Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to consider reservation of right to appeal in settlement document.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision, finding procedural errors in the lower court's handling of the case. The appellant argued that the settlement document contained a handwritten reservation of the right to appeal, which the appellate court failed to recognize, thereby invalidating the debt forgiveness. The court held that the appellate court erred by ignoring this specific clause and by failing to verify the lawyer's authority to submit the declaration, leading to a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 454 and 96-98 of the Civil Code; The court must examine reservations of right to appeal contained in settlement documents and verify the lawyer's authority to submit declarations, as failure to do so constitutes a procedural error warranting the annulment of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1118 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1118/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τσώκο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 361/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/7/2008 αίτησή της και τους από 4/8/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 29/10/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αναίρεσης και του τελευταίου πρόσθετου λόγου από το άρθρο 559 αριθμό 8 ΚΠολΔ, του τέταρτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 20 ΚΠολΔ και των πρόσθετων λόγων της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 1 και 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 17-7-2008 αίτηση για αναίρεση της 164/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και οι από 4-8-2009 πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι είναι συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται τα έξοδα γενικά.
Κατά το άρθρο 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει, ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Στο δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής προβλέπεται συμβατική παραίτηση από δικαίωμα, η οποία, εφόσον εκδηλώθηκε ως μετατροπή της υπάρχουσας απαιτήσεως σε ανύπαρκτη για το μέλλον, συνιστά αρνητική αναγνωριστική σύμβαση.
Η σύμβαση αυτή συνάπτεται σε δύο περιπτώσεις α) όταν πραγματικά δεν υπάρχει χρέος, είτε διότι δεν υπήρξε ποτέ, είτε διότι υπήρξε μεν, αλλά έχει αποσβεστεί από άλλη αιτία και οι συμβαλλόμενοι απλά διαπιστώνουν την ανυπαρξία του χρέους με τη σύμβασή τους και β) όταν το χρέος υπάρχει ακόμη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, αλλά οι συμβαλλόμενοι δανειστής και οφειλέτης συμφωνούν, ότι δεν υφίσταται Η δεύτερη περίπτωση αφορά την γνήσια αρνητική αναγνωριστική σύμβαση, που αποτελεί το αντικείμενο ρυθμίσεως του άρθρου 454 εδ.β του ΑΚ, η οποία της προσδίδει ενέργεια όμοια με την άφεση χρέους, από την οποία η μόνη διαφορά είναι ότι ενώ στην άφεση χρέους οι συμβαλλόμενοι δέχονται την ύπαρξη του χρέους στην αρνητική αναγνωριστική σύμβαση την αρνούνται.
Περαιτέρω, η αρνητική αναγνωριστική σύμβαση είναι αναιτιώδης και άτυπη σύμβαση για το κύρος της οποίας κατ' αρχήν δεν απαιτείται η τήρηση τύπου για την κατάρτισή της και έχει ως αποτέλεσμα την συμφωνηθεί διαλυτική αίρεση ή προθεσμία, οπότε αυτή ισχύει ως σύμβαση αναστολής της εκπλήρωσης της ενοχής. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 211.212, και 229 μέχρι 231 του Α.Κ., προκύπτει, ότι, αν κάποιος χωρίς πληρεξουσιότητα συνομολόγησε ως αντιπρόσωπος άλλου δικαιοπραξία, είτε και σύμβαση, η σχετική δικαιοπραξία είναι ανίσχυρη έναντι του αντιπροσωπευομένου και δεν παράγει αποτελέσματα, εκτός εάν εκ των υστέρων την εγκρίνει ο αντιπροσωπευόμενος (Α.Π. 96/2007 Ελλ.Δ/νη 48.1434).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχτηκε, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα: Την 24-2-2001 και περί ώρα 08.30, στο 15° χλμ. της ΕΟ ..., έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούστηκαν το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ αυτοκίνητο, οδηγούμενο υπό του εκκαλούντος και ιδιοκτησίας του ιδίου, με την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέττα που οδηγούσε ο σύζυγος της εφεσιβλήτου και στην οποία επέβαινε ο εφεσίβλητος. Για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου δια της υπ' αριθμ. 175/2-3-2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, ότι αποκλειστικός υπαίτιος είναι ο εκκαλών. Ότι κατά το τροχαίο αυτό ατύχημα τραυματίστηκε η εφεσίβλητος, η οποία υπέστη θλάση θώρακος, κάταγμα αμφοτέρων των κλείδων και πάρεση του μασχαλιαίου νεύρου δεξιά.
Επίσης με δύναμη δεδικασμένου, κρίθηκε ότι συνεπεία του τραυματισμού της αυτού, δεν μπορούσε να εργασθεί κατά το χρονικό διάστημα από 24-2-2001 έως 24-8-2001 και έτσι απώλεσε εισόδημα 150.000 δραχμών μηνιαίως, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε εκ της εργασίας της ως μαγείρισσας και καθαρίστριας στην επιχείρηση των ..., στους ....
Η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 175/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε μετά από προσβολή με έφεση της υπ' αριθμ. 230/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε την από 19-7-2001 και με αριθμό κατάθεσης 797/2001 αγωγή της εφεσιβλήτου και του συζύγου της στρεφόμενης κατά του εκκαλούντος και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", την οποία και έκανε μερικά δεκτή και επεδίκασε στην εφεσίβλητο και τότε ενάγουσα, 900.000 δραχμές, ως αποζημίωση για αποθετική ζημία της εκ της ανικανότητας για εργασία της κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (150.000 δρχ.
Χ 6 μήνες), 35.000 δραχμές, ως αποζημίωση για την καταστροφή των ενδυμάτων της και 1.500.000 δραχμές, ως χρηματική ικανοποίησή της, λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι συνολικά 2.435.000 δραχμές και μετά την νομισματική μεταβολή 7.146 ευρώ. Η υπ' αριθμ. 175/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, δημοσιεύθηκε την 22-4-2005 (βλ. σχετ. απόφαση) και κατά τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας η ως άνω απόφαση, η νυν εφεσίβλητος, εκπροσωπήθηκε δια της δικηγόρου Ιωαννίνων Καίτης Θανέλα-Βασιλείου.
Μετά την δημοσίευση της αποφάσεως αυτής, ήτοι την 4-7-2005, η εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσιβλήτου και τότε ενάγουσας, προσήλθε στην ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", και εισέπραξε για λογαριασμό της, το ποσό που της επιδικάστηκε τελεσιδίκως δια της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 230/2002 τελεσιδίκου αποφάσεως, τους τόκους υπερημερίας επ' αυτού και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, υπογράφοντας τη σχετική από 4-7-2005 εξοφλητική απόδειξη.
Στο σώμα της, ως άνω, εξοφλητικής απόδειξης, διαλαμβάνεται και δήλωση της εν λόγω πληρεξούσιας δικηγόρου της εφεσιβλήτου "...ότι κατ' εντολή της εντολέως της, με την καταβολή του παραπάνω ποσού (ήτοι αυτού που της επιδικάστηκε τελεσιδίκως δια της ως άνω υπ' αριθμ. 230/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων), αποζημιώνεται και εξοφλείται πλήρως κάθε απαίτησή της, που προέρχεται ή που μπορεί να προκύψει από την περιγραφόμενη απόφαση αιτία υλική ζημία ή σωματική βλάβη, παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, θετική ή αποθετική, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και λοιπά εν γένει έξοδα.
Θεωρεί τον εαυτό της απόλυτα ικανοποιημένο και δεν έχει καμμία άλλη αξίωση ή απαίτηση από την παραπάνω αιτία κατά της ΑΕΓΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ, του ασφαλισμένου σ' αυτήν και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παραιτούμενη ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμα της κατ' αυτών ως και του δικαιώματος προσβολής της πιο πάνω απόφασης με οποιοδήποτε ένδικο μέσο, αποδεχόμενη αυτήν σαν τελεσίδικη και αμετάκλητη".
Ως εκ της διατυπώσεως του εν λόγω κειμένου στο σώμα της ως άνω εξοφλητικής απόδειξης, προκύπτει αβιάστως ότι η νυν εφεσίβλητος και τότε ενάγουσα, δια της καταβολής αυτής, θεωρεί πλήρως ικανοποιημένο τον εαυτό της, για την ζημία που υπέστη εκ του προαναφερομένου τροχαίου ατυχήματος και των συνεπειών εξ αυτού, μάλιστα δε καταδηλεί ρητά και ανεπιφύλακτα την πρόθεση της να μην διεκδικήσει στο μέλλον καμμία περαιτέρω αποζημίωση της εκ της αιτίας αυτής.
Η τοιαύτη δήλωσή της δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, εγένετο αβιάστως προς την ασφαλιστική εταιρία, διότι δεν αποτελούσε προϋπόθεση για να εισπράξει την επιδικασθείσα δια της υπ' αριθμ. 230/2002 αποφάσεως αποζημίωση, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή τότε κατέστη τελεσίδικος και ως εκ τούτου απαιτητή άμεσα η επιδικασθείσα δι' αυτής αποζημίωση.
Συνεπώς, υφίστατο τοιαύτη εντολή προς την μέχρι τότε πληρεξούσια δικηγόρο της, να προβεί για λογαριασμό της στην τοιαύτη δήλωση. Εξ ετέρου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας (μαρτυρικές καταθέσεις ή έγγραφα) αποδεικνύεται, ότι η εφεσίβλητος, δεν είχε δώσει τοιαύτη εντολή στην μέχρι τότε πληρεξούσια δικηγόρο της, να δηλώνει πλήρη ικανοποίηση της εκ της αιτίας αυτής και έμμεση παραίτηση της να διεκδικήσει στο μέλλον περαιτέρω αποζημίωση της συνεπεία του τραυματισμού της κατά το εν λόγω τροχαίο ατύχημα.
Στην άποψη αυτή συνηγορεί και το γεγονός, ότι ενώ είχε ήδη ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την από 21-7-2003 αγωγή της, ήτοι δύο χρόνια πριν από την δήλωσή της ενώπιον της ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για αποθετική ζημία της, συνεπεία της αδυναμίας (ανικανότητας) της να εργαστεί για το χρονικό διάστημα από 25-8-2001 μέχρι 21-7-2003, παρά ταύτα προέβη στην ως άνω δήλωση εξοφλήσεώς της και πλήρους ικανοποιήσεώς της εκ της συγκεκριμένης αιτίας, ήτοι του αυτοκινητικού ατυχήματος και του τραυματισμού της κατ' αυτό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρά την προαναφερομένη δήλωσή της στο σώμα της από 4-7-2005 εξοφλητικής απόδειξης, προχώρησε στη συζήτηση της ως άνω από 21-7-2003 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 361/2006 απόφαση. Αρχικά η συζήτηση της εν λόγω αγωγής προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-2-2004 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 20-10-2004, οπότε και ματαιώθηκε, μετά δε από κλήση, συζητήθηκε την 7-6-2006.
Κατά τη συζήτηση της 7-6-2006, δεν παρέστη ο τότε εναγόμενος και ήδη εκκαλών, η δε παρασταθείσα συνεναγομένη του ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", προέβαλε ως μόνο ισχυρισμό την παραγραφή της απαιτήσεως της ενάγουσας-εφεσιβλήτου ως προς αυτήν και ούτω εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον ερημοδικασθέντα εναγόμενο και τον υποχρέωσε να της καταβάλλει το ποσό των 10.120 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε αποθετική ζημία που υπέστη, εκ της αδυναμίας της να εργαστεί επί 23 μήνες, ήτοι από 24-8-2001 μέχρι 24-7-2003 προσδιορίζοντας το απωλεσθέν μηνιαίο εισόδημά της σε 440 ευρώ.
Ο τότε ερημοδικασθείς εναγόμενος και ήδη εκκαλών, δια του πρώτου πρόσθετου λόγου της κρινομένης εφέσεως του, διατείνεται, ότι, μετά την άσκηση της ενδίκου εφέσεως του και προ της συζητήσεώς της, πληροφορήθηκε από την, ως άνω, ασφαλιστική εταιρία την ύπαρξη της προαναφερομένης εξοφλητικής αποδείξεως και της σ' αυτήν συνυπάρχουσας δηλώσεως παραιτήσεως της ενάγουσας προς διεκδίκηση περαιτέρω αποζημιώσεως της συνεπεία του τραυματισμού της κατά το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, γι' αυτό και προβάλλει προσθέτως, ως λόγο εφέσεως, την πλήρη εξόφληση της απαιτήσεως της αντιδίκου του εκ της αιτίας αυτής και της παραιτήσεώς της από κάθε μελλοντική της αξίωση, που επιστηρίζεται στον εν λόγω τροχαίο ατύχημα και των συνεπειών του επ' αυτής.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος εφέσεως, ο οποίος είναι παραδεκτός, εφόσον συνέχεται με τα κεφάλαια της έφεσης, τον οποίο νομιμοποιείται να προβάλλει ο εκκαλών, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, ως συνυπόχρεος στην καταβολή αποζημιώσεως μετά της ασφαλιστικής εταιρίας, και συνεπώς κάθε ευνοϊκή παραδοχή για την συνεναγόμενή του, αφορά και αυτόν, ως συνυπόχρεο, παραδεκτά, ως προελέχθη, προβάλλεται δια των προτάσεων, ως εκ της ακολουθούμενης και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ειδικής διαδικασίας των αυτοκινητικών διαφορών, κατατείνει δε στην απόρριψη της αγωγής.
Ενόψει του ότι η δήλωση εξοφλήσεως και παραιτήσεως από κάθε μελλοντική αξίωση, γενόμενη εξωδικαστηριακώς και μη αφορώσα τη διαδικασία διεξαγωγής της δίκης, δεν απαιτείται για το σύννομο αυτής, προηγουμένη ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο που την καταθέτει για λογαριασμό του φορέα του δικαιώματος, αλλά δύναται να ολοκληρωθεί δι' απλής δηλώσεως του προσώπου που την ενεργεί για λογαριασμό του εντολέως του προς τον υπόχρεο, εκτός και αν αποδειχθεί ότι ο δηλών ενήργησε αυθαίρετα και χωρίς την προηγούμενη σαφή εντολή του εντολέως του (ΑΠ 300/2007 ΝοΒ. 55- 2064, ΑΠ 1296/2006 ΕλΔνη 47-1078).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προελέχθη, αφενός υπήρξε σαφής και αβίαστη δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενάγουσας-εφεσιβλήτου κατά την είσπραξη απαιτήσεώς της εκ της ιδίας γενεσιουργού αιτίας και της υπογραφής του κειμένου της οικείας εξοφλητικής απόδειξης, αφετέρου ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρος, δεν είχε τοιαύτη εντολή προς κατάθεση της δηλώσεως αυτής.
Άλλωστε, η σχετική πληρεξουσιότητα, που προνοείται στα άρθρα 96 και 98 του ΚΠολΔικ, αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται για τη διεξαγωγή της δίκης και εξαντλείται δια της εκδόσεως της οικείας δικαστικής αποφάσεως και δεν αφορά την είσπραξη δια του δικηγόρου των επιδικασθέντων δια της αποφάσεως.
Περαιτέρω από τις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσίβλητου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την προσθήκη στις εν λόγω προτάσεις προς απόκρουση της ενστάσεως του αναιρεσίβλητου περί εξοφλήσεως και αναγνωρίσεως μη υπάρξεως χρέους ισχυρίστηκε, ότι στην εξοφλητική απόδειξη που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εναγόμενος περιέχεται δήλωση της καταβαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας ότι επιφυλλάσεται του δικαιώματος ασκήσεως αναίρεσης και επανείσπραξης των καταβληθέντων με συνέπεια να αναιρείται το υπόλοιπο περιεχόμενο της εξοφλητικής αποδείξεως.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί νόμιμη αντένσταση περί συνομολογήσεως διαλυτικής αίρεσης, που έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται τη μείζονα σκέψη, την μη επέλευση των αποσβεστικών αποτελεσμάτων της σύμβασης αναγνωρίσεως της μη υπάρξεως χρέους, προτάθηκε δε νόμιμα από την αναιρεσείουσα και έπρεπε να ερευνηθεί.
Το Εφετείο, όμως, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ 8 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Από τις, ως άνω, παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, επίσης, ότι από το περιεχόμενο της, ως άνω, έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης δεν έλαβε υπόψη την χειρόγραφη περικοπή με την επιφύλαξη της καταβάλουσας ασφαλιστικής εταιρίας για άσκηση αναιρέσεως, με τον τρόπο δε αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 20 που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο οποίος είναι και αυτός βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων της αναίρεσης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων και των πρόσθετων λόγων της και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 164/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ