητος, η δε απόρριψη της έφεσης συντελείται κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1858/2014,ΑΠ 2150/2014, ΑΠ 251/2009).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 παρ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά τον νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα(ΑΠ 635/2020,ΑΠ 476/2017, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1368/2008).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, που λαμβάνει χώρα με θυροκόλληση του υπό επίδοση εγγράφου, λόγω απουσίας από την κατοικία του παραλήπτη και των αναφερομένων στην παρ. 1 του παραπάνω άρθρου προσώπων, απαιτείται, πλην άλλων, και η, το αργότερο, εντός της επομένης από τη θυροκόλληση εργάσιμης ημέρας, επίδοση αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου -"στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας της κατοικίας του παραλήπτη" και σε περίπτωση απουσίας αυτού, η οποία όμως πρέπει με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, να βεβαιώνεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, στον αξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού τμήματος (ΑΠ 380/2016,ΑΠ 272/2015, ΑΠ 660/2015, ΑΠ 352/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 1602/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρα 591 παρ.1 εδ.α', 592-613 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρ.1 άρ.

τέταρτο Ν.4335/2015, ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής), ερήμην της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης, αλλά η διαδικασία προχώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα, έγινε δεκτή η από 30-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος και απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων θρησκευτικού γάμου, που τελέστηκε στις 13-12-1997 στον Ιερό Ναό Τριών Ιεραρχών Πετραλώνων.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 10-4-2017 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7-12-2017, με επίσπευση του αντιδίκου της εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο ο μεν εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αθηνάς Βέρροιου, η δε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μέντε, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε μη κανονική την παράσταση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, που πρωτοδίκως είχε δικαστεί σαν να ήταν παρούσα, ενόψει του ότι η εκ μέρους αυτής άσκηση της έφεσης θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης άνευ άλλου τινός, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και με την αιτιολογία αυτή, λόγω ερημοδικίας της αναιρεσείουσας ως εκκαλούσας, η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα, απέρριψε την έφεση.

Η νομότυπη κλήτευση της τελευταίας προκύπτει σαφώς από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 8339 Β'/13-6-2017 συνταχθείσας έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Κ., στην οποία βεβαιώνεται ότι, επειδή η επίδοση του αντιγράφου του δικογράφου της από 10-4-2017 ένδικης έφεσης έγινε με θυροκόλληση, στην κατοικία της εκκαλούσας (... ), ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής μετέβη αυθημερόν (13-6-2017) στο Αστυνομικό Τμήμα Πετραλώνων, για να παραδώσει στον Προϊστάμενο αυτού, απλό αντίγραφο του επιδοθέντος στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα Μ.

Κ. δικογράφου, και επειδή δεν βρήκε τον Προϊστάμενο του παραπάνω Τμήματος, παρέδωσε το έγγραφο αυτό στον εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή του, Αξιωματικό Υπηρεσίας Αρχ/κα Ο. Μ., ο οποίος το παρέλαβε, υπέγραψε τη σχετική απόδειξη παραλαβής αντιγράφου εγγράφου που θυροκολλήθηκε, που συνετάγη από τον προαναφερθέντα δικαστικό επιμελητή, με ημερομηνία 13-6-2017, και έβαλε τη σφραγίδα της Υπηρεσίας του.

Κάτωθι δε της απόδειξης αυτής συνετάγη και σχετική βεβαίωση του αυτού δικαστικού επιμελητή, στην οποία βεβαιώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.4 γ'ΚΠολΔ, από το ταχυδρομικό γραφείο Ακρόπολης έστειλε την αυτή ημερομηνία (13-6-2017) με Συστημένη Επιστολή στην εκκαλούσα-αναιρεσείουσα Μ. Κ., κάτοικο …, οδός ..., έγγραφη ειδοποίηση για την πιο πάνω επίδοση με όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη, την οποία παρέλαβε η ταχυδρομική υπάλληλος Χ.

Κ. με απόδειξη Νο RE … GR και η οποία συνυπογράφει τη βεβαίωση. Επομένως, το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της, συνισταμένης στην παράστασή της ενώπιον αυτού, ως εκκαλούσας, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρότι πρωτοδίκως είχε δικασθεί ερήμην, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, που του αποδίδεται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, για παράνομη ερημοδικία της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας και μη κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της έφεσης, λόγω ακυρότητας της κλήτευσής της στη δίκη, επειδή έπασχε δήθεν η επίδοση που έλαβε χώρα με θυροκόλληση του επιδοθέντος εγγράφου με παράδοση αντιγράφου του στον αξιωματικό υπηρεσίας, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόδειξη της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή η απουσία του Προϊσταμένου του Αστυνομικού Τμήματος, και πρέπει, συνεπώς, αμφότεροι οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Τέλος, η ανωτέρω κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν αντίκειται στο εκ των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος απορρέον δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και της εκατέρωθεν ακροάσεως, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή σκέψεις, διότι οι ως άνω ρυθμίσεις των άρθρων 242 παρ. 2, 524 παρ. 2 και 3 και 528 ΚΠολΔ έχουν ως σκοπό να διευκολύνουν μέσω της προφορικότητας της διαδικασίας, την απευθείας επαφή του δικαστηρίου με τους διαδίκους και την ταχεία διασάφηση των πραγματικών ισχυρισμών τους, δεν δυσχεραίνει δε το δικαίωμα ακρόασης με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στην ουσία του, ενόψει και του ότι αφενός πρόκειται, για τον μη αποκλειόμενο από την ΕΣΔΑ καθορισμό τρόπου εκδικάσεως των υποθέσεων και αφετέρου η εκκαλούσα είχε την ευχέρεια να αποτρέψει την ερημοδικία της, παριστάμενη μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ή μέσω αυτού.

Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος, επίσης, από το άρθρο 559 αρ.6 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα κρίνεται αβάσιμος. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.06.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 721/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου