1118/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1118/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 21-11-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 6254/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και νομίμως ορισθείσα δικάσιμο παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1118 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1118/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Κ. και 2) Ι Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο (...), που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης ως υποκαθιστάμενης λόγω απόσχισης και εισφοράς στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπό 1. ανώνυμης εταιρείας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοσμίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6254/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο πρώτος αναιρεσείων και οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 1-3-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως ως προς όλα τα μέρη τους. Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εφόσον δε οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω από αυτούς, που επιμελήθηκαν τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του (ΑΠ 592/2007). Ωστόσο, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 21-11-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 6254/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και νομίμως ορισθείσα δικάσιμο παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Δ.
Κ., ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας του δευτέρου των αναιρεσειόντων, αφού δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει το οικείο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο έγγραφο. Επίσης, ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι κλητεύθηκε από τις αναιρεσίβλητες για να εμφανισθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την ως άνω δικάσιμο, ούτε προκύπτει ότι και αυτός είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντος Δ.
Κ., για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι είχε δώσει τέτοια πληρεξουσιότητα σε προηγούμενη συνεδρίαση με προφορική δήλωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ενώ με το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. ….3/30-7-2015 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Λ. έχει δοθεί πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο μόνο από τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το δεύτερο των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, απόρροια δε αυτής αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.
Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ εξάλλου έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.
Στη σύμβαση αυτή, λόγω ελλείψεως ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργανώσεως του προμηθευτή (Ολ.
ΑΠ 16/2013). Περαιτέρω, με τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 5 του π.δ. 219/1991 ορίζεται ότι "1. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή. 2. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητα του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.
Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη". Από τις διατάξεις αυτές, που, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται αναλόγως και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, συνάγεται ότι ο διανομέας δικαιούται να εισπράξει από τον αντισυμβαλλόμενό του παραγωγό ή χονδρέμπορο τη συμφωνημένη αμοιβή και, αν δεν υπάρχει σχετικά ειδική συμφωνία ή η υπάρχουσα είναι άκυρη, έχει αξίωση για την είσπραξη εύλογης αμοιβής.
Ως εύλογη νοείται κατά πρώτο λόγο η συνηθισμένη αμοιβή, που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας των συμβάσεων του διανομέα με τους τρίτους πελάτες του, με βάση τις εμπορικές πρακτικές και συνήθειες που επικρατούν στον τόπο όπου αναπτύσσει τη δραστηριότητά του ο διανομέας, δηλαδή η αμοιβή που συνήθως δίδεται στον τόπο αυτό στους διανομείς όμοιων ή παρεμφερών προϊόντων.
Αν δεν υπάρχουν στο συγκεκριμένο τόπο τέτοιες εμπορικές συνήθειες και πρακτικές, τότε η εύλογη αμοιβή προσδιορίζεται με βάση όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική του πράξη. Έτσι ο διανομέας από σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην περίπτωση που αξιώνει από τον αντισυμβαλλόμενό του την καταβολή της συνηθισμένης στον τόπο όπου δραστηριοποιείται αμοιβής, θα πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων, στην αγωγή του την έλλειψη ειδικής συμφωνίας ως προς την αμοιβή του, ή την ακυρότητα αυτής και τις επικρατούσες σχετικώς στον τόπο της δραστηριότητάς του εμπορικές συνήθειες και πρακτικές, και στην περίπτωση που αξιώνει την καταβολή εύλογης αμοιβής με βάση τα σχετιζόμενα με την εμπορική πράξη στοιχεία, την έλλειψη ειδικής ως προς την αμοιβή του συμφωνίας ή την ακυρότητα αυτής, την έλλειψη σχετικώς εμπορικών συνηθειών στον τόπο της δραστηριότητάς του και όλα εκείνα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική πράξη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντιθέτως το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 165/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 20-12-2008 ένδικης αγωγής ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σ' αυτήν ότι με την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη κατάρτισε το έτος 2000 σύμβαση αποκλειστικής διανομής για ορισμένο χρόνο, η οποία ανανεωνόταν συνεχώς και κατέστη έτσι αορίστου χρόνου.
Ότι με τη σύμβαση αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να προωθεί προς το καταναλωτικό κοινό σε συγκεκριμένες περιοχές του νομού Αττικής τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τους χυμούς με το σήμα "..." αντί αμοιβής (προμήθειας), η οποία ανερχόταν αρχικά σε ποσοστό 6,2% επί της προ Φ.Π.Α. αξίας των τιμολογίων πωλήσεως και από 1-1-2008 σε ποσοστό 6,7% επί της παραπάνω αξίας.
Ότι η παραπάνω σύμβαση λύθηκε την 1-10-2008 χωρίς σπουδαίο λόγο και από υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία αρνήθηκε την αύξηση του περιθωρίου κέρδους του και αξίωσε τη μετατροπή της από σύμβαση αποκλειστικής διανομής σε σύμβαση διακίνησης και μεταφοράς των προϊόντων της. Ότι η επίδικη σύμβαση, αρχική και επόμενες, συνιστούσαν σύμβαση προσχωρήσεως, γιατί καταρτίστηκαν χωρίς καμιά δυνατότητα ατομικής διαπραγματεύσεως εκ μέρους του και περιείχαν πληθώρα καταχρηστικών και περιοριστικών του ανταγωνισμού όρων, στους οποίους περιλαμβάνονταν:
α) ο καθορισμός εκ μέρους της εναγομένης της τιμής μεταπωλήσεως των προϊόντων της, β) η κατανομή των αγορών, αφού ο πρώτος ενάγων μπορούσε να μεταπωλεί τα προϊόντα μόνο στις παραχωρηθείσες περιοχές, ενώ του απαγορευόταν να πραγματοποιεί ακόμη και παθητικές πωλήσεις σε όμορες περιοχές, γ) η επιβολή από την εναγομένη μη εύλογων όρων συναλλαγών με καθορισμό της αμοιβής του σε χαμηλά επίπεδα, με συνέπεια ο τελευταίος να αδυνατεί να καλύπτει το υψηλό κόστος διανομής των προϊόντων και να αποκομίζει ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος και δ) η επιβολή ρητρών μη ανταγωνισμού και αποκλειστικής προμήθειας, τους όρους δε αυτούς επέβαλε μονομερώς η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη, την απειρία και τη σχέση οικονομικής εξαρτήσεως που τελούσε προς αυτήν ο ίδιος.
Ότι το πιο πάνω ποσοστό της προμήθειας που λάμβανε ο πρώτος ενάγων, ενόψει της αποκλειστικής απασχολήσεώς του, των λειτουργικών εξόδων της επιχειρήσεώς του και της εύλογης προσδοκίας επιχειρηματικού κέρδους, βρισκόταν σε προφανή δυσαναλογία με την αμοιβή που πράγματι δικαιούταν, η οποία και θα έπρεπε να ανέρχεται σε ποσοστό 12% επί των πωλήσεων, όσο δηλαδή ελάμβαναν οι διανομείς άλλης ομοειδούς επιχειρήσεως, αλλιώς σε ποσοστό 9,5%, με το οποίο αμείβονταν οι διανομείς άλλου προϊόντος (παγωτού) της ίδιας της εναγομένης.
Ότι την 1-10-2008 η εναγομένη αιφνιδίως, χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας, κατάγγειλε καταχρηστικά και εναντίον των χρηστών ηθών τη μεταξύ τους σύμβαση, επικαλούμενη αναληθώς ότι η εκ μέρους του εξώδικη δήλωση, με την οποία διαμαρτυρόταν για την τροποποίηση των όρων της συμβάσεώς του, συνιστούσε καταγγελία της συμβάσεως με υπαιτιότητά του.
Ότι ο ως άνω συμβατικός όρος, που καθόριζε το ποσοστό της αμοιβής του στο ποσοστό 6,2%, είναι άκυρος ως αντίθετος στα χρηστά ήθη, άλλως συνιστά καταχρηστική άσκηση της συμβατικής ελευθερίας της εναγομένης, καθόσον αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσεως οικονομικής εξαρτήσεως του πρώτου ενάγοντος, ενόψει του ότι δεν διέθετε αυτός ισοδύναμη εναλλακτική λύση, άλλως υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη τακτική της εναγομένης, εξαιτίας της οποίας καθίστατο ανέφικτη η προσδοκία του για την επίτευξη εύλογου επιχειρηματικού κέρδους.
Ότι η κατά τα ανωτέρω μειωμένη αμοιβή επέφερε οικονομική ζημία σε βάρος του, που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ εύλογης και συμφωνημένης αμοιβής, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 281.013 ευρώ (υπολογιζόμενη με ποσοστό 12%), άλλως στο συνολικό ποσό των 158.380 ευρώ (υπολογιζόμενη με ποσοστό 9,5%) και για το χρονικό διάστημα των ετών 2003 - 2008, ποσά κατά τα οποία η εναγομένη σε κάθε περίπτωση πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος του από αιτία παράνομη και ανήθικη.
Ότι σε κάθε περίπτωση η ένδικη σύμβαση λύθηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης και χωρίς την τήρηση της κατά νόμο προθεσμίας, με αποτέλεσμα ο πρώτος ενάγων να απολέσει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε. Ότι σε κάθε περίπτωση η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης έβλαψε τη φήμη και το μέλλον του ως επιχειρηματία και παράλληλα προσέβαλε την προσωπικότητά του, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά τον περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά ο πρώτος ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως, κατά τις διακρίσεις που γίνονται στην αγωγή, Α) τα πιο πάνω ποσά, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 174, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, λόγω ακυρότητας της σχετικής με την αμοιβή του ρήτρας, ενόψει αντιθέσεως αυτής στα χρηστά ήθη και στο νόμο, επικουρικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, επειδή δεν έγινε με δίκαιη κρίση ο μονομερής καθορισμός της αμοιβής του από την εναγομένη, επικουρικότερα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, λόγω αντιθέσεως της ρήτρας αυτής στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνακόλουθα ακυρότητας αυτής, ακόμη επικουρικότερα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2α ν. 703/1977 και 174 ΑΚ, λόγω καθορισμού της αμοιβής του με καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσεως οικονομικής εξαρτήσεως και συνακόλουθα ακυρότητας της ρήτρας αυτής, και τέλος, με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, λόγω αντιθέσεως προς αυτήν της πιο πάνω ρήτρας καθορισμού της αμοιβής του, και Β) ως χρηματική ικανοποίηση 100.000 ευρώ και επιπλέον ως διαφυγόντα κέρδη 218.529,84 ευρώ, άλλως 174.712,80 ευρώ, άλλως 54.632,46 ευρώ, άλλως 43.678,20 ευρώ, λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 1 του ν. 146/1914, ενόψει άκαιρης και καταχρηστικής εκ μέρους της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως, που έγινε με το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού για την υφαρπαγή της πελατείας του και την εκτόπισή του από την αγορά, επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 281 και 288 ΑΚ, ενόψει του παράνομου και καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, επικουρικότερα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ και ακόμη επικουρικότερα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 2α ν. 703/1977, ενόψει της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως εκ μέρους της εναγομένης της σχέσεως οικονομικής εξαρτήσεως με την αιφνίδια και αδικαιολόγητη καταγγελία και τη διακοπή της μεταξύ τους μακροχρόνιας εμπορικής σχέσεως.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής ως προς το κεφάλαιο για την επιδίκαση εύλογης αμοιβής, κατ' άρθρο 371 ΑΚ, με την οποία επικαλείτο ότι ο καθορισμός της αμοιβής του προκλήθηκε από την υπερέχουσα οικονομική θέση της εναγομένης, η οποία και τον υποχρέωσε να προσχωρήσει στο τυποποιημένο έντυπο της συμβάσεως, και ότι για το λόγο αυτό το ποσοστό της αμοιβής του καθορίσθηκε μονομερώς και όχι με δίκαιη κρίση.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το στοιχείο V.6 μέρος αυτού μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη μη προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό και αντίστοιχα δεν έλαβε υπόψη προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το επικουρικό αγωγικό αίτημα για την επιδίκαση εύλογης αμοιβής το στήριξε όχι στην ευθεία αλλά στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ, πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τον οποίο είχε επαναφέρει με λόγο εφέσεως.
Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, με το γενικό και αόριστο κριτήριο της "δίκαιης κρίσεως" δεν μπορεί να αποτελέσει μεθοδολογικά το κατάλληλο όργανο για την ικανοποίηση της ανάγκης προστασίας του ασθενέστερου μέρους, που προσχωρεί στη σύμβαση και αποδέχεται τους γενικούς έντυπους όρους που θέτει ο αντισυμβαλλόμενος.
Αντιθέτως, η διάταξη που μπορεί και πρέπει να εφαρμοσθεί σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτή του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, η ΑΚ 371, πέραν του ότι η επίκληση και η εφαρμογή της δεν επιτρέπει την τοποθέτηση του προβλήματος στη σωστή και μεθοδολογική του βάση, που είναι ο αποκλεισμός της καταχρηστικής ασκήσεως της συμβατικής ελευθερίας, περιέχει ένα τόσο αφηρημένο και γενικό κριτήριο ("δίκαιη κρίση"), ώστε η εφαρμογή της να είναι και πρακτικά δύσκολη.
Αν πάλι η συγκεκριμενοποίηση της αόριστης αυτής έννοιας θα έπρεπε να γίνει μέσω των ειδικότερων κριτηρίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, που μπορεί να εφαρμοσθεί ευθέως, τότε είναι ανώφελη η αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 371. Συνακόλουθα τούτων ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει σε μη νόμιμο αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος, εκ περισσού δε απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 371 ΑΚ αξίωση αυτού για επιδίκαση εύλογης αμοιβής, εφόσον δεν υπήρχε σχετική επικουρική βάση στην αγωγή του.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφεται περαιτέρω το Εφετείο ότι σχημάτισε την κρίση του για το ποσόν των 19.500 ευρώ ετησίως και 1.500 ευρώ μηνιαίως, ως εύλογη αμοιβή αυτών για τις παρεχόμενες υπηρεσίες στην πρώτη αναιρεσίβλητη, χωρίς να λάβει υπόψη τον αγωγικό του ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τον οποίο και επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως, σχετικά με το ύψος των κάθε λογής εξόδων του, από τον οποίο προέκυπτε ότι η καθαρή αμοιβή του δεν υπερέβαινε το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως, και συνεπώς δεν επρόκειτο για εύλογη αμοιβή υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 2 π.δ. 219/1991 και 288 ΑΚ.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αυτό, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 178, 281, 298, 914 919 ΑΚ και 2α ν. 703/1977, και ότι σε κάθε περίπτωση διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές, άλλως ενδοιαστικές, καθώς και ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη εταιρεία τυγχάνει καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "... - ....", που δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής, βιομηχανοποίησης και εμπορίας παγωτού, γάλακτος, γαλακτοκομικών προϊόντων, γιαουρτιού, χυμών φρούτων και άλλων συναφών προϊόντων και είχε καταρτίσει με τους ενάγοντες διαδοχικές συμβάσεις αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι τελευταίοι είχαν αναλάβει την κατ' αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών της προϊόντων σε ορισμένη περιφέρεια του νομού Αττικής".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού παραθέτει τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που κατάρτισε η εναγομένη με τον πρώτο ενάγοντα, επισημαίνει ότι αυτές περιείχαν τους ίδιους κυρίως όρους με την πρώτη σύμβαση και ότι αυτός είχε αναλάβει τη διάθεση γιαουρτιού, χυμών και τυροκομικών προϊόντων στην περιοχή …..
και με τις τελευταίες συμβάσεις και στην περιοχή του …... Και συνεχίζει το Εφετείο ως ακολούθως: "Δεδομένου ότι για την άσκηση της δραστηριότητας των εναγόντων ήταν αναγκαία η κατοχή φορτηγού αυτοκινήτου με ψυκτικό θάλαμο η εναγομένη δυνάμει του με αριθ…..0/2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π.
πώλησε στον πρώτο ενάγοντα ένα φορτηγό αυτοκίνητο με αριθ.κυκλ……. μάρκας Mercedes. Στην πράξη, οι άνω συμβάσεις λειτουργούσαν ως εξής: Οι ενάγοντες, διαθέτοντας την προς διανομή των προϊόντων της ... υποδομή (επαγγελματική πείρα, κεφάλαια, κατάλληλο βοηθητικό προσωπικό (συνήθως ένα βοηθό), ιδιόκτητο φορτηγό αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο, και ψυκτικό μηχάνημα, (το οποίο, σε περίπτωση που δεν διέθεταν, φρόντιζε να τους εξασφαλίσει η εναγομένη με δαπάνες τους), δικά τους μηχανογραφικά - ηλεκτρονικά μέσα, καθώς και λογιστική υποστήριξη, παραλάμβαναν καθημερινά το συντηρούμενο με δαπάνες τους, φορτηγό αυτοκίνητο τους από της εγκαταστάσεις της ..., το οποίο η τελευταία είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με προϊόντα της, η ποσότητα και το είδος των οποίων προσδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα από τον κάθε ενάγοντα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από τον ίδιο ανάγκες των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετούσε.
Ακολούθως, οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα άνω προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσαν στη συνέχεια στο όνομα και για λογαριασμό τους, στα σημεία λιανικής πώλησης και σε πελάτες, που τους υποδείκνυε η εναγομένη. Η τελευταία εξέδιδε στο όνομα των εναγόντων πιστωτικό τιμολόγιο για τα προϊόντα που παραλάμβανε ο καθένας κάθε πρωί, στο οποίο η αξία των προϊόντων ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 6,2% από την προ ΦΠΑ αξία, στην οποία θα τα μεταπωλούσαν οι ενάγοντες, στην τιμή μεταπώλησης, που καθόριζε η εναγομένη.
Το ως άνω ποσοστό (6,2%) αντιστοιχούσε στη συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων για τις 4 εκ μέρους του παρεχόμενες στην εναγομένη υπηρεσίες, επιπλέον δε η τελευταία, χορηγούσε σ' αυτούς πρόσθετη αμοιβή (bonus) σε περίπτωση επίτευξης των τιθέμενων από την ίδια, δι' εγκυκλίων της, στόχων πωλήσεων. Στη συνέχεια, καθένας των εναγόντων ξεκινούσε το δρομολόγιο του για να διαθέσει τα προϊόντα της εναγομένης στα σημεία λιανικής πώλησης, που η ίδια είχε υποδείξει, όπου και μεταπωλούσε αυτά, στο δικό του όνομα και για λογαριασμό του, συνεπικουρούμενος από ένα βοηθό.
Μετά το πέρας κάθε ημερήσιου δρομολογίου, καθένας των εναγόντων, επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητο του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου αυτό να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα της επόμενης ημέρας. Παράλληλα, απέδιδε καθημερινά στην εναγομένη λογαριασμό για τις ημερήσιες διανομές και τις εισπράξεις από την πώληση των προϊόντων, είτε με μετρητά που εισέπραττε από τους μικροπωλητές, είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές (προκειμένου για τις πωλήσεις σε μεγάλα σούπερ μάρκετ, αλυσίδες καταστημάτων κλπ), τις οποίες παρέδινε αυθημερόν στην εναγομένη μαζί με τα δελτία παραγγελιών για την επόμενη ημέρα διανομής.
Κατά την εξέλιξη της προαναφερόμενης συνεργασίας, οι ενάγοντες είχαν αναλάβει, μεταξύ άλλων, και τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) να μεριμνούν ώστε τα χρησιμοποιούμενα από τους ίδιους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους IX φορτηγά αυτοκίνητα να φέρουν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης, καθώς και να είναι εφοδιασμένα με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο τους και στον οποίο είχε πρόσβαση η εναγομένη, β) να διακινούν τα προϊόντα της εναγομένης αυστηρά μόνο μέσα στα όρια της περιοχής που τους είχε ανατεθεί, γ) να διακινούν όλα τα προϊόντα της εναγομένης και ιδίως να προωθούν τα εκάστοτε νέα προϊόντα της, καθώς και εκείνα για τα οποία γινόταν ειδική προς τούτο αναφορά στις κατά καιρούς εγκυκλίους της, δ) να επισκέπτονται τακτικά τους πελάτες τους, να συνεννοούνται με αυτούς και να επιβλέπουν τα σημεία πώλησης, ε) να μην συνεργάζονται με ανταγωνιστές της εναγομένης και να μην την ανταγωνίζονται εν γένει στην περιοχή που τους είχε ανατεθεί, τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, όσο και για ένα έτος μετά τη λύση της, στ) να επιβαρύνονται οι ίδιοι με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης τους όπως τα έξοδα απόκτησης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης του φορτηγού αυτοκινήτου τους.
τις αμοιβές και την ασφάλιση του προσωπικού τους κλπ. ζ)να ευθύνονται, εφόσον οι εξυπηρετούμενοι από τους ίδιους πελάτες πλήρωναν μέσω αξιόγραφων για την πλήρη εξόφληση αυτών από τους πελάτες μέχρι την πραγματική είσπραξη των αντίστοιχων ποσών από την εναγομένη και η) να επιστρέφουν στην εναγομένη όσα προϊόντα δεν είχαν κατορθώσει να διαθέσουν, καθώς και όσα από αυτά είχε λήξει η ημερομηνία ανάλωσης τους, επιβαρυνόμενοι οι ίδιοι με το κόστος των επιστρεφόμενων προϊόντων, τα οποία ήταν από υπαιτιότητα τους κατεστραμμένα, φθαρμένα, μη σωστά συντηρημένα και γενικότερα ακατάλληλα προς πώληση, εξαιρουμένης της περίπτωσης των ληγμένων προϊόντων.
Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας, ήταν τα εξής: α) οι ενάγοντες προμηθεύονταν, κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσαν σε τρίτους πελάτες, στο όνομα τους και για δικό τους λογαριασμό, β) οι ίδιοι ήταν σε σχέση με την εναγομένη ανεξάρτητοι επαγγελματίες με δική τους υποδομή, φέροντες το βάρος των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων τους, ενταγμένοι στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της τελευταίας για την προώθηση των προϊόντων της, γ) τελούσαν σε έντονη επιχειρησιακή εξάρτηση από την εναγομένη, η οποία προκαθόριζε το δρομολόγιο και το πελατολόγιο τους, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων τους, αλλά και το ποσοστό αμοιβής τους, δ) συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, μεριμνώντας για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητα τους το σήμα της εναγομένης και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό αυτής, ε) είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την εναγομένη τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, όσο και για ένα έτος μετά τη λύση της, στ) το πελατολόγιο τους ήταν σε γνώση της εναγομένης, καθόσον αυτή προσδιόριζε τα σημεία λιανικής πώλησης, μετά δε τη λύση των συμβάσεων είχε συμφωνηθεί να περιέρχεται τούτο σ' αυτή και ί) η αμοιβή τους καθοριζόταν σε ποσοστό επί των πωλήσεων και επιπλέον λάμβαναν πρόσθετη αμοιβή σε περίπτωση επίτευξης του ετήσιου στόχου πωλήσεων.
Με βάση τα παραπάνω, οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, της οποίας αποδείχθηκε, ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και ειδικότερα αυτά, της μεταπώλησης από τους ως άνω διανομείς των, κατ' αποκλειστικότητα, αγοραζομένων από την εναγομένη, προϊόντων σε τρίτους πελάτες στο όνομα τους και για δικό τους λογαριασμό (διανομέων) και της υποχρέωσης των διανομέων, να ακολουθούν τις οδηγίες της εναγομένης ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτουν προσωπικό για τις πωλήσεις και να διαφημίζουν το σήμα της εναγομένης, διατηρώντας με δικά τους έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή.
Παράλληλα οι ενάγοντες (διανομείς) ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της αντισυμβαλλομένης τους κατά τα προαναφερθέντα, επιτελώντας σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενοι με το δίκτυο πωλήσεων της εναγομένης, ανέλαβαν την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την αντισυμβαλλόμενη τους εναγομένη, το πελατολόγιο τους, ήταν σε γνώση της τελευταίας και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονταν οι πελάτες τους σ' αυτή, ενώ τα οικονομικά τους οφέλη (προμήθειες και bonus) ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Ενόψει αυτών στις επίδικες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων".Περαιτέρω, η ένδικη εμπορική συνεργασία των εναγόντων με την εναγομένη, είχε μακροχρόνια διάρκεια, λειτούργησε δε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μέρων όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις.
Έτσι πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση, αόριστης διάρκειας, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του πδ219/1991, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και ιδίως εκείνες του άρθ. 8 για την καταγγελία της σύμβασης....... Τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής μεταξύ εναγόντων και εναγομένης κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση προθεσμίας προμήνυσης η τελευταία με την από 1-10-2008 εξώδικη δήλωσή της έκτοτε δε αρνήθηκε τη συνεργασία με τους ενάγοντες.
Η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική εκ του λόγου ότι έγινε απρόθεσμα και χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος εντάσσεται δε στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος τo δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του.
Περαιτέρω η λαμβανόμενη από τους ενάγοντες καθόλη την διάρκεια των συμβάσεων αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 6,2% επί της προ Φ.Π.Α. αξίας τωv προϊόντων που μεταπωλούσαν, δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγόμενη, ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από αυτήν της ανάγκης των εναγόντων για απασχόληση και της απειρίας τους σχετικά με την διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων αλλά υπήρξε αποτέλεσμα συμφωνίας.
Το ποσοστό αυτό αμοιβής χορηγούσε η εναγόμενη στους διανομείς της από το έτος 1989 μέχρι το έτος 2008, οπότε αυξήθηκε σε 6,7%. Οι ενάγοντες αποδέχτηκαν το ποσοστό αυτό της αμοιβής, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την εναγομένη τους συνηθισμένους τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά έξοδά τους ώστε να απομένει σ' αυτούς εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.
Ειδικότερα ο τζίρος που πραγματοποίησαν οι ενάγοντες ανήλθε για τον πρώτο ενάγοντα το έτος 2003 σε 767.815,55 ευρώ, το έτος 2004 σε 919.977,94 ευρώ, το έτος 2005 σε 908.422,52 ευρώ, το έτος 2006 σε 768.288,87 ευρώ, το έτος 2007 σε 840.500,11 ευρώ και από 1-1-08 μέχρι 1-10-08 σε 700.417 ευρώ, αντίστοιχα δε οι προμήθειές του ανήλθαν το έτος 2003 σε 47.604,53 ευρώ, το έτος 2004 σε 57.038,57 ευρώ και το έτος 2005 σε 56.322,16 ευρώ, το έτος 2006 σε 47.633,85 ευρώ, το έτος 2007 σε 52.111 ευρώ και το έτος 2008 σε 46.927,93 ευρώ.
Τα καθαρά κέρδη των εναγόντων από την άσκηση της παραπάνω δραστηριότητάς τους, όπως προσδιορίζονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση από αυτού μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων (έντυπο Ε3) και φορολογικές τους δηλώσεις ανήλθαν για τον πρώτο ενάγοντα για το έτος 2003 σε 30.592,28 ευρώ, το έτος 2004 σε 35.153,19 ευρώ, το έτος 2005 σε 33.274,62, το έτος 2006 σε 29.488,38 ευρώ.
Επιπλέον η εναγόμενη κατά τη διάρκεια των συμβάσεων, ανάλογα με το τζίρο που πραγματοποιούσαν οι διανομείς χορηγούσε σ' αυτούς μπόνους ή έξτρα αμοιβές....Έτσι η παραπάνω αμοιβή ποσοστού 6,2% κρίνεται εύλογη δεδομένου ότι οι ενάγοντες κέρδιζαν μετά από αφαίρεση των λειτουργικών τους εξόδων ποσά τουλάχιστον της τάξης των 19.500 ευρώ ετησίως που ήταν συμβατά με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους.
Το πιο πάνω ποσοστό εξασφάλιζε στους ενάγοντες ένα μέσο συνηθισμένο για τις περιστάσεις εισόδημα, παρά το γεγονός ότι παρέμενε σταθερό από την έναρξη της σύμβασης μέχρι την λήξη της. Το γεγονός ότι άλλες επιχειρήσεις που εμπορεύονται ομοειδή με την εναγόμενη προϊόντα όπως ... κατέβαλαν ως αμοιβή στους διανομείς τους μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που κατέβαλε η εναγομένη, δεν αποτελεί από μόνο του επαρκές στοιχείο προς σύγκριση, αλλά πρέπει να συνεκτιμηθεί με το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές υπολείπονταν σε όγκο πωλήσεων από την εναγόμενη, με αποτέλεσμα οι διανομείς τους να πραγματοποιούν μικρότερο τζίρο από τους διανομείς της εναγομένης έτσι ώστε παρά το μεγαλύτερο αριθμητικά ποσοστό της αμοιβής τους να λαμβάνουν τελικά καθαρά κέρδη ανάλογα με αυτά των εναγόντων.
Σε κάθε περίπτωση αν πράγματι το ποσοστό που ελάμβαναν οι ενάγοντες ως αμοιβή καθ' όλη τη διάρκεια της πολυετούς συνεργασίας τους, δεν ήταν βιώσιμο για τις επιχειρήσεις τους, οι τελευταίοι δεν θα εξακολουθούσαν τη συνεργασία με την εναγόμενη επί σειρά ετών, προβαίνοντας σε κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων, αντίθετα θα επεδίωκαν την αποδέσμευση τους από τη δυσμενή για τους ίδιους συνεργασία.
Έτσι, ο σχετικός όρος των ένδικων συμβάσεων, που καθόριζε την αμοιβή των εναγόντων σε ποσοστό 6,2% επί της προ ΦΠΑ αξίας των πωλούμενων προϊόντων της εναγομένης, κατέλειπε στους ενάγοντες ένα εύλογο περιθώριο κέρδους, τουλάχιστον της τάξης των 1.500 ευρώ, κατά μέσο όρο μηνιαίως, το οποίο δεν υπολείπεται του πραγματικού δικαίου και δεν είναι, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δυσανάλογο σε σχέση με τις παρεχόμενες εκ μέρους τους υπηρεσίες.
Περαιτέρω, ο άνω όρος δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε είναι καταχρηστικός, αλλά ούτε και επιβλήθηκε μονομερώς στους ενάγοντες από την εναγόμενη, συνεπεία της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησης των εναγόντων από αυτή. αφού αυτοί διέθεταν ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες είχαν τη δυνατότητα να επιδιώξουν τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία από αυτές που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο (...), λαμβανομένου υπόψη, ότι ο όρος μη ανταγωνισμού που είχαν συνομολογήσει, δέσμευε αυτούς μόνο ως προς τη συγκεκριμένη περιοχή του νομού Αττικής, που εξυπηρετούσε κατά τη διάρκεια της σύμβασης με την εναγομένη και μόνο για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τη λύση της συνεργασίας με αυτή".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι δεν θεμελιώνεται αξίωση του πρώτου ενάγοντος για διαφορά αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 281, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 π.δ. 219/1991 και 919 ΑΚ, και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Ο αναιρεσείων ειδικότερα με το υπό στοιχείο V.1α μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη ως έξοδα της επιχειρήσεώς του και το ποσό των 7.080 ευρώ κατ' έτος για έξοδα που δεν αναγνωρίζονται φορολογικά και δεν εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα, καθώς και τα ποσά που κατέβαλε αυτός αφενός μεν για φόρο εισοδήματος, αφετέρου δε για την περαίωση ανέλεγκτων χρήσεων, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στην αγωγή και επαναφέρθηκαν με λόγο εφέσεως, και τα οποία αν τα λάμβανε υπόψη θα κατέληγε στην αντίθετη κρίση ως προς το ύψος της καθαρής αμοιβής του, που δεν υπερέβαινε το 1% του τζίρου των πωλήσεων.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο ρητά αναφέρει ότι "Οι ενάγοντες αποδέχτηκαν το ποσοστό αυτό της αμοιβής, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την εναγομένη τους συνηθισμένους τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά έξοδά τους, ώστε να απομένει σ' αυτούς εύλογο επιχειρηματικό κέρδος", και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, υπολογίστηκαν και τα μη εκπιπτόμενα από το φορολογητέο εισόδημα έξοδα.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο, ενόψει της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων, ως αποκλειστικός διανομέας, ενεργούσε στο όνομά του και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, δεν όφειλε να απαντήσει στο μη νόμιμο ισχυρισμό του, ότι οι φορολογικές του υποχρεώσεις θα έπρεπε να αποτελούν μέρος της εύλογης αμοιβής που όφειλε να του καταβάλλει η πρώτη αναιρεσίβλητη.
Συναφώς προς τα ανωτέρω ο αναιρεσείων με τα υπό στοιχεία V.1β και V.2 μέρη του αυτού λόγου μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι, κρίνοντας ότι δεν θεμελιώνεται αξίωση του πρώτου ενάγοντος για διαφορά αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 281, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 π.δ. 219/1991 και 919 ΑΚ, και ότι σε κάθε περίπτωση διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αντιφατικές, άλλως ενδοιαστικές, και σε κάθε περίπτωση ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δαπάνες που συνέχονται με τη λειτουργία της επιχειρήσεως διανομής, τα οποία και λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής, αποτελούν τα πάσης φύσεως έξοδα του διανομέα, ανεξαρτήτως αν είναι καταχωριστέα ή μη στα φορολογικά βιβλία, καθώς και οι φόροι (εισοδήματος και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις) που συνέχονται με τη λειτουργία της επιχειρήσεως.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, το μεν γιατί, όπως εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, έλαβε υπόψη στα πάγια λειτουργικά έξοδα του αναιρεσείοντος και τα μη εκπιπτόμενα από το φορολογητέο εισόδημα έξοδα τούτων, το δε γιατί οι φόροι (εισοδήματος και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις) αποτελούν υποχρέωση αυτού προς το κράτος και συνέχονται με τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του και όχι με τον καθορισμό της αμοιβής του από την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου ότι "η ένδικη συνεργασία των εναγόντων με την εναγομένη είχε μακροχρόνια διάρκεια, λειτούργησε δε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο και κυρίως ίδιο περιεχόμενο χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις" δεν αντιφάσκει, ούτε περιέχει ενδοιαστική αιτιολογία σε σχέση με την παραδοχή ότι "η λαμβανόμενη από τους ενάγοντες καθ' όλη τη διάρκεια των συμβάσεων αμοιβή, ανερχόμενη σε ποσοστό 6,2% επί της προ ΦΠΑ αξίας των προϊόντων που μεταπωλούσαν, δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη, ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της ανάγκης των εναγόντων για απασχόληση και της απειρίας τους σχετικά με τη διανομή των γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά υπήρξε αποτέλεσμα συμφωνίας".
Εξάλλου, συνιστούν επαρκή και όχι ασαφή αιτιολογία η παραδοχή του Εφετείου ότι "ναι μεν οι διανομείς των εταιρειών …. είχαν υψηλότερο ποσοστό αμοιβής, πλην όμως τούτο δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για σύγκριση, ενόψει του ότι οι επιχειρήσεις αυτές υπολείπονται σε όγκο πωλήσεων από την εναγομένη, με αποτέλεσμα οι διανομείς εκείνοι να πραγματοποιούν μικρότερο τζίρο από τους ενάγοντες, έτσι ώστε παρά το μεγαλύτερο αριθμητικά ποσοστό αμοιβής τους να λαμβάνουν τελικά καθαρά κέρδη ανάλογα με αυτά των τελευταίων", δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να έχουν ληφθεί υπόψη και τα μικρότερα λειτουργικά έξοδα των διανομέων των εταιρειών εκείνων.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το υπό στοιχείο V.3 μέρος του αυτού λόγου μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία, που οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, όταν απαίτησε για την εφαρμογή της: α) ο προσδιορισμός της αμοιβής του να έχει επιβληθεί μονομερώς, β) να του έχει επιβληθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη κατόπιν εκμεταλλεύσεως της ανάγκης του για απασχόληση και της απειρίας του ως προς τη διανομή γαλακτοκομικών, γ) να μη γνώριζε αυτός κατά την κατάρτιση των συμβάσεων το ύψος της αμοιβής του και δ) να μην έχει διαμαρτυρηθεί κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας τους για το χαμηλό ύψος του ποσοστού αμοιβής του, παρά το ότι οι όροι αυτοί δεν αποτελούν προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε εν γένει ως αβάσιμη την αγωγική αξίωση για την επιδίκαση εύλογης αμοιβής, σε σχέση με το συμφωνημένο ποσοστό αμοιβής του, όπως αυτό καθορίστηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων.
Την αξίωσή του αυτή ο αναιρεσείων είχε στηρίξει σε διάφορες βάσεις, μεταξύ των οποίων και αυτή της αντιθέσεως των συμβάσεών του στα χρηστά ήθη, και το Εφετείο έκρινε ότι ο όρος για το ποσοστό της αμοιβής του σε 6,2% επί της αξίας των προ ΦΠΑ πωλουμένων προϊόντων δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, δεν είναι καταχρηστικός και δεν επιβλήθηκε μονομερώς σ' αυτόν από την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά κατάχρηση της οικονομικής της υπεροχής, αφού αυτός διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις.
Κατά συνέπεια η απόρριψη για μη αντίθεση στα χρηστά ήθη δεν έγινε λόγω μη συνδρομής των ως άνω περιπτώσεων, αλλά η μη συνδρομή καθεμιάς των περιπτώσεων τούτων συνιστούσε λόγο απορρίψεως της αντίστοιχης σωρευόμενης νομικής βάσεως. Συνακόλουθα τούτων, οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Ο αναιρεσείων με το υπό στοιχείο V.4 μέρος του αυτού λόγου επικαλείται ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την αξίωσή του για εύλογη αμοιβή, διέλαβε την πλεοναστική αιτιολογία ότι δεν υπήρξε καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης της οικονομικής εξάρτησης τούτου από αυτήν, αφού ο ίδιος διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις, και ειδικότερα ότι είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης με άλλη εταιρεία, από αυτές που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο, μέμφεται δε το Εφετείο ότι με την αιτιολογία αυτή παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 2α ν. 703/1977, την οποία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της, εφάρμοσε, αξιώνοντας λιγότερα ή άλλα στοιχεία από όσα το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως απαιτεί, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της αξιώσεώς του με βάση τη διάταξη αυτή, άλλως δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί υπέρογκης και εξοντωτικής ποινικής ρήτρας, που είχε τεθεί ως όρος των συμβάσεών του και καθιστούσε εμφανή την οικονομική του εξάρτηση από την πρώτη αναιρεσίβλητη, και ότι σε κάθε περίπτωση διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, αφού απέρριψε την αξίωσή του αυτή, ερειδόμενη στην επικουρική βάση από το άρθρο 2α ν. 703/1977, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ σε άλλο σημείο την απέρριψε ως μη νόμιμη λόγω μη ισχύος της ως άνω διατάξεως κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Οι ως άνω αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτες ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τη σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος για αποζημίωση λόγω διαφοράς μεταξύ εύλογης και συμφωνημένης αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 281, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 π.δ. 219/1991 και 919 ΑΚ, ουδόλως δε περιέλαβε στις διατάξεις αυτές και αυτή του άρθρου 2α ν. 703/1977, ώστε να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής της ή ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ούτε όφειλε να λάβει υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό για διάταξη που δεν εφάρμοσε.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπό στοιχείο V.5 μέρος του αυτού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ύψος των ετήσιων αποδοχών του στο ποσό των 19.500 ευρώ, που κρίθηκε ότι δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με τις εκ μέρους του παρεχόμενες υπηρεσίες, και επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο εφέσεως, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, τόσο ως προς τη διαμαρτυρία του για το ύψος των αποδοχών του όσο και ως προς το ύψος των λειτουργικών εξόδων του, τα ακόλουθα έγγραφα:
α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Κ. στα υπ' αριθμ. 184/2011 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, β) την 5920/2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Μ., γ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ. Κ., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 7059/2009 πρακτικά συνεδριάσεως σε υπόθεση άλλων διανομέων, δ) την ένορκη κατάθεση του αυτού μάρτυρα, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 6202/2010 πρακτικά συνεδριάσεως, και ε) τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την απόρριψη του ως άνω λόγου εφέσεως, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα όλα τα ως άνω έγγραφα, τα οποία μάλιστα ρητά μνημονεύει ένα προς ένα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 2α του Ν. 703/1977 απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδία στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Η διάταξη του άρθρου 2α καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 3784/2009, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 του ίδιου νόμου, τέθηκε σε ισχύ μετά πάροδο 30 ημερών από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (δημ. 7-8-2009), η διάταξη δε αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ, δεν καταλαμβάνει δηλαδή και περιπτώσεις παράνομων πράξεων που αντίκεινται στο άρθρο 2α ν. 703/1977 και έλαβαν χώρα πριν την κατάργησή του.
Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 ν. 3784/2009, σύμφωνα με την οποία "Για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, το άρθρο 2α του ν. 703/1977 εφαρμόζεται ως είχε προ της καταργήσεως του". Συνακόλουθα τούτων, εφόσον τα επικαλούμενα περιστατικά του δικαιώματος αποζημιώσεως που ασκεί ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή έλαβαν χώρα πριν την κατάργηση του ως άνω άρθρου, οι διατάξεις αυτού εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 2α ν. 703/1977, δεν είναι νόμιμη λόγω μη ισχύος της διατάξεως αυτής κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και κατόπιν αυτού, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την επικουρική αυτή βάση ως ουσιαστικά αβάσιμη, και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 2α ν. 703/1977, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 39 παρ. 1 ν. 3784/2009, και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, να προσδιορίζεται η ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και να αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του εναγομένου και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου, στο ν. 703/1977 "Μονοπώλια-Προστασία Ελ. Ανταγωνισμού" και στο άρθρο 2 αυτού, Καταχρηστική εκμετάλλευσις δεσποζούσης θέσεως, που καταργήθηκε, όπως εκτέθηκε παραπάνω, με το άρθρο 51 ν. 3959/2011, αλλά έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, οριζόταν, ότι "Απαγορεύεται η υπό μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καταχρηστική εκμετάλλευσις της δεσποζούσης θέσεως αυτών επί του συνόλου ή μέρους της αγοράς της χώρας.
Η καταχρηστική αύτη εκμετάλλευσις δύναται να συνίσταται ιδία: α) εις τον άμεσον ή έμμεσον εξαναγκασμόν προς καθορισμόν είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη ευλόγων όρων συναλλαγής. β) εις τον περιορισμόν της παραγωγής, της καταναλώσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, επί ζημία των καταναλωτών, γ) εις την εφαρμογήν ανίσων όρων δι` ισοδυνάμους παροχάς, ιδία εις την αδικαιολόγητον άρνησιν πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπον ώστε επιχειρήσεις τινές να τίθενται εις μειονεκτικήν εν τω ανταγωνισμώ θέσιν.
δ) εις την εξάρτησιν της συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, ή συνάψεως προσθέτων συμβάσεων αι οποίαι, κατά την φύσιν των ή συμφώνως προς τας εμπορικάς συνηθείας, δεν συνδέονται μετά του αντικειμένου των συμβάσεων τούτων. Στο άρθρο 2 του παρόντος απαλείφθηκε ο αριθμός 1, ως πρώτη παράγραφος και η παράγραφος 2 (που είχε προστεθεί με το άρθρο 16 του ν. 2000/1991) μετατράπηκε σε αυτοτελές άρθρο 2α αντικαθιστάμενο, όπως παρατίθεται κατωτέρω, δυνάμει της παρ. 2 άρθρ. 1 ν. 2296/1995 (Α 43).
Μετά το άρθρο 2 του ν. 703/1977 προστίθεται άρθρο 2α ως εξής: "Άρθρο 2α Απαγόρευση καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 703/1977 και του άρθρου 81 της Συνθ. Ε.Κ., απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων." Εξάλλου, η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας επιχειρηματικής θέσης, ως συμπεριφορά απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 703/1977, είναι παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και συνεπώς, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι του άρθρου αυτού, ο τρίτος που ζημιώνεται έχει αξίωση για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση.
Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες όσον αφορά στο αγωγικό αίτημα της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 ν. 703/1977, 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ και ήδη 101 ΣΛΕΕ, 914, 932 ΑΚ και απορρίφθηκε ως αόριστο με την προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα προσάπτει σ' αυτήν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την κρίση του το μεν δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που εξέθετε στην αγωγή του, το δε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις και απέρριψε το παραπάνω αίτημα.
Επί του παραπάνω αιτήματος και κατά το μέρος που αυτό στηρίζεται στις προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη στις ακόλουθες νομικές παραδοχές: "Η αγωγή κατά την επικουρική βάση της, που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η θεμελίωση της οποίας επιχειρείται στην αδικοπραξία της εναγομένης από την παράβαση των άρθρων 81 παρ. 1 της ΣυνθΕΚ και 1 του ν. 703/1977, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εκτίθενται τα παραπάνω περιστατικά του πραγματικού των διατάξεων αυτών και ειδικότερα οι ενάγοντες δεν αναφέρουν, ποια ακριβώς είναι η συμφωνία που κατάρτισε η εναγομένη, μεταξύ ποιων επιχειρήσεων έχει συναφθεί η συμφωνία αυτή, ποια είναι η εναρμονισμένη πρακτική που εφαρμόζει η εναγομένη, ποιες επιχειρήσεις συμμετέχουν σ' αυτήν και πώς μπορούν να επηρεάσουν (άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά) τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 81 ΕΚ, ούτε εκθέτουν πώς η συμπεριφορά της εναγομένης επηρέασε τη δική τους θέση στην αγορά και τους προκάλεσε ζημία, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει, αν η συμφωνία αυτή είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να προκαλέσει ηθική βλάβη στους ενάγοντες.", και κατόπιν αυτού απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Εξάλλου, το Εφετείο, κρίνοντας γενικότερα την αποδιδόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Και ναι μεν στις ένδικες συμβάσεις υπήρχαν όροι μη συμβατοί με τους κανόνες του ανταγωνισμού, όπως ορισμένη τιμή μεταπώλησης, όπως κρίθηκε με την 373/V/2007 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία επιβλήθηκε στην εναγομένη πρόστιμο για τις σχετικές παραβάσεις, η κατά της οποίας προσφυγή έγινε μερικώς δεκτή με την 559/2010 απόφαση ΔΕφΑ, καθορισθέντος του προστίμου, όπως αναφέρεται σ' αυτή, ωστόσο η ύπαρξη των όρων αυτών, τους οποίους είχαν αποδεχθεί οι ενάγοντες κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία των συμβάσεων, που έγινε για άλλους λόγους, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε με τις αγωγικές αξιώσεις τους, απορριπτομένου μετά ταύτα του αιτήματος των εναγόντων περί παραπομπής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ." και με τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης αντικείμενη στα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 146/1914, ούτε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε συμπεριφορά αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 919 ΑΚ, και κατόπιν αυτού απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το αίτημα του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και ως προς την επικουρική βάση, η θεμελίωση της οποίας επιχειρείται στην αδικοπραξία της πρώτης αναιρεσίβλητης από την παράβαση των άρθρων 81 παρ. 1 της ΣυνθΕΚ (ήδη 101 ΣΛΕΕ) και 1 του ν. 703/1977, πλην όμως την απέρριψε ως αόριστη για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω.
Κατά συνέπεια, έλαβε υπόψη τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά και το συναφή λόγο εφέσεως και ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τρίτος λόγος κατά τα υπό στοιχείο V.1α και β μέρη αυτού είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όχι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την επικουρική αυτή βάση της αγωγής, εφόσον στο δικόγραφο δεν περιέχονταν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που ήσαν απαραίτητα για τη θεμελίωση αξιώσεως προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για παράβαση των άρθρων 81 παρ. 1 της ΣυνθΕΚ (ήδη 101 ΣΛΕΕ) και 1 του ν. 703/1977.
Αντιθέτως, οι σχετικοί όροι των συμβάσεων που επικαλείται ο αναιρεσείων στο λόγο αυτό, όπως αυτοί εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ήσαν πρόσφοροι για τη θεμελίωση των λοιπών επικουρικών βάσεων της αγωγής, που είχαν ως αίτημα, πλην της αποζημιώσεως λόγω διαφοράς μεταξύ εύλογης και συμφωνημένης αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησε αυτός κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων, και την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για την αποδιδόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, και ορθά εκτιμήθηκαν από το Εφετείο ως θεμελιωτικά κατά νόμο αυτού του αιτήματος.
Κατά συνέπεια ο αυτός από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος, κατά το υπό στοιχεία V.1γ μέρος αυτού, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, με το αιτιολογικό ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή, πώς η συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης επηρέασε τη δική του θέση στην αγορά και του προκάλεσε ζημία, δεχόμενο έτσι έμμεσα ότι προϋπόθεση για την κατάφαση χρηματικής ικανοποιήσεως είναι η ύπαρξη περιουσιακής ζημίας, μέμφεται δε το Εφετείο με το υπό στοιχεία V.2 μέρος του τρίτου λόγου, ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με το να αξιώσει για την εφαρμογή του την πρόκληση περιουσιακής ζημίας.
Ωστόσο, ανεξαρτήτως του ότι και με την αιτιολογία αυτή το σχετικό αίτημα απορρίπτεται ως αόριστο και πλεοναστικά αναφέρεται η πρόκληση της ζημίας ως προϋπόθεση για τη χρηματική ικανοποίηση, εφόσον ανεπιτυχώς πλήττεται η κύρια αιτιολογία ως προς την άνω επικουρική βάση, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, που πλήττει την επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής.
Ο αναιρεσείων με το υπό στοιχεία V.3 μέρος του τρίτου λόγου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έκρινε ότι οι περιοριστικοί κατά τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 703/1977 όροι του ανταγωνισμού, που υπήρχαν στη σύμβασή του, προτάθηκαν εκ μέρους του ως συνδεόμενοι αιτιωδώς με την καταγγελία της συμβάσεώς του, ενώ η αναφορά στην αγωγή των όρων αυτών κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως συνδεόταν με την ουσιώδη παρεμπόδιση στην ανάπτυξη της επιχειρήσεώς του και τη βλάβη του μέλλοντός του και την εντεύθεν πρόκληση ηθικής βλάβης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο έκρινε ότι για τους αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής ήταν απορριπτέα λόγω αοριστίας, ενώ σε άλλο σημείο της αποφάσεώς του, κρίνοντας γενικότερα την αποδιδόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημιώσεως των αναιρεσειόντων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 914, 919 ΑΚ και 1 ν. 146/1914, και επομένως ούτε ηθικής βλάβης, πλην όμως, ενόψει του ότι είχε εκδοθεί η 559/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε περαιτέρω ότι, αν και στις ένδικες συμβάσεις υπήρχαν όροι μη συμβατοί με τους κανόνες του ανταγωνισμού, η ύπαρξη των όρων αυτών δεν συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία των συμβάσεων, ούτε με τις αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων, και απέρριψε μετά ταύτα το αίτημα τούτων για παραπομπή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ.
Κατά συνέπεια, η κρίση αυτή του Εφετείου συνδέθηκε με το αίτημα των εναγόντων για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, κατά πόσον δηλαδή οι ρήτρες που υπήρχαν στις συμβάσεις τους συνιστούσαν περιορισμό του ανταγωνισμού κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ.
Συναφώς προς τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων με τα υπό στοιχεία V.4 και 5 μέρη του τρίτου λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, ότι, υπό την εκδοχή ότι απέρριψε την αξίωσή του για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, την οποία και όφειλε να εφαρμόσει, εφόσον έχει παραδοχές ότι οι όροι της συμβάσεώς του συνιστούσαν σοβαρό περιορισμό του ανταγωνισμού.
Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερα τα μέρη του, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε τη σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος λόγω αοριστίας και όχι λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου, η αναφορά δε ότι οι όροι της συμβάσεώς του δεν ήσαν συμβατοί με τους κανόνες του ανταγωνισμού έγινε αποκλειστικά και μόνο για να απορριφθεί το αίτημα για παραπομπή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, και συνεπώς δεν υπήρξε θέμα εφαρμογής της αντίστοιχης διατάξεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
Τέλος, με το τελευταίο μέρος του τρίτου λόγου ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι με το να απορρίψει το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, το μεν ως αόριστο, το δε ως αβάσιμο λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον διέλαβε αντιφατικές, και πάντως ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αφορά στο κονδύλιο της ηθικής του βλάβης.
Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον το Εφετείο, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, απέρριψε το σχετικό κονδύλιο ως αόριστο και όχι ως αβάσιμο, και κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα αντιφατικών ή ασαφών αιτιολογιών.
Συνακόλουθα των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Οι αναιρεσίβλητες, ως ηττώμενες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του οικείου παραβόλου σ' αυτόν, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21 Νοεμβρίου 2014 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα Ι. Δ. Σ..
Αναιρεί εν μέρει για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την 6254/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος και τα ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον πρώτο αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ