Legislator Case Law & Legislation
1118/2020 AI generated

Supreme Court dismisses workers' appeal on jurisdiction grounds while upholding state's appeal to restore case status.

Case Number 1118/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the workers' appeal regarding jurisdiction while accepting the State's request to reinstate the case. The workers argued the civil courts lacked authority, but the State contended the original labor dispute required judicial review. The court ruled that since the lower court had already addressed the labor basis, the civil courts were competent, yet the State's procedural request to restore the case status was granted.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242, 243 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reinstate a case when a lower court's decision is overturned, provided the parties are not barred by time limits.

Keywords

AI generated
reinstatement of case jurisdiction of civil courts labor dispute appeal procedure legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 243 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraphs 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 52, number 18 of the Code of Civil Procedure
Article 5, paragraph 12 of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1118 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1118/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1)Ι. Φ. του Σ., κατοίκου ..., και 2)Β. Β. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιολέττα Βασιλάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2011 αγωγή των Ι. Φ. και Β. Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 328/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2479/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 18/10/2018 αίτηση του και οι Ι. Φ. και Β. Β. με την από 20/1/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε τις υπό κρίση από 18-10-2018 (ειδικό αριθ. κατάθ.762/2018) και 20-1-2018 (ειδικό αριθ.κατάθ. 806/2018) αντίθετες αιτήσεις, διώκεται η αναίρεση της 2479/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικά οι αναιρεσείοντες της δεύτερης άνω αίτησης Ι. Φ. και Β. Β. άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος της πρώτης άνω αίτησης Ελληνικού Δημοσίου, την από 20-10-2011 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά.

Εκδόθηκε η 328/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της εκ του νόμου (άρθρο 6 παρ.1α του Ν 3717/2008) και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς τις επικουρικές βάσεις της από αδικοπραξία (άρθρα 105, 106 Εισ.Ν.Α.Κ) αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 Α.Κ.) και αποζημίωση εκ του άρθρου 4 του Ν.2690/1999. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον της πρώτης άνω αίτησης Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 16-4-2015 (Αριθ. κατάθ. 2487/2015) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2479/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού έγινε τυπικά και κατ` ουσία δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων της δεύτερης άνω αναίρεσης ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Εν συνεχεία, ασκήθηκαν οι άνω αναφερθείσες αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠΟΛΔ και εφόσον έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 ΚΠολΔ, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989).

Στις διαφορές αυτές υπάγονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995).

Αντίθετα ιδιωτικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 485/2008, ΑΠ 1485/2008, ΑΠ 1800/1987). Εξ άλλου σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ.2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. η του Ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).

Επίσης από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ανέκυψε διαφορά προς καταβολή αποζημίωσης για παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) οργάνων του δημοσίου, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία από τη μη καταβολή αποδοχών ή άλλων παροχών σε πρόσωπο συνδεόμενο με το Δημόσιο κλπ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (λ.χ.

με την παράλειψη έκδοσης της αναγκαίας προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή με την έκδοση αυτής με μη σύννομο περιεχόμενο), οπότε η επικαλούμενη παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή έργου, η ούτω προκύψασα διαφορά συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004).

Εάν, αντιθέτως, η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία έχει νομοθετηθεί κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος [και μάλιστα στο πλαίσιο νομοθέτησης δέσμης μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα], οι προκύπτουσες διαφορές από τη μη καταβολή της παροχής αυτής, είτε στηρίζονται απ' ευθείας στις διατάξεις του νόμου που την προβλέπουν, είτε αφορούν την καταβολή αποζημίωσης από παράνομη παράλειψη των οργάνων της διοίκησης να προβούν στην έκδοση της τυχόν αναγκαίας εκτελεστής διοικητικής πράξης για την καταβολή αυτής, συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Δεν υφίσταται δε έδαφος εφαρμογής του κριτηρίου της υποκειμένης σχέσης στην περίπτωση αυτή, καθότι ο δικαιούχος της ως άνω παροχής, πέραν του ως άνω χαρακτήρα της ως δημοσίου δικαίου, δεν συνδέεται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τον υπόχρεο προς καταβολή αυτής δημόσιο φορέα. Επομένως στην περίπτωση αυτή είναι αδιάφορο το εάν ο δικαιούχος της ως άνω παροχής συνδεόταν με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση, της οποίας έπαυσε η λειτουργία και της οποίας η οικονομική αδυναμία για καταβολή προβλεπόμενων από την εργατική νομοθεσία παροχών στους απασχολουμένους σε αυτήν μισθωτούς οδήγησε το Δημόσιο στη θέσπιση μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα, αναλόγου περιεχομένου, προς ανακούφιση των μισθωτών αυτών, ή το εάν η θέσπιση των μέτρων αυτών αφορούσε μόνο τη συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών που απασχολούντο στην επιχείρηση αυτή, αφού τα ανωτέρω ανάγονται στο σκοπό της θέσπισης της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Τέλος διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η προκύπτουσα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκειμένη σχέση είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/2016 ΑΕΔ 12/2013, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 2/1993). Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α 216) ορίσθηκε ότι "Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά:

α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920 και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξή του ως εκκαθαριστή".

Εξάλλου, με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 ορίσθηκε ότι "Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της, ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης.

Ο εκκαθαριστής διορίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.

Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται κατά τα ανωτέρω, πλην περιπτώσεων καταγγελίας συμβάσεως για τέλεση ποινικού αδικήματος ή συνεπεία τελέσεως σοβαρής παραβιάσεως συμβατικής υποχρεώσεως.

Οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις μπορούν να θεσπίζουν τα ίδια μέτρα και για συμβάσεις οι οποίες λύθηκαν ή ανεστάλησαν σύμφωνα με τα παραπάνω έως και έξι μήνες πριν από τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση". Επακολούθησε ο Ν. 3717/2008 (ΦΕΚ Α 239) "Κοινωνικές ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους στις εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε." και άλλες διατάξεις", με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου αυτού και υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί", ορίστηκε ότι : (1). "Σημερινοί Εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", (2) "Αρχικοί εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε", "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", "Ολυμπιακή Τουριστική ΑΕ", "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ", "OLYMPIC CATERING A.E." ... (3). "Τακτικό Προσωπικό":

το με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, καθώς και οι με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόροι ή νομικοί σύμβουλοι των Σημερινών Εργοδοτών ... (4). Εποχικό Προσωπικό: ... (5). "Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές" : το ποσό που ισούται με το βασικό μηνιαίο μισθό και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή εξομοιούμενες με συλλογικές συμβάσεις εργασίας διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008, προσαυξημένο κατά 2,5%.

Στα επιδόματα αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού .... (6) "Ισοδύναμες Μηνιαίες αποδοχές" : ... (7). "Κρίσιμη Ημερομηνία" : η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης με την οποία καθεμία από τις Εταιρείες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α'), όπως ισχύει.".

Με τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου νόμου (3717/2008) υπό τον παράτιτλο "Εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη παρ. 5, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ.4 του Ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α 141), ορίστηκε ότι "(Παρ. 1). Στους ανήκοντες στο Τακτικό και Εποχικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών εργαζομένους, των οποίων οι συμβάσεις με την επιχείρηση λύονται ή καταγγέλλονται μετά την Κρίσιμη Ημερομηνία, καταβάλλεται εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης της επόμενης παραγράφου 2 εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης το οποίο ισούται......

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του Ν. 3717/2008, με τις οποίες θεσπίσθηκαν μέτρα κοινωνικής προστασίας για τους εργαζομένους των εταιρειών του άρθρου 1 αυτού [....], οι οποίες τέθηκαν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και των οποίων οι συμβάσεις λύθηκαν με καταγγελία και αζημίως για τις υπό εκκαθάριση εταιρείες, και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 του ως άνω νόμου εκδοθείσα Κ.Υ.Α.

με αριθ. Φ10621/οικ.23964/1972 [ΦΕΚ Β`21 58/2.1 0.2009], οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό [δηλαδή το προσωπικό που συνδέεται με τους Εργοδότες με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου] κατά την Κρίσιμη Ημερομηνία και κατέχοντες την ειδικότητα του Ιπτάμενου χειριστή την 1.10.2008 έχουν δικαίωμα σε ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης [επιπρόσθετο των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 σχετικά με την ειδική επιδότηση ανεργίας βάσει προγράμματος του ΟΑΕΔ μετά την αναγγελία των σ' αυτόν ως άνεργοι], το οποίο υπολογίζεται και καταβάλλεται ως ακολούθως:

Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα και υποβάλουν αίτηση για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος εντός δωδεκαμήνου από την Κρίσιμη Ημερομηνία δηλαδή την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής αποφάσεως με την οποία καθεμία από τις εταιρείες που είναι Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 14Ατου ν. 3429/2005 [ΦΕΚ 314 Α`], που προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 [ΦΕΚ 216 Α`], το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης ισούται με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό [75%] των Ισοδύναμων Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένων κατά ένα έκτο [1/6], από το οποίο αφαιρείται η μηνιαία σύνταξη του πρώτου πλήρους ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβαν σύνταξη γήρατος, του όλου ποσού πολλαπλασιαζομένου επί εβδομήντα δύο [72].

Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε 72 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο τέλος κάθε μήνα. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει συμπληρωθεί εξαετία από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή ο δικαιούχος αναλάβει εργασία μετά την υποβολή της αιτήσεως για συνταξιοδότηση ή υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται να λάβει το τμήμα της πρόσθετης ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο αντιστοιχεί στους μήνες που έπονται της ημερομηνίας συμπλήρωσης εξαετίας από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή της ημερομηνίας ανάληψης εργασίας ή της ημερομηνίας συμπλήρωσης του 60ού έτους της ηλικίας του.

Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης βεβαιώνει ο οικείος εκκαθαριστής, ο οποίος εκδίδει σχετικές βεβαιώσεις κατόπιν αιτήσεων των ενδιαφερομένων, στις οποίες αναγράφεται ο αναλυτικός υπολογισμός του βεβαιουμένου ποσού. Για τον υπολογισμό του ποσού της μηνιαίας σύνταξης, η οποία θα αφαιρείται από το ποσό των ανωτέρω ισοδυνάμων Μηνιαίων Αποδοχών για τον προσδιορισμό του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ο δικαιούχος υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης στην Κεντρική Υπηρεσία Συντάξεων του ΙΚΑ.

Η Κεντρική Υπηρεσία του ΙΚΑ υποχρεούται να εκδίδει εντός προθεσμίας 60 ημερών σχετική βεβαίωση. Η βεβαίωση αυτή, η οποία κοινοποιείται από το ΙΚΑ αποτελεί προσάρτημα του εγγράφου του εκκαθαριστή με το οποίο προσδιορίζεται το ύψος του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, η οποία καταβάλλεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους εντός 2 μηνών από την υποβολή της αιτήσεως και απαλλάσσεται από κάθε μορφής φόρο, τέλος ή παρακράτηση.

Ακόμη, για την επέλευση των συνεπειών από την ανάληψη εργασίας, απαιτείται αυτή να είναι μεταγενέστερη της υποβολής της σχετικής αίτησης για συνταξιοδότηση [βλ. άρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 3783/2009 ΦΕΚ A` 136/7.8.2009]. Εξ άλλου ως "ισοδύναμες μηνιαίες αποδοχές" ορίζεται το ποσό που ισούται με τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, που ορίζονται στο άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου και συγκεκριμένα ο βασικός μισθός και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008 προσαυξημένες κατά 2,5%.

Δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών και αδείας στις τακτικές αποδοχές. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και την αιτιολογική έκθεση του νόμου 3717/2008 συνάγεται ότι το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης θεσπίσθηκε για τους ιπτάμενους χειριστές λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και τη δυσκολία εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους αζημίως.

Είναι δε ανεξάρτητο από το εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 του ιδίου νόμου για το προσωπικό των εταιρειών, που θα αποχωρήσει μετά την θέση της εργοδότριας εταιρείας υπό εκκαθάριση, γιατί το τελευταίο καταβάλλεται σε όλους τους μισθωτούς ως αντιστάθμισμα για την μη καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, γι` αυτό και υπολογίζεται σύμφωνα με το χρόνο υπηρεσίας εκάστου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κείμενο του νόμου.

Συνεπώς το δικαίωμα της αποζημίωσης του άρθρου 6 παρ. 1α, που αφορά τους ιπτάμενους χειριστές είναι ανεξάρτητο από την αποζημίωση του άρθρου 4 του Ν.3717/2008.

Συνεπώς το προαναφερόμενο ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης δεν απορρέει από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά απορρέει ευθέως από το νόμο (άρθρο 6 παρ.1α του Ν.3717/2008),αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων) για την ενίσχυση ειδικής κατηγορίας εργαζομένων (ιπταμένων χειριστών) λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και της δυσκολίας εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο ,καλύπτεται από τον κρατικό Υπολογισμό και υπόχρεος για την καταβολή δεν είναι η εργοδότρια εταιρεία αλλά το Ελληνικό Δημόσιο στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας, οι δε αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσης, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο.

Συνεπώς οι προκύπτουσες από τη χορήγηση ή μη της εν λόγω κοινωνικής παροχής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου διαφορές συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 543/2020, 1463/2019, ΑΠ 1272/2018). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, με την επιφύλαξη του παρεμπίπτοντος ελέγχου του κύρους διοικητικής πράξης, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται, απαγορεύεται κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις υπαγόμενες στα διοικητικά δικαστήρια και ότι αγωγή που αφορά διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως εάν εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Τέλος η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1666/2014, ΑΠ 1524/2013).

Αν το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ έχει δικαιοδοσία για την εξέταση της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του, απορρίπτει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, υποπίπτει στο σφάλμα της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠΟΛΔ και όχι της υπερβάσεως δικαιοδοσίας εκ του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠΟΛΔ (ΑΠ 1272/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 20.10.2011 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες της ως άνω δεύτερης αίτησης αναίρεσης και αναιρεσίβλητοι της πρώτης εξέθεταν ότι είχαν προσληφθεί ως Ιπτάμενοι Χειριστές στην "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε", της οποίας ο πτητικός κλάδος αποσχίσθηκε και απορροφήθηκε από τις "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ" [πρώην Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ] και απασχολήθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το χρόνο, που καθένας εξ αυτών εκθέτει μέχρις ότου η ως άνω εταιρεία, "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ", που αποτελούσε δημόσια επιχείρηση, τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 14Α Ν. 3429/2005 με την υπ' αριθ. 5714/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η εκκαθαρίστρια κατήγγειλε αζημίως τις συμβάσεις εργασίας τους στις 15.12.2009.

Ότι κατά το άρθρο 3 Ν. 3717/2008 μπορούσαν να ενταχθούν σε πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας από τον ΟΑΕΔ μέχρι την ανάληψη νέας εργασίας, ενώ με το άρθρο 6παρ.1α του ιδίου νόμου [3717/2008] δικαιούνταν επί πλέον το ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης υπέβαλαν αίτηση στις 27-9-2010 ο πρώτος και 29-9-2010 ο δεύτερος για πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος καθώς και αίτηση προς το Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομίας, Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για λήψη του ειδικού ποσού κοινωνικής ενίσχυσης και παρήλθε η από το άρθρο 6 παρ.1α του Ν.3717/2008 δίμηνη προθεσμία από την ως άνω ημερομηνία υποβολής της αίτησης, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αρνείται παρανόμως και υπαιτίως να τους καταβάλει το ως άνω ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης, και ότι εξ αιτίας της αρνήσεως του εναγομένου υπέστησαν ηθική βλάβη.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις προτάσεις του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για το ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6παρ.1λ του Ν.3717/2008 τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά αναγνωριστικά και καταψηφιστικά κύρια ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 6 του Ν.3717/2008), άλλως ως αποζημίωση από αδικοπραξία, καθότι το εναγόμενο υπαιτίως παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του νόμου αυτού, προκαλώντας τους ισόποση ζημία, άλλως με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ακόμη ζητούσαν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ έκαστος και αποζημίωση για παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999 [παράλειψη της Διοίκησης ν' αποφανθεί εντός του εύλογου χρόνου] το ποσό των 10.000 ευρώ έκαστος, νομιμότοκα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Υπό το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή του αναιρεσείοντος, και κατά την κυρία και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής, εισάγει συμφώνως προς τα ανωτέρω διοικητική διαφορά και συνεπώς είναι απορριπτέα ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, κατά την κυρία βάση αυτής, διότι έχει ως αντικείμενο την καταβολή του προαναφερομένου ειδικού ποσού κοινωνικής ενισχύσεως, το οποίο εμπίπτει κατά τα ανωτέρω στην ενάσκηση δημοσίας εξουσίας, προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Κατά την επικουρική εκ της αδικοπραξίας βάση, διότι η ιστορουμένη παρανομία των οργάνων του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ένεκα μη καταβολής του ειδικού ποσού κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 παρ.1α του Ν.3717/2008 ετελέσθη σε συνάρτηση με την οργάνωση και την λειτουργία της δημοσίας υπηρεσίας και δεν συνδέεται με την διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, ούτε οφείλεται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή σε προσωπικό πταίσμα οργάνου ενεργήσαντος εντός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Κατά δε την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού διότι η υποκείμενη σχέση είναι κατά τα ανωτέρω σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΠ 543/2020, ΑΠ 1463/2019, ΑΠ 1272/2018).

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης του εκκαλούντος- εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου στη δεύτερη ως άνω αίτηση αναίρεσης και μετ` εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απέρριψε την αγωγή ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν εκήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και επομένως ο πρώτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως των εναγόντων εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίον πλήττεται η εν λόγω απόρριψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, η απόρριψη αγωγής ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ελέγχεται αναιρετικώς μόνον μέσω του προαναφερομένου λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίον ελέγχονται δικονομικές ακυρότητες, και όχι και μέσω του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ιδίου Κώδικος, με τον οποίον ελέγχονται ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, οπότε, εάν προβληθεί ο εν λόγω λόγος, του άρθρου 559 αρ. 1, προς έλεγχο της απορρίψεως αγωγής ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Συνεπώς ο έτερος λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως των εναγόντων εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον ελέγχεται η περί ελλείψεως δικαιοδοσίας κρίση του Εφετείου ως προϊόν ψευδούς ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ` ακολουθίαν, η ως άνω δεύτερη αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι "αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά τον οποίον έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.

Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.

Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ' έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος.

Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επιδόσεως στον υπόχρεο εφεσίβλητο της αποφάσεως του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους.

Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο. Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση-εκουσία συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ΟΛ ΑΠ 5/2001).

Επίσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 περ. 9 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος, ως "αιτήσεως" νοουμένης κάθε αυτοτελούς αιτήσεως, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου καθώς και οι διαδικαστικές-δικονομικές αιτήσεις, και όταν το δικαστήριο επιδίκασε αίτημα διαφορετικό από αυτό που έχει ζητηθεί.(ΑΠ51/2019, ΑΠ1175/2017).

Εν προκειμένω, επί της από 20-10-2011 αγωγής των αναιρεσιβλήτων της ως άνω πρώτης αναίρεσης κατά του αναιρεσείοντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου για καταβολή του ειδικού ποσού κοινωνική ενίσχυσης εκ του άρθρου 6παρ.1α του Ν.3717/2008, εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε η με αριθμό 328/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκαν, εκτός των αναγνωριστικά αναφερόμενων σε αυτή ποσών, καταψηφιστικά στον πρώτο αναιρεσίβλητο-ενάγοντα τα ποσά των 27.410,63 και 61.146,79 ευρώ, και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο- ενάγοντα τα ποσά 36.712,26 και 81.896,58 ευρώ, κηρύχθηκε δε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τον πρώτο ενάγοντα για το ποσό των 26.560 ευρώ και ως το δεύτερο ενάγοντα για το ποσό των 35.580 ευρώ.

Κατά της παραπάνω απόφασης, ασκήθηκε η από 16-4-2015 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ`αριθ.2479/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ` ουσία δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτων - εναγόντων.

Κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό ισχυρίζεται και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των από 16-9-2016 προτάσεων του ενώπιον του Εφετείου (σελ. 7, 8 και 9), ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση λόγω εκούσιας συμμόρφωσης στην πρωτόδικη απόφαση με την καταβολή του ποσού των 26.560 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ι.

Φ. καθώς και του ποσού των 35.580 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Β. Β. καθώς και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν τα ποσά των 26.560 ευρώ και των 35.580 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την έκδοση άλλως από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί από το Εφετείο.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή, παρόλο που η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είχε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν προταθεί παραδεκτά με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το Δικαστήριο άφησε αδίκαστο το αίτημα τούτο, χωρίς να το δέχεται ή να το απορρίπτει, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της αποφάσεως αυτής.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 1386/2018, ΑΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1749/2014).

Στη συνέχεια, αφού έγινε δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμ. 9 του ΚΠΟΛΔ πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Εφόσον δε δεν χρειάζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, άλλη διευκρίνιση θα πρέπει ο 'Αρειος Πάγος, κατ` άρθρο 580 παρ.3 ΚΠΟΛΔ, να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει την έφεση κατά το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτοβαθμίου αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεσή του και απορριφθεί η αγωγή τους, σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ' αυτούς εκουσίως σε εκτέλεση της προσωρινά εκτελεστής με αριθμό 328/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το νόμιμο τόκο από την έκδοση άλλως την επίδοση σε αυτούς της απόφασης του Εφετείου.

Από το προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. 1680/29/1/2016 έγγραφο της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Οικονομικών και τα συνημμένα σε αυτό από 29-1-2016 δύο έγγραφα της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής ΔΥΕ Υπουργείου Οικονομικών ενημέρωσης δικαιούχου καθώς και δύο έγγραφα- αποδεικτικά εντολής μεταφοράς και πίστωσης λογαριασμού της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής ΔΥΕ Υπουργείου Οικονομικών, προκύπτει ότι το εκκαλούν-εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατέβαλε: 1) στον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ι.

Φ. στις 16-11-2015 το ποσό των 26.560 ευρώ με την κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό 23.375,32 ευρώ και τον "συμψηφισμό" 3.184,68 ευρώ από άλλη οφειλή αυτού προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και 2) στο δεύτερο εφεσίβλητο -ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Β. Β. στις 11-12-2015 το ποσό των 35.580 ευρώ με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό, σε εξόφληση της προσωρινά εκτελεστής αποφάσεως αριθμό 328/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Τα ποσά αυτά πρέπει οι τελευταίοι να υποχρεωθούν να επιστρέψουν, κατά παραδοχή της αίτησης αυτής του εκκαλούντος ως ουσιαστικά βάσιμης, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως στους υπόχρεους αναιρεσίβλητους-εφεσίβλητους της 2479/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους.

Τούτο δε διότι υπερήμεροι καθίστανται οι εφεσίβλητοι από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, οι εφεσίβλητοι κατέχουν τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο.(ΑΠ 1175/2017).

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει:1) να απορριφθεί η από 20-1-2018 αίτηση αναίρεσης των Ι. Φ. και Β. Β. και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ` εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993).

και 2) να γίνει δεκτή η από 18-10-2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ` εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 18-10-2018 και από 20-1-2018 αιτήσεις αναιρέσεως της υπ` αριθ. 2479/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Απορρίπτει την από 20-1-2018 αίτηση των Ι. Φ. και Β. Β. για αναίρεση της υπ` αριθ. 2479/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Δέχεται την από 18-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθ. 2479/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Αναιρεί την ως άνω υπ` αριθ. 2479/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, που αφορά το αίτημα του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει το ανωτέρω αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει τους αναιρεσίβλητους - εφεσίβλητους της από 16-4-2015 έφεσης να καταβάλουν στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο: 1) ο πρώτος αναιρεσίβλητος-εφεσίβλητος Ι. Φ. το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα (26.560) ευρώ και 2)ο δεύτερος αναιρεσίβλητος-εφεσίβλητος Β. Β. το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα (35.580) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση σ` αυτούς της υπ` αριθ. 2479/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ