Supreme Court dismisses appeal against final administrative decision regarding property ownership and registration errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by private parties against a final administrative decision concerning property ownership. The court found that the administrative authority had correctly identified a registration error and revoked the previous ownership grant based on the property's status as public tourism land. Consequently, the appeal was rejected as the lower court did not violate the law, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the state and the tourism company.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 K.Pol.D.; Art. 51 para. 3 lit. d. of the Dodecanese Cadastre Regulations; The appeal must be rejected if the administrative decision was issued to correct a clear error in judgment regarding the property's classification and if the finality of the administrative act has been established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1118 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1118/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πέρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Διευθυντή του Κτηματολογίου Ρόδου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Εταιρείας Τουριστικής Ανάπτυξης, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αλεξανδροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2004 προσφυγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και τις από 22/11/2004 και 24/2/2005 πρόσθετες παρεμβάσεις της τρίτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και των ήδη αναιρεσειόντων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 721/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 9/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της 3ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την προσκομιζόμενη με επίκληση 4997Ε 121-3-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..., αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την 10-10-2008 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα με εγγραφή στο πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Διευθυντή του Κτηματολογίου Ρόδου. Ο τελευταίος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ.- Σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 3δ του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο με το άρθρο 8 παρ 2 ν. 510/1947 και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτήν της Ελληνικής νομοθεσίας, "υπόκεινται εις καταχώρισιν μεταγραπτέαν επί του Κτηματολογικού βιβλίου και επί του τίτλου του ακινήτου ...
γενικώς όλαι αι αποφάσεις, αι συμβάσεις και αι πράξεις αίτινες συνεπάγονται μεταβολάς σχετικάς με την υπόστασιν, την ενάσκησιν και την διάθεσιν του δικαιώματος της κυριότητος και άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων". Κατά δε τα άρθρα 51 και 54 του ίδιου Κανονισμού, η καταχώρηση ενεργείται από τον επί του Κτηματολογίου Δικαστή, κατόπιν ερεύνης του τύπου και της ουσίας της πράξεως του τίτλου και των συνυποβαλλόμενων με την αίτηση εγγράφων, ο οποίος απορρίπτει την καταχώρηση όταν από αυτά δεν προκύπτουν οι σχετικές με την εγγραφή ενδείξεις.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 719/77 "Ακίνητα εν Δωδεκανήσω", περιελθόντα κατά την διάρκεια της Ιταλικής κατοχής εις την κυριότητα του Ιταλικού Δημοσίου και εν συνεχεία του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω μη προσαγωγής υπό των ιδιοκτητών αυτών κατά την κατάρτισιν του κτηματολογίου των αποδεικτικών της ιδιοκτησίας των στοιχείων ή μη προσαγωγής επαρκών τοιούτων ή απαλλοτριωθέντα υπό της Ιταλικής Διοικήσεως, διότι παρέμειναν ακαλλιέργητα, αποδίδονται εις τους τέως ιδιοκτήτας αυτών ως και εις τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους των κατά περίπτωσιν 'Ελληνας το γένος".
Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η απόδοση των ακινήτων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου γίνεται με απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, η οποία κατά την παρ. 7 του ίδιου άρθρου αποτελεί τίτλο δεκτικό μεταγραφής. Η εν λόγω πράξη του Νομάρχη, εφόσον εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου και αποτελεί δήλωση βουλήσεως διοικητικού οργάνου, με την οποία τίθεται μονομερώς κανόνας δικαίου, είναι διοικητική πράξη, η οποία είναι μεταγραπτέα ως τίτλος μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου και επομένως υπόκειται σε καταχώρηση επί του Κτηματολογικού βιβλίου.
Με την καταχώρηση αυτή, εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η παραχώρηση αποκτά νομίμως την κυριότητα του παραχωρηθέντος ακινήτου και η αφαίρεση αυτού από το Δημόσιο μπορεί να γίνει μόνο με τις διατυπώσεις του άρθρου 17 παρ 2 του Συντάγματος ή εκουσίως από τον αποκτώντα (Ολ. ΑΠ 20/2001). Εάν όμως είναι παράνομη ή πλημμελής, όπως είναι και εκείνες οι διοικητικές πράξεις που πάσχουν από ακυρότητα η ακυρωσία και, προσβαλλόμενες με αίτηση ακυρώσεως θα ακυρώνονταν, μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο όργανο, που την εξέδωσε και συγκεκριμένα τον Νομάρχη.
Τέτοια ακυρωσία υπάρχει ιδίως, όταν η διοικητική πράξη εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα, δηλαδή με βάση καταφανώς πεπλανημένη αντίληψη περί της συνδρομής των πραγματικών δεδομένων, που απετέλεσαν την προϋπόθεση της έκδοσής τους. Με την ανάκληση αυτή εξαφανίζεται αναδρομικά από τότε που εκδόθηκε η ανακληθείσα πράξη και αποκαθίσταται η νομική κατάσταση που υπήρχε πριν την έκδοσή της και επομένως καταργείται το δικαίωμα της κυριότητας που είχε μεταβιβαστεί με την ανακληθείσα πράξη.
Ενόψει δε των αποτελεσμάτων της αυτών, η ανακλητική πράξη είναι μεταγραπτέα και υπόκειται σε καταχώρηση στο Κτηματολόγιο, όπως και η ανακληθείσα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Με την με αριθμό ΔΚ 3662/85/ΒΚ 4587 121-5-1985 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου το ακίνητο με κτηματολογικά στοιχεία 33 φύλλο 43, φάκελλος 8315 μερίδα 1446 Α γαιών ... (ΒΚ 4587), επιφανείας 850 τ.μ., αποδόθηκε κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στην ...
το γένος ... και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των εκκαλούντων και προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του Διευθυντή του Κτηματολογίου .... κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 719/77 .... με την 6287/9-8-1985 διάταξη του δικαστή του Κτηματολογίου έγινε καταχώρισή της στο Κτηματολόγιο. Εν συνεχεία εκδόθηκε η με αριθμό ΔΚ 785/20-2-1986 απόφαση του άνω Νομάρχη, με την οποία ανακλήθηκε η προηγουμένως εκδοθείσα απόφασή του, με την οποία είχε αποδοθεί η κυριότητα του ακινήτου, για το λόγο ότι εκείνη η απόφαση είχε εκδοθεί "εκ παραδρομής", αφού ήδη με το Β.Δ. 490/6-770 και την Υπουργική απόφαση 73823/9-9-1970 το ακίνητο έχει χαρακτηριστεί ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα αρμοδιότητας EOT.
Ο τελευταίος είχε τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση και ήδη η προσθέτως παρεμβάσα Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης, δυνάμει των νόμων 2160/1960 (άρθρο 1), 2636/1998 (άρθρα 12 και 13), 2837/2000 (άρθρο 9 παρ. 4) και 3270/2004 (άρθρο 9). Η ανακλητική αυτή απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες στις 30-9-1986, χωρίς να προκύπτει ότι αυτή προβλήθηκε έκτοτε από αυτούς με ένδικο βοήθημα μέσω της διοικητικής ή δικαστικής οδού, με συνέπεια να επέλθει το τυπικό δεδικασμένο, που δεσμεύει τους διοικούμενους, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Με την με αριθμό ευρετηρίου 1754/26-2-1987 αίτηση του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Ρόδου, ζητήθηκε η καταχώριση της ως άνω ανακλητικής απόφασης στα Κτηματολογικά βιβλία, πλην όμως αυτή απερρίφθη με την από 23.5.2002 διάταξη του δικαστή του Κτηματολογίου Ρόδου, ως ............ "για τον λόγο ότι δεν προκύπτει ότι η προς μεταγραφή ανακλητική απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου είναι τελεσίδικη κατά το άρθρο 51 παρ. 3 αριθ.
δ του Κτηματολογικού Κανονισμού"Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ως άνω ανακλητική πράξη του Νομάρχη Δωδεκανήσου εκδόθηκε για να ανακαλέσει την προηγούμενη, που είχε εκδοθεί κατά πλάνη περί τα πράγματα, δηλαδή βάσει προφανώς εσφαλμένης αντίληψης και άγνοιας ότι το ακίνητο είχε χαρακτηριστεί ως τουριστικό Δημόσιο Κτήμα αρμοδιότητας EOT, ότι εμπίπτει στις πράξεις οι οποίες καταχωρίζονται στο Κτηματολόγιο και ότι η απορριπτική διάταξη του Δικαστή του Κτηματολογίου δεν ήταν νόμιμη και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία και αυτή είχε δεχτεί τα ίδια.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Κατ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και εταιρείας "ΕΤΑ ΑΕ", που παρέστησαν με χωριστή νομική εκπροσώπηση, λόγω της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2007 αίτηση των ..., για αναίρεση της 68/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ για το πρώτο και χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ για την δεύτερη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ