Legislator Case Law & Legislation
1118/2011 AI generated

1118/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1118/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1118/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μεταξύ των τελευταίων αυτών διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 8 παρ.1 ν.δ.886/1971, με την οποία ορίζεται ότι: "1. Τα υπό των οικοδομικών συνεταιρισμών κτώμενα επί σκοπώ οικιστικής εξυπηρετήσεως των μελών αυτών ακίνητα απαγορεύεται να μεταβιβάζωνται εις τρίτους μη συνεταίρους. Αι κατά παράβασιν της διατάξεως ταύτης μετά του συνεταιρισμού συναπτόμεναι δικαιοπραξίαι είναι άκυροι" (Α.Π. 1176/1997).

Keywords

AI generated
acquisition of possession access to property letting, sale, transfer abandonment of expropriation ownerless property attachment of real property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1118 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1118/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. ή Έ. Η. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Τσέλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Ι., 2) Κ. Σ. του Ι. και 3) Κ. συζύγου Κ. Π., το γένος Ι. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μητσού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 239/2003 μη οριστική και 245/2007 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 3-4-2009 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αρεοπαγίτη Χαραλάμπους Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση αλλά είναι απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αυτές (Α.Π. 1291/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τη .../17-2-1995 ένορκη βεβαίωση της Γ. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου, την οποία αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και από την οποία προέκυπτε ότι οδηγήθηκε στην υπογραφή του προσυμφώνου την εκτέλεση του οποίου ζήτησαν με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι από ανάγκη και απειρία, την οποία γνώριζε και εκμεταλλεύθηκε η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν ρητή διαβεβαίωση ότι το εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν για την άμεση ή έμμεση απόδειξη των θεμάτων που τάχθηκαν σε βάρος τους" αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της, όπως αυτές παρατίθενται κατωτέρω, προκύπτει αδιστάκτως ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση (την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε ως έχουσα αριθμό .../17-2-1995).

Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του π.δ. 17/1984 (16-1-1984) είχαν εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και δεν είχαν διαλυθεί μέχρι τη δημοσίευση του π.δ. 93/1987 (16-4-1987) και ως προς τους οποίους τόσο από το πρώτο όσο και από το δεύτερο από τα προεδρικά αυτά διατάγματα δεν προβλέπεται η υποχρέωση προσαρμογής των καταστατικών τους στις διατάξεις αυτών αλλά μόνο η υποβολή στη διοίκηση εκθέσεως πεπραγμένων μετά την έγκριση του ρυμοτομικού τους σχεδίου και προγράμματος ολοκληρώσεως των έργων υποδομής μέσα στην έκτασή τους (άρθρο 24 π.δ. 93/1987 και άρθρο 10 παρ.3 του καταργηθέντος π.δ. 17/1984), δεν διέπονται κατ' αρχήν από τις ειδικές διατάξεις του π.δ.17/1984 και ήδη του π.δ. 93/1987 και εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τις υπαγορευμένες από τις προϊσχύσαντες νόμους ρυθμίσεις των εγκεκριμένων καταστατικών τους, γιατί αλλιώς δεν θα είχε πρακτική σημασία η απαλλαγή τους από την υποχρέωση αναμορφώσεως των καταστατικών τους.

Τυχόν αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο να διατηρείται ολόκληρο πλέγμα καταστατικών διατάξεων ανεφάρμοστων και ο συνεταιρισμός να λειτουργεί με κανόνες άσχετους προς τις ρυθμίσεις του καταστατικού. Μετά δε την κατάργηση του ν. 602/1915 με το άρθρο 17 παρ.3 ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις", στην παρ.4 του οποίου (άρθρου 17 ν. 1667/1986) ορίζεται ότι οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί διέπονται και από την ισχύουσα γι' αυτούς νομοθεσία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύουν κατ' αρχήν για τους συνεταιρισμούς αυτούς οι διατάξεις της περί αστικών συνεταιρισμών νομοθεσίας και οι μη καταργηθείσες (ρητώς ή σιωπηρώς) διατάξεις των νομοθετημάτων που εκδόθηκαν κατά το παρελθόν και που αφορούσαν και τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς.

Μεταξύ των τελευταίων αυτών διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 8 παρ.1 ν.δ.886/1971, με την οποία ορίζεται ότι: "1. Τα υπό των οικοδομικών συνεταιρισμών κτώμενα επί σκοπώ οικιστικής εξυπηρετήσεως των μελών αυτών ακίνητα απαγορεύεται να μεταβιβάζωνται εις τρίτους μη συνεταίρους. Αι κατά παράβασιν της διατάξεως ταύτης μετά του συνεταιρισμού συναπτόμεναι δικαιοπραξίαι είναι άκυροι" (Α.Π. 1176/1997).

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι με αυτήν απαγορευόταν η κατάρτιση δικαιοπραξιών με τις οποίες μεταβιβάζονταν από το συνεταιρισμό σε τρίτους ακίνητα που αποκτήθηκαν από αυτόν για την οικιστική εξυπηρέτηση των μελών του και όχι η κατάρτιση δικαιοπραξιών με τις οποίες μεταβιβάζονταν από τα μέλη του συνεταιρισμού σε τρίτους τα ακίνητα που επρόκειτο να περιέλθουν στα μέλη του συνεταιρισμού, μετά τη διανομή και κλήρωση της μείζονος ανήκουσας στο συνεταιρισμό εδαφικής εκτάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και στη συμπροσβαλλόμενη προδικαστική απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασαν διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι η μεν συμπροσβαλλόμενη δέχθηκε ως νόμιμη, η δε προσβαλλόμενη ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων [με την οποία είχαν ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) έχει υποχρέωση συμπράξεως στην κατάρτιση οριστικής συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως προς εκείνους του περιγραφομένου ακινήτου που περιήλθε σ' αυτήν με κλήρωση από τον οικοδομικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Διδασκάλων Ρόδου "Ο Απόλλων" Συν.Π.Ε." του οποίου ήταν μέλος, την οποία υποχρέωση είχε αναλάβει δυνάμει του αναφερόμενου προσυμφώνου που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και της κληρονομηθείσης από εκείνους μητέρας τους] κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 8 παρ.1 ν.δ. 886/1971, με την οποία ορίζεται ότι είναι απαγορευμένη η ανωτέρω δικαιοπραξία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, με την πιο πάνω διάταξη δεν απαγορευόταν η μεταβίβαση από τα μέλη του συνεταιρισμού σε τρίτους των ακινήτων που επρόκειτο να περιέλθουν στα μέλη, μετά τη διανομή και κλήρωση της μείζονος ανήκουσας στο συνεταιρισμό εδαφικής εκτάσεως.

Από τη διάταξη του άρθρου 179 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 178 και 180 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, είναι η σύμβαση με την οποία το ένα από τα συμβαλλόμενη μέρη, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ωφελήματα που κατά το χρόνο της συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή.

Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των ιδίων πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η κατάσταση που συνεπάγεται κίνδυνο της ζωής, της υγείας και της ελευθερίας, καθώς και η οικονομική ανάγκη του συμβαλλομένου, αρκεί να είναι επιτακτική.

Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 Α.Κ., γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από το συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν πιο πάνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.

Ειδικότερα φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 80/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με το .../1964 προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Παπανικήτα, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πουλήσει και μεταβιβάσει στη μητέρα των εναγόντων Μ. Σ.

το ακίνητο που επρόκειτο να περιέλθει σ' αυτή (εναγομένη) ύστερα από διανομή και κλήρωση έκτασης που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ρόδου, και ανήκει κατά κυριότητα στον οικοδομικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Διδασκάλων Ρόδου Ο Απόλλων Συν.Π.Ε.' ", μέλος του οποίου ήταν η εναγομένη αντί εικονικού τιμήματος 10.000 δραχμών και πραγματικού 27.000 δραχμών, που καταβλήθηκε ολοσχερώς από τη μητέρα τους, πριν από την υπογραφή του προσυμφώνου, ως αρραβώνας.

Με ρητούς όρους του προσυμφώνου αυτού συμφωνήθηκε ότι: (α) Η οριστική σύμβαση θα καταρτισθεί μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση στο Κτηματολόγιο Ρόδου στο όνομα της εναγομένης του συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου που θα περιέλθει σ' αυτήν ύστερα από διανομή και κλήρωση, και σε κάθε περίπτωση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση σε μία από τις συμβληθείσες της πράξης κατάθεσης στο συμβολαιογράφο του πιστοποιητικού του Κτηματολογίου Ρόδου με το οποίο θα αποδεικνύεται η παραπάνω μεταγραφή.

Καταληκτικό χρονικό σημείο, αν τυχόν δεν συμφωνήσουν οι αντισυμβαλλόμενες για την προσέλευση της εναγομένης προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου καθορίστηκε η ώρα 12 της τελευταίας ημέρας του μήνα και (β) σε περίπτωση μεταμέλειας και μη προσέλευσης της μητέρας των εναγόντων για τη σύνταξη της οριστικής σύμβασης, ο αρραβώνας αυτός θα καταπέσει υπέρ της εναγομένης, ενώ σε περίπτωση μεταμέλειας της τελευταίας, αυτή θα υποχρεούται να επιστρέψει τον αρραβώνα στο διπλάσιο.

Τέλος δε σε περίπτωση ματαίωσης της υπογραφής της οριστικής σύμβασης το αναίτιο μέρος έχει δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά την εκτέλεση της κύριας σύμβασης, στην οποία και αποκλειστικά απέβλεψαν οι συμβαλλόμενες. Η μητέρα των εναγόντων, έχοντας την πληροφορία ότι ο ως άνω συνεταιρισμός επρόκειτο να διανείμει τα ακίνητα στα μέλη του, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, καθώς και ότι η εναγομένη δήλωνε ότι δεν επρόκειτο να συμμορφωθεί προς την από το προσύμφωνο υποχρέωσή της (κατάρτιση οριστικής σύμβασης), με εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της που επέδωσε στην εναγομένη την 26-10-1989, την κάλεσε να διευκρινίσει τις προθέσεις της ως προς τη σύναψη της οριστικής σύμβασης.

Με εξώδικη απάντηση που επιδόθηκε στη μητέρα των εναγόντων την 18-1-1990, η εναγομένη δήλωσε ρητά ότι δεν επρόκειτο να υπογράψει την οριστική σύμβαση, επικαλουμένη ότι η περιεχόμενη στο προσύμφωνο σύμβαση οφειλόταν στην εκ μέρους της αγοράστριας εκμετάλλευση της ανάγκης και της απειρίας της, καθώς και σε πλάνη της (εναγομένης) αφενός ως προς το χρόνο μεταβίβασης σ' αυτήν του οικοπέδου από το συνεταιρισμό και αφετέρου ως προς τις ανελθούσες στο μεταξύ στο ύψος των 157.000 δραχμών εισφορές της προς αυτόν για την απόκτηση του οικοπέδου (που είχε αναλάβει με το προσύμφωνο την υποχρέωση να μεταβιβάσει), συγχρόνως δε προσέφερε σ' αυτήν (μητέρα των εναγόντων) το ποσό των 20.000 δραχμών ως το διπλάσιο του καταβληθέντος αρραβώνα, το οποίο όμως η τελευταία αρνήθηκε να εισπράξει και γι' αυτό η εναγομένη προέβη σε δημόσια κατάθεση του ποσού αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκων και Δανείων υπέρ της μητέρας των εναγόντων ... .

Η με την εξώδικη δήλωση αυτή επίκληση περιστατικών σχετικών με την ακυρότητα (εκμετάλλευση ανάγκης και απειρίας) αλλά και την κατ' άρθρο 388 Α.Κ. λύση της ένδικης σύμβασης, συνιστούν από μέρους της εναγομένης αμφισβήτηση το μεν της εγκυρότητας, το δε της ισχύος της περιεχομένης στο προσύμφωνο σύμβασης, ικανή να στηρίξει το έννομο συμφέρον των υπεισελθόντων στη θέση της αντισυμβαλλομένης της, λόγω καθολικής διαδοχής, εναγόντων, για τη δικαστική επιδίωξη της αναγνώρισης του απορρέοντος από αυτήν δικαιώματός τους.

Περαιτέρω, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εναγομένη με την ως άνω εξώδικη δήλωση επιχείρησε να ασκήσει υπαναχώρηση από τη σύμβαση και η πρόθεσή της αυτή, πέρα από τη δήλωσή της ότι δεν θα εκτελέσει την παροχή που τη βαρύνει, καταδεικνύεται και από την επιστροφή του αναγραφόμενου στο ως άνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο ποσού αρραβώνος ύψους 10.000 δραχμών στο διπλάσιο, η οποία προβλεπόταν από τη σύμβαση στην περίπτωση που η πωλήτρια δεν θα μεταβίβαζε την κυριότητα του λαχόντος σ' αυτήν ακινήτου.

Οι αναφερόμενοι όμως στη δήλωσή της αυτή λόγοι, και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν μπορούν κατ' αρχήν να θεμελιώσουν από μέρους της εναγομένης την επιφέρουσα "ex tunc" λύση της ένδικης σύμβασης με άσκηση δικαιώματος νόμιμης υπαναχώρησης, αφού τούτο δικαιολογείται μόνο μετά από επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 382 ή 383 του Α.Κ. (υπαίτια αδυναμία παροχής ή υπερημερία).

Σε καμιά δε περίπτωση δεν μπορεί στην υπό κρίση περίπτωση να θεωρηθεί ότι η εναγομένη με τη δήλωσή της αυτή άσκησε παρεχόμενο από τη σύμβαση δικαίωμα υπαναχώρησης με ταυτόχρονη καταβολή ποινής (398 Α.Κ.), διότι ο παραπάνω προβλεπόμενος από το προσύμφωνο αρραβώνας έχει αναμφίβολα επιβεβαιωτικό χαρακτήρα (άρθρα 402 και 403 Α.Κ.), καθόσον στο ως άνω προσύμφωνο ρητά αναφέρεται επίσης ότι διαζευκτικά με την κατάπτωση του αρραβώνα περέχεται στο αναίτιο μέρος η ευχέρεια να αξιώσει την εκτέλεση της σύμβασης στην οποία τα μέρη απέβλεψαν ... .

Περαιτέρω ... αποδείχθηκε ότι την 7-12-1997 έγινε η κλήρωση των προς διανομή ακινήτων του οικοδομικού συνεταιρισμού, κατά την οποία στην εναγομένη κληρώθηκε το με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο από "Ρόδος-Μάης 1997" τοπογραφικό διάγραμμα οικόπεδο επιφανείας 300 τ.μ. που αποτελεί τμήμα του ακινήτου που φέρεται καταχωρημένο με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 1, φύλλο 90, μερίδα 116 και φάκελο 105 γαιών Ρόδου, ενώ την 10-2-1999 πέθανε η μητέρα των εναγόντων, της οποίας μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά το 1/3 έκαστος σε όλη την κληρονομιαία περιουσία της είναι οι ενάγοντες, οι οποίοι, μετά απ' αυτό υπεισήλθαν κατ' ίσο ποσοστό ο καθένας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το ως άνω προσύμφωνο.

Το πραγματικό δε, καταβληθέν κατά την υπογραφή του προσυμφώνου το έτος 1964, τίμημα των 27.000 δραχμών ανταποκρινόταν τότε στην αξία του μέλλοντος να μεταβιβασθεί ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη ότι η αξία της συνεταιριστικής μερίδας το έτος 1961 ανερχόταν στο αναγραφόμενο στο ως άνω προσύμφωνο ποσό των 10.000 δραχμών.

Το τίμημα του ακινήτου εκτάσεως 87.240 τ.μ., πλέον ενός διπλανού ακινήτου 100 τ.μ. με διώροφη οικία, που προς εξυπηρέτηση του σκοπού του αγόρασε ο συνεταιρισμός το έτος 1961, ανήλθε συνολικά στο ποσό των 360.000 δραχμών, δηλαδή τέσσερις περίπου δραχμές το τ.μ. Η πώληση του ακινήτου στη μητέρα των εναγόντων το 1964 θεωρείται επιτυχής, αφού εντός τριών ετών απέδωσε σ' αυτή πάνω από το διπλάσιο της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας.

Έτσι στην υπό κρίση περίπτωση, ενόψει των περιστάσεων που παραπάνω εκτέθηκαν, μεταξύ του καταβληθέντος τιμήματος ύψους 27.000 δραχμών και της αξίας του μέλλοντος να μεταβιβασθεί πράγματος (ακινήτου) κατά το χρόνο συνάψεως της σύμβασης, δεν υπήρχε ουδεμία δυσαναλογία της παροχής και αντιπαροχής κατά την έννοια του άρθρου 179 Α.Κ.

και ειδικότερα μεταξύ των συμβαλλομένων δεν συνομολογήθηκε παροχή που, κατά την αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου ... .

Ανεξάρτητα όμως από το ότι δεν υπήρχε δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, πρέπει να αναφερθεί ότι ... η εναγομένη κατά το χρόνο ιδρύσεως του συνεταιρισμού το έτος 1960 ήταν δασκάλα εν ενεργεία και ιδρυτικό μέλος του ως άνω συνεταιρισμού διδασκάλων. Είχε επομένως γνώση και ικανότητα συναλλαγής, αφού με την ιδιότητα του ιδρυτικού μέλους συνέβαλε στην αγορά του διανεμητέου στα μέλη του συνεταιρισμού ακινήτου.

Πέραν τούτου ο πατέρας της απεβίωσε το έτος 1962, δύο έτη πριν την υπογραφή του προσυμφώνου, ενώ δεν αποδείχθηκε αν εξαιτίας της ασθένειας του πατέρα της είχε δανειστεί, σε ποιο ύψος ανερχόταν το χρέος της κατά τη σύναψη της σύμβασης και ποιοι ήσαν οι δανειστές της". Με βάση τις παραδοχές αυτές και μετά την απόρριψη και των λοιπών ενστάσεων της αναιρεσείουσας για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω, το εφετείο (το οποίο με τη συμπροσβαλλόμενη προδικαστική του απόφαση είχε κάνει κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση κατά ένα μέρος της) με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή κατά το μέρος που είχε κριθεί νόμιμη, αναγνώρισε δε ότι η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση συμπράξεως στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως στους αναιρεσιβλήτους του προαναφερθέντος ακινήτου.

Έτσι κρίνοντας το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απορρίψεως του παραδεκτά προταθέντος πρωτοδίκως και επαναφερθέντος ενώπιόν του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της ίδιας και της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων με το προαναφερθέν συμβολαιογραφικό προσύμφωνο ήταν άκυρη ως αισχροκερδής.

Ειδικότερα με επάλληλη αιτιολογία το εφετείο δέχθηκε ότι ούτε ανάγκη ή απειρία της αναιρεσείουσας συνέτρεχε ούτε η παροχή αυτής τελούσε σε προφανή δυσαναλογία προς την αντιπαροχή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων. Γι' αυτό ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 7/2002, 8/2001, Α.Π. 815/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των από 19-9-2000 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, τον οποίο στη συνέχεια παραδεκτά επανέφερε και ενώπιον του εφετείου, ισχυρίστηκε:

Ότι ενώ το επίμαχο προσύμφωνο καταρτίστηκε το έτος 1964, μέχρι το χρόνο υποβολής των προτάσεών της, οπότε είχε παρέλθει χρόνος μείζων των 36 ετών, χωρίς δική της υπαιτιότητα δεν έγινε μεταβίβαση του αναλογούντος στη συνεταιρική της μερίδα οικοπέδου. Ότι η φερόμενη ως δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, μέχρι την επίδοση σ' αυτήν (την αναιρεσείουσα) της από 16-10-1989 εξώδικης δηλώσεως-προσκλήσεως, δεν είχε πράξει απολύτως τίποτα ούτε την είχε οχλήσει για την εκτέλεση του προσυμφώνου ή την εξασφάλιση του υποτιθέμενου δικαιώματός της, δηλαδή είχαν παρέλθει 25 έτη πλήρους αδράνειας εκ μέρους της, γεγονός που είχε δημιουργήσει σ' αυτήν (την αναιρεσείουσα) την ακλόνητη πεποίθηση ότι εκείνη (η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) δεν επρόκειτο να ασκήσει το εκ του προσυμφώνου τυχόν υπάρχον δικαίωμά της.

Ότι για το λόγο αυτό μόλις εκείνη της επέδωσε την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή της, αυτή (η αναιρεσείουσα) της επέδωσε την από 27-12-1989 εξώδικη δήλωση, με ταυτόχρονη παρακατάθεση στο διπλάσιο του ληφθέντος ποσού των 10.000 δραχμών. Ότι μετά ταύτα μεσολάβησε διάστημα τεσσάρων και πλέον ετών, μέχρις ότου η ανωτέρω αντισυμβαλλομένη στο προσύμφωνο κατέθεσε την από 16-3-1994 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να της παρασχεθεί η άδεια συντηρητικής κατασχέσεως της περιουσίας της μέχρι το ποσό των 50.000.000 δραχμών.

Ότι η προηγηθείσα συμπεριφορά εκείνης και των φερόμενων ως διαδόχων της αναιρεσιβλήτων όχι μόνο δεν δικαιολογεί τη μεταγενέστερη άσκηση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος αλλά γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι που να προκαλείται το συναίσθημα της κοινωνικής αδικίας σε βάρος της (της αναιρεσείουσας), αφού προβάλλουν απαίτηση 42.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ καταβλήθηκε σ' αυτήν μόνο ποσό 10.000 δραχμών, τις οποίες απέδωσε στο διπλάσιο.

Ζήτησε δε να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αγωγή. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι μόνη η αδράνεια των αναιρεσιβλήτων και της δικαιοπαρόχου τους και η καλόπιστη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν το δικαίωμά τους, δεν καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε επί πλέον συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αδράνεια συνοδευόταν από ειδικές περιστάσεις που συνδέονταν με προηγούμενη συμπεριφορά των δικαιούχων και ότι οι ίδιοι, μεταβάλλοντας τη στάση τους, επιχειρούν ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντά της επιπτώσεις.

Εξάλλου τα αναφερόμενα περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων να της χορηγηθεί άδεια συντηρητικής κατασχέσεως για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς της και περί προσδιορισμού της απαιτήσεως αυτής σε 42.000.000 δραχμές, δεν αφορούν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, με την οποία ζητείται η εκτέλεση του προσυμφώνου.

Συνεπώς το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, κατά το μέρος του κατά το οποίο κρίθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός νόμιμος και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, είναι εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθεί η αιτιολογία της στο σχετικό σημείο της με την παρούσα (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι απορρίπτοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό της, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και στερείται νομίμου βάσεως διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κατ' ουσία απόρριψη του ισχυρισμού της αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 388 εδ.α Α.Κ. αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της συμβάσεως εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη.

Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της συμβάσεως, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι:

α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δε μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.

Επομένως, για να είναι νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτιθέμενη διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή είτε με ένσταση, προκειμένου να αποκρουσθεί η αγωγή εκτελέσεως της συμβάσεως, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή αναφορά όλων των ανωτέρω στοιχείων που απαιτεί ο νόμος (Α.Π. 678/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των από 19-9-2000 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, τον οποίο στη συνέχεια παραδεκτά επανέφερε και ενώπιον του εφετείου, ισχυρίσθηκε:

Ότι η υπογραφή του προσυμφώνου οφείλεται και σε πλάνη της όσον αφορά το χρόνο μεταβιβάσεως του οικοπέδου σ' αυτήν και τις υποχρεώσεις που θα είχε προς τον οικοδομικό συνεταιρισμό προκειμένου να αποκτήσει το αντίστοιχο με τη συνεταιρική μερίδα της οικόπεδο το οποίο ανέλαβε με το προσύμφωνο να μεταβιβάσει στη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων.

Ότι συγκεκριμένα πίστευε τότε, σύμφωνα και με τις διαβεβαιώσεις των διοικούντων το συνεταιρισμό, ότι το οικόπεδο αυτό θα της μεταβιβαζόταν μέσα σε τρία έτη περίπου, ήτοι μέχρι το 1967, και ότι οι υποχρεώσεις της προς το συνεταιρισμό θα ήταν ελάχιστες σε σύγκριση με το ποσό των 10.000 δραχμών που της καταβλήθηκε τότε και γι' αυτό, πιεζόμενη και από τη γνωστή στην αντισυμβαλλόμενή της προαναφερθείσα ανάγκη, υπέγραψε το προσύμφωνο.

Ότι κατά το χρόνο υποβολής των προτάσεών της όμως, ήτοι 36 έτη μετά την υπογραφή του προσυμφώνου, οπότε αυτή έχει καταβάλει 1.457.000 δραχμές στο συνεταιρισμό για την απόκτηση του εν λόγω οικοπέδου, είναι προφανές ότι δεν θα υπέγραφε τη σύμβαση αυτή, αν γνώριζε ότι για να εισπράξει 10.000 δραχμές το 1964, θα πλήρωνε 1.457.000 δραχμές μέχρι το χρόνο υποβολής των προτάσεών της, διότι προφανώς το ποσό αυτό θα αυξηθεί μέχρι να γίνει η μεταβίβαση των οικοπέδων.

Ζήτησε δε να λυθεί εξ ολοκλήρου η καταρτισθείσα σύμβαση, δηλαδή το προσύμφωνο. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι: α) τα γεγονότα ότι το οικόπεδο που αντιστοιχούσε στη συνεταιρική μερίδα της αναιρεσείουσας δεν της μεταβιβάστηκε μέσα σε τρία έτη, όπως τη διαβεβαίωναν οι διοικούντες το συνεταιρισμό, και το ότι η αναιρεσείουσα πίστευε ότι θα κατέβαλε μικρότερα ποσά για εισφορές από εκείνα που πράγματι κατέβαλε, δεν συνιστούν απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 388 Α.Κ., β) παρά τη γενική επίκληση ότι επήλθε μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως η αναιρεσείουσα και η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων στήριξαν τη σύναψη του προσυμφώνου, εν τούτοις τα περιστατικά που επικαλείται στη συνέχεια η αναιρεσείουσα για τη συγκεκριμενοποίηση της γενικής αυτής επικλήσεως (πάροδος χρονικού διαστήματος κατά πολύ μεγαλύτερου του αναμενομένου από αυτήν και καταβολή εισφορών κατά πολύ ανωτέρων των αναμενομένων από αυτήν) αφορούν μόνο την ίδια και ειδικότερα τα παραγωγικά της βουλήσεώς της αίτια.

Όλα αυτά ανεξαρτήτως του ότι η επίκληση καταβολής ποσού 1.457.000 δραχμών μέσα σε διάστημα 36 ετών είναι αόριστη εφόσον, εξαιτίας της μη συγκεκριμένης αναφοράς του χρόνου και του ύψους εκάστης επί μέρους καταβολής, δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της πραγματικής αξίας των καταβολών σε σχέση προς το συμφωνημένο τίμημα του οικοπέδου που θα μεταβιβαζόταν (δεδομένου ότι ήταν εντελώς διαφορετική η αξία αυτή στην αρχή του ανωτέρω χρονικού διαστήματος και στο τέλος του), ώστε να κριθεί αν η παροχή της αναιρεσείουσας σε σχέση με την αντιπαροχή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων κατέστη υπέρμετρα επαχθής.

Ενόψει όλων αυτών ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ήταν απορριπτέος προεχόντως ως μη νόμιμος.

Συνεπώς το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, κατά το μέρος του κατά το οποίο κρίθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός νόμιμος και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, είναι εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθεί η αιτιολογία της στο σχετικό σημείο της με την παρούσα (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι απορρίπτοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό της, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 388 Α.Κ. και στερείται νομίμου βάσεως διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού της αυτού. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2007 αίτηση για αναίρεση των 239/2003 και 245/2007 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ