Legislator Case Law & Legislation
1118/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against contract penalty, remanding case due to insufficient reasoning on disproportionality.

Case Number 1118/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's decision to enforce a contract penalty. The appellant argued the penalty was disproportionately high, but the court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific criteria for disproportionality under Article 409 of the Civil Code. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further examination with a new judge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 409 Civil Code; Art. 559(1) Civil Procedure Code: When a contract penalty is deemed disproportionately high, the court must explicitly consider specific factors such as the damage suffered by the creditor, the benefit to the debtor from non-performance, and the degree of fault, rather than relying solely on the penalty's magnitude relative to the contract value.

Keywords

AI generated
disproportionate penalty contract law civil procedure remand for retrial insufficient reasoning burden of proof Article 409 Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 409 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1118 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1118/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Ν. Α. ΑΤΤΕΒΕ", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταμόπουλο, που ανεκάλεσε την από 7-5-15 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Β.-ΟΤΙΣ ΑΒΕΤΕ", η οποία εδρεύει στην ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αϊντα Οικονόμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3110/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 26-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, "αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για την μόρφωση της δικαστικής του κρίσης, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την επέλευση ή όχι ζημίας και το ύψος αυτής, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.

Εξ αυτών προκύπτει, ότι ο αιτούμενος τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης, πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτησή του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους, να αποδείξει αυτά, ενώ δεν αρκεί μόνο το περιστατικό, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπησή τους), αμυνόμενη κατά της υπό κρίση αγωγής για καταβολή καταπεσούσας ποινικής ρήτρας, πρόβαλε κατ' ένσταση τον ισχυρισμό περί μειώσεως αυτής, που είχε συμφωνηθεί με την επίδικη σύμβαση έργου, καθόσον ήταν δυσανάλογα μεγάλη.

Προς στοιχειοθέτηση δε του ισχυρισμού της, περί δυσανάλογα μεγάλης ποινής, είχε ισχυριστεί, ότι το διεκδικούμενο ποσό ποινικής ρήτρας (49.303 ευρώ) είναι κατά πολύ μεγαλύτερο του τιμήματος της σύμβασης (26.412,32 ευρώ), ίσο με το σχεδόν διπλάσιο του εργολαβικού ανταλλάγματος, από δε την εκπρόθεσμη αποπεράτωση του έργου η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ουδέν άμεσο ή απώτερο επιβλαβές αποτέλεσμα υπέστη, όπως καταβολή ποινικής ρήτρας στον κύριο του έργου, ενώ η ίδια (εναγομένη-αναιρεσείουσα) ουδόλως ωφελήθηκε από τη μη εμπρόθεσμη παράδοσή του, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχτηκε την έλλειψη οποιουδήποτε πταίσματος της αναιρεσείουσας, λόγος για τον οποίο εξόφλησε το σύνολο σχεδόν του οφειλόμενου από τη σύμβαση εργολαβικού ανταλλάγματος, παρά το ότι είχε το συμβατικό δικαίωμα να παρακρατήσει από το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα την ποινική ρήτρα, αφήνοντας ανεξόφλητο μόνο ποσό 8.363,90 ευρώ, συνομολογώντας με τον τρόπο αυτό ότι το ως άνω ποσό ήταν το μέγιστο ποσό ποινικής ρήτρας που εδικαιούτο.

Τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, αρκούσαν για την ορισμένη θεμελίωση της επίμαχης ένστασης στις αναφερθείσες διατάξεις και εντεύθεν τη μόρφωση της δικαστικής κρίσεως περί υπέρμετρης ποινής.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του (στοιχ. 1.3), με το οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την παραπάνω ένσταση της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό που είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως στο Εφετείο. Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, ελέγχεται, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται, όμως, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο θα μειωθεί η ποινική ρήτρα. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με έγγραφη σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 1-8-1997 η ενάγουσα εταιρία, ενεργώντας με την ιδιότητα της αναδόχου του έργου της πρώην Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (Ε.Ο.Α.) ... ανέθεσε ως εργοδότρια, υπεργολαβικώς, στην εναγομένη εταιρία εργολάβο (υπεργολάβο) την εκτέλεση του έργου εγκατάστασης τριών (3) ανελκυστήρων στο υπό ανέγερση επί της ..., κτίριο, έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής των 9.000.000 δρχ. (26.412,33 €) πλέον του αντίστοιχου ΦΠΑ, σύμφωνα με τον όρο 2 του ως άνω συμφωνητικού.

Ο τρόπος δε, της πληρωμής της εργολαβικής αυτής αμοιβής, είχε συμφωνηθεί, με τον όρο 3 της συμβάσεως να γίνει σε τρεις φάσεις της εκτελέσεως του έργου ... Με τον όρο 4 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού είχε συμφωνηθεί ότι η έναρξη των εργασιών θα λάμβανε χώρα την επομένη της υπογραφής αυτού και η πλήρης και προσήκουσα αποπεράτωσή του θα έπρεπε να γίνει στις 10-11-1997, ενώ με τον όρο 4.1 συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση υπέρβασης της προαναφερόμενης προθεσμίας, θα κατέπιπτε σε βάρος της εργολάβου και υπέρ της εργοδότριας ποινική ρήτρα εκ δραχμών 200.000 για κάθε ημέρα υπαίτιας καθυστέρησης, ποσό το οποίο θα μπορούσε να παρακρατεί η εργοδότρια από το συμφωνημένο οικονομικό αντάλλαγμα της εργολάβου.

Με τον όρο 5 εξάλλου της εν λόγω συμβάσεως συμφωνήθηκε ότι η παράδοση του έργου από την εργολάβο προς την εργοδότρια θα γινόταν με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, το οποίο θα υπογραφόταν από τα συμβαλλόμενα μέρη και την τεχνική εταιρία της ΕΟΑ. Συμφωνήθηκε επίσης με τον ίδιο αυτό όρο ότι η εργοδότρια θα καλείτο από την εργολάβο με έγγραφη πρόσκληση δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την παράδοση και παραλαβή του έργου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη στην έναρξη των εργασιών για την εκτέλεση του έργου κατά τα συμφωνηθέντα με τον 4° όρο της συμβάσεως, ήτοι την επομένη της υπογραφής του ως άνω συμφωνητικού (2-8-1997), πλην όμως δεν αποπεράτωσε αυτό στην συμφωνηθείσα με τον όρο αυτό ημερομηνία της 10-11-1997, καταστάσα έτσι υπερήμερη με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής της ως άνω δήλης ημέρας, ενώ δεν επικαλέσθηκε πρωτοδίκως κατ' ένσταση ότι η υπέρβαση εκ μέρους της άνω συμφωνηθείσης ημερομηνίας οφείλεται σε κάποιο γεγονός για το οποίο αυτή δεν υπείχε ευθύνη, ώστε να αίρεται, ...

η υπερημερία της, αλλά αντίθετα, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αρνούμενη την αγωγή, ισχυρίσθηκε όλως αορίστως ότι το έργο αποπερατώθηκε πριν τις 10-11-1997, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά ούτε και να αποδεικνύει την έγκαιρη παράδοση αυτού. Ενόψει των παραπάνω επήλθε η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας σε βάρος της εναγομένης εργολάβου, εφόσον αυτή υπερέβη την προαναφερθείσα ημερομηνία για την αποπεράτωση του έργου, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, με διαφορετική έστω εν μέρει αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, όσα δε, αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη - εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεως είναι αβάσιμα, απορριπτομένου ως αβασίμου του λόγου αυτού.

Περαιτέρω από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση της αποπεράτωσης του έργου διήρκησε επί 84 ημέρες, ήτοι μέχρι τις 3-2-1998, όπως αβάσιμα η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή.... αποδεικνύεται ότι η καθυστέρηση αποπερατώσεως του έργου διήρκησε επί 73 ημέρες, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, όσα δε, αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα - εκκαλούσα με τον σχετικό (τέταρτο) λόγο της εφέσεως είναι αβάσιμα, απορριπτομένου ως αβασίμου στο σύνολό του του λόγου αυτού της εφέσεως.

Κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων η εναγομένη όφειλε ως ποινική ρήτρα το ποσό των 200.000 δρχ. ημερησίως, ήτοι 586,94 €, συνολικά δε για τις 73 ημέρες καθυστέρησης (από 30-11-1997 έως 23-1-1998) όφειλε το ποσό των 42.846,62 € ή 14.599.985 δρχ. Λαμβανομένων δε, υπόψη ότι η αξία της αντιπαροχής ως αμοιβή της εναγομένης για το εκτελεσθέν έργο ανερχόταν σε 9.000.000 δρχ.

ή 26.412,33 €, ήτοι 280.98 € ημερησίως (9.000.000/94 ημέρες, που αποτελούσε το συμβατικό χρόνο εκτέλεσης του έργου ίσον 95.744,68 δρχ.), της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων και της έκτασης της συμβατικής παράβασης - ενώ η ενάγουσα ουδόλως επικαλέσθηκε με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της σε απάντηση της ένστασης της εναγόμενης περί μειώσεως της ποινής, ούτε με την αγωγή, ούτε ανταπέδειξε την επέλευση συγκεκριμένης σ' αυτήν ζημίας και το ύψος αυτής ούτε ανταπέδειξε συγκεκριμένη ωφέλεια της εναγομένης από την μη έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής της - το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνηθείσα ως άνω ποινική ρήτρα ήταν υπέρμετρη, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών (δευτέρου και πέμπτου) λόγων της εφέσεως της ενάγουσας.

Εσφαλμένα όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινική ρήτρα έπρεπε να μειωθεί στο ποσό των 200 Ευρώ ημερησίως ήτοι ορίζοντας αυτή στο ποσοστό 71% του ημερήσιου εργολαβικού ανταλλάγματος (280 X 71% = 200 περίπου) όπως βάσιμα η εναγομένη - εκκαλούσα παραπονείται με τον σχετικό (τρίτο) λόγο της εφέσεώς της.

Ενόψει όλων των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ποινική ρήτρα πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 5.110 € (1.741.232,5 δρχ.) ήτοι, ίση με το ποσοστό 25% του εργολαβικού ανταλλάγματος (280 X 25% X 73 ημέρες) των 9.000.000 δρχ. γενομένου εν μέρει δεκτού ως βάσιμου του ως άνω λόγου έφεσης της εναγομένης ... .

Το ως άνω ποσό οφείλει να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα νομιμοτόκως, ως προς το παρεπόμενο δε αυτό αίτημα της αγωγής η ενάγουσα επικαλείτο ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό της ποινικής ρήτρας από τις 3-2-1998 "ημεροχρονολογία κατά την οποία την όχλησε προς τούτο", άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Δεν αποδείχθηκε όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι την ημερομηνία αυτή που έγινε το πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής του έργου η ενάγουσα όχλησε την εναγομένη για την ποινική ρήτρα. Ορθά επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι το οφειλόμενο στην ενάγουσα ποσό για την καταπεσούσα ποινική ρήτρα οφείλεται νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, μη αποδειχθείσης οχλήσεως της εναγομένης για την αιτία αυτή σε χρόνο προγενέστερο της αγωγής, απορριπτομένου ως αβασίμου του έκτου και τελευταίου λόγου της εφέσεως της ενάγουσας, ενώ απαραδέκτως αυτή με τον ίδιο λόγο επικαλείται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως προς την οφειλή των τόκων τη δήλη ημέρα που η εναγομένη κατέστη υπερήμερη (10-11-1997) για την παράδοση του έργου, εφόσον τέτοιο αίτημα υπερημερίας για τους τόκους δεν υπήρχε στην αγωγή, τους οποίους κατά τα προαναφερθέντα η ενάγουσα ζητούσε "από της οχλήσεως".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, (που, κατ' αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που ακολούθως δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης) κρίνοντας, σύμφωνα με το συναγόμενο νοηματικό τους περιεχόμενο, ότι μεταξύ των κριτηρίων για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως περί υπέρμετρης ποινής μπορεί να συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η επέλευση ζημίας στο δανειστή, καθώς και η ωφέλεια του οφειλέτη από τη μη εμπρόθεσμη εκπλήρωση της παροχής, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με μέρος (στοιχ. 1.4) του πρώτου λόγου της αιτήσεώς της, με το οποίο μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Όμως, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την εξειδίκευση της εννοίας του προσήκοντος μέτρου της ποινής, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 409 ΑΚ. Ειδικότερα, για το σχηματισμό της σχετικής κρίσεως, αρκέστηκε μόνο στο κριτήριο του μεγέθους της ποινής σε σχέση με το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος, ενώ αορίστως αναφέρθηκε στην οικονομική κατάσταση των διαδίκων και την έκταση της συμβατικής παράβασης, περί των οποίων δεν διέλαβε περιστατικά που να τις στοιχειοθετούν, χωρίς επίσης να εκθέσει περιστατικά, αναφορικά με τον βαθμό του πταίσματός της αναιρεσίβλητης οφειλέτριας (σε σχέση μάλιστα με τα προταθέντα από αυτήν) και τέλος, εξάρτησε την μη παραδοχή περιστατικών, αναφορικά με την έλλειψη άμεσου ή απώτερου επιβλαβούς αποτελέσματος για την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) από την εκπρόθεσμη αποπεράτωση του έργου, καθώς και την έλλειψη ωφέλειας της αναιρεσίβλητης από τη μη εμπρόθεσμη παράδοσή του, από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβη σε ανταπόδειξη τέτοιων περιστατικών, επιρρίπτοντας με τον τρόπο αυτό στην αναιρεσείουσα το (αντικειμενικό) βάρος αποδείξεως του επίμαχου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, στοιχειοθετούνται οι αντίστοιχες με τους αρ. 19 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη, κατά τα λοιπά, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχ. 1.1 και 1.2), ο οποίος κατά το μέρος αυτό είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστή άλλο, εκτός εκείνου που δίκασε. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 395/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ