1118/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1118/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε, κατά το σχετικό μέρος της, την υπό δίκη αγωγή ως αόριστη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την τελευταία αυτή κατά το εν λόγω μέρος της, και επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1118 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1118/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ..... χήρας Χ1, 2) .....του Χ1 και 3) .....του Χ1, οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βροντάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Εδρεύουσας στον Υμηττό Αττικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και υπό τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ", με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ - Α.Ε." (Ε.Β.Ο. - Α.Ε.), νομίμως εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πολυχρονίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2280/2004 οριστική απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την 875/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 9896/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-2-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 27-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα, πρέπει να εκτίθεται σ' αυτή η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ του παθόντος και του υπόχρεου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζόμενου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων, που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του και στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, αναφερομένων των συγκεκριμένων μέτρων, μέσων και τρόπων προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της.
Εξάλλου, σε περίπτωση που εμφανίζεται στον εργαζόμενο νόσος κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως, προκειμένου να χαρακτηριστεί αυτή ως εργατικό ατύχημα, θα πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή ότι η συγκεκριμένη νόσος οφείλεται σε εξαιρετικές και έκτακτες συνθήκες εργασίας, από τις οποίες επήλθε ασυνήθιστη εξασθένηση του οργανισμού του εργαζόμενου, καθώς και τα συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να στοιχειοθετούν την έννοια των εξαιρετικών και έκτακτων συνθηκών εργασίας, όπως είναι η καταβολή υπέρμετρης προσπάθειας, που κατέβαλε ο μισθωτός, προκειμένου να ανταποκριθεί σε ασυνήθεις όρους εργασίας, η καταπόνηση του οργανισμού με παρατεταμένες υπερωρίες κλπ, και ότι η ασθένεια δεν θα προκαλείτο υπό τις κανονικές συνθήκες και συνηθισμένες συνθήκες εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες με την ένδικη αγωγή, ζήτησαν να τους επιδικασθούν και να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλονται τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επικαλούμενες ότι ο θάνατος του συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών απ' αυτές Χ1 συνιστά εργατικό ατύχημα, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγομένης και συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν:
α) ότι ο θανών σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών δύο εναγουσών απασχολείτο στην εναγομένη από το έτος 1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εργοδηγός προϊστάμενος παραγωγής όπλων, β) ότι στις 17.5.2002, κατά τη διάρκεια της γενικής συνελεύσεως του σωματείου εργαζομένων της εναγομένης εντός των εγκαταστάσεων της τελευταίας και μέσα στο κανονικό ωράριο εργασίας, υπέστη καρδιακή προσβολή, εξαιτίας της οποίας απεβίωσε, γ) ότι ο θανών "εργαζόταν, εκτάκτως, κάτω από εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας .....
και μάλιστα υπερωριακά σε συνθήκες έντασης και άγχους, με αποτέλεσμα να επέλθει το μοιραίο ατύχημα εξ αφορμής των παραπάνω έκτακτων εξαντλητικών ρυθμών εργασίας" και ότι η εμφάνιση της συγκεκριμένης νόσου οφείλεται "αποκλειστικά και μόνον στους ασυνήθιστα εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας, στο πέραν του συνήθους άγχος και στην ένταση των τελευταίων ημερών, λόγω των υπεράνθρωπων προσπαθειών, που κατέβαλε ως αποκλειστικά υπεύθυνος, προκειμένου να ανταποκριθεί στις έκτακτες υποχρεώσεις, που είχε αναλάβει η εναγομένη και απαιτούσε να εκτελεστούν από τον παθόντα", οι οποίες, ειδικότερα, συνίσταντο στην ολοκλήρωση προγράμματος παραγωγής, που προέβλεπε την κατασκευή 200 πυραύλων "Πάτριοτ" μέσα σ' ένα έτος και την παρουσίαση των πρώτων από τους πυραύλους αυτούς στον αρμόδιο Υπουργό στις 23.7.2002 και δ) ότι η εναγομένη, όταν ο παθών υπέστη την καρδιακή προσβολή, δεν διέθετε, όπως είχε υποχρέωση, γιατρό εργασίας, προκειμένου να του παράσχει τις απαραίτητες πρώτες βοήθειες, ούτε και επιμελήθηκε για την άμεση και ταχεία διακομιδή του σε νοσοκομείο, με αποτέλεσμα από τις ως άνω παραλείψεις της να επέλθει ο θάνατος του ανωτέρω συζύγου και συγγενούς τους.
Με το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί η υπαιτιότητα της εναγομένης στην επίκληση δυσμενών και έκτακτων συνθηκών εργασίας, είναι αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη, διότι οι ενάγουσες δεν επικαλούνται συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να στοιχειοθετούν την έννοια των εξαιρετικών και έκτακτων συνθηκών και ειδικότερα δεν αναφέρουν:
α) ποιές ήταν οι κανονικές συνθήκες εργασίας του θανόντος, ήτοι αυτές που επικρατούσαν κατά κανόνα στις εγκαταστάσεις της εναγομένης όπου ο θανών παρείχε την εργασία του, και ως προς ποιά στοιχεία επήλθε μεταβολή αυτών κατά την εκτέλεση του προγράμματος παραγωγής των αναφερομένων ως άνω πυραύλων, β) ποιό ήταν το συνηθισμένο ωράριο απασχολήσεως του θανόντος και κατά πόσες ώρες και για ποιό χρονικό διάστημα έγινε υπέρβαση αυτού και γ) ποιές ήταν οι συγκεκριμένες εντολές και οδηγίες της εναγομένης προς τον θανόντα, οι οποίες δημιούργησαν σ' αυτόν πίεση και άγχος πέραν του συνήθους.
Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε, κατά το σχετικό μέρος της, την υπό δίκη αγωγή ως αόριστη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την τελευταία αυτή κατά το εν λόγω μέρος της, και επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παράνομα, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24.7/25.8.1920 β.δ., ως εργατικό ατύχημα υπαλλήλου ή εργάτη θεωρείται κάθε ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε στον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής. Έτσι, στην έννοια του εργατικού ατυχήματος υπάγεται κάθε εμφάνιση ή επιδείνωση νόσου ή πρόκληση σωματικής βλάβης, η οποία συνεπάγεται τη μερική ή ολική, πρόσκαιρη ή διαρκή, ανικανότητα του εργαζομένου προς εργασία ή και τον θάνατό του ακόμη, εφόσον η νόσος ή η βλάβη επήλθε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο, δηλαδή από την επενέργεια εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τον οργανισμό του παθόντος εργαζομένου και την προοδευτική και βαθμιαία εξασθένηση και φθορά, η οποία μπορεί να προέλθει από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης εργασίας και τους σύμφυτους με αυτήν δυσμενείς επαγγελματικούς όρους, αρκεί το βίαιο αυτό εξωτερικό συμβάν να συνδέεται με την παροχή της εργασίας, εμφανιζόμενο είτε πριν, κατά ή μετά την εκτέλεσή της, είτε με αφορμή την παροχή της.
Η τελευταία αυτή περίπτωση συντρέχει όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του αν.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24.7/25.8.1920 β.δ., συνάγεται ότι αν ο θανατωθείς από ατύχημα που έγινε από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής υπαγόταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση των καθολικών διαδόχων του.
Όμως οι τελευταίοι αυτοί έχουν κατά του εργοδότη αξίωση για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων υπ' αυτού προσώπων. Ως πταίσμα στην προκειμένη περίπτωση νοείται και η ειδική αμέλεια που συνίσταται στη μη τήρηση των διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, οι οποίες προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγή, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο Χ1 σύζυγός της πρώτης και πατέρας των λοιπών δύο εναγουσών (ήδη αναιρεσειουσών), προσλήφθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (ΕΒΟ) ΑΕ", το έτος 1978, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του ως εργοδηγός προϊστάμενος παραγωγής όπλων.
Με την ..... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρώς συζ. Ανδρέα Παπαδογιάννη, η οποία καταχωρίστηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, η ως άνω εταιρεία συγχωνεύτηκε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ", δια της συστάσεως νέας εταιρείας, της ήδη εναγομένης - αναιρεσίβλητης, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ανωτέρω εταιρειών ως καθολική διάδοχος αυτών (άρθρο 1 και 2 ν. 3195/2003).
Κατά το έτος 2002, ο ανωτέρω εργαζόμενος, ηλικίας τότε 47 ετών, απασχολείτο στην εναγομένη (τότε ΕΒΟ ΑΕ), ως εργοδηγός παραγωγής πυραύλων τύπου "Πάτριοτ" στις εγκαταστάσεις της εταιρείας που βρίσκονται στο Λαύριο. Παράλληλα, ήταν και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του συνδικαλιστικού σωματείου των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης.
Στις 17.5.2002 προσήλθε κανονικά το πρωί στο χώρο απασχολήσεώς του και στις 12.30' διέκοψε την εργασία του, προκειμένου να λάβει μέρος στην τακτική γενική συνέλευση του ανωτέρω σωματείου, που συνερχόταν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης. Τα μέλη που συμμετείχαν στη γενική συνέλευση, εξέλεξαν αρχικά τον πρόεδρο της γενικής συνέλευσης και στη συνέχεια έλαβαν το λόγο, διαδοχικά, ο πρόεδρος και ο ταμίας του σωματείου, και ακολούθως ο Χ1, ο οποίος, μόλις ολοκλήρωσε την ομιλία του, πήγε και κάθισε στη θέση του.
Αμέσως μετά, και ενώ δεν είχε αρχίσει ακόμη την ομιλία του ο επόμενος ομιλητής, έγειρε το σώμα του πάνω στην καρέκλα, οπότε ο συνάδελφός του ....., που καθόταν ακριβώς δίπλα του, προσπάθησε να τον σηκώσει, αλλά διαπίστωσε ότι είχε χάσει τις αισθήσεις του. Πιστεύοντας ότι επρόκειτο για λιποθυμικό επεισόδιο προσπάθησαν όσοι βρίσκονταν δίπλα του να τον συνεφέρουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Αμέσως προσήλθε και η νοσηλεύτρια ....., που απασχολείτο στην εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και γνώριζε τον τρόπο παροχή πρώτων βοηθειών, η οποία προσέφερε τις πρώτες βοήθειες στον παθόντα για ένα περίπου δεκάλεπτο, κάνοντάς του τεχνητή αναπνοή και καρδιακές μαλάξεις και χορηγώντας του οξυγόνο ABU με αναπνευστική συσκευή ανανήψεως πλην όμως διαπίστωσε και αυτή ότι ο παθών δεν αντιδρούσε καθόλου και δεν είχε καμία επικοινωνία με το περιβάλλον.
Κατόπιν αυτού, με ασθενοφόρο της επιχειρήσεως, στο οποίο επέβαινε και η ανωτέρω νοσηλεύτρια, διακομίσθηκε στο Κέντρο Υγείας Λαυρίου, που απέχει από το εργοστάσιο της εναγομένης περίπου πέντε λεπτά. Όταν όμως ο παθών έφθασε εκεί στις 13.20' διαπιστώθηκε ότι ήδη ήταν νεκρός. Σύμφωνα με την ..... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, ο θάνατός του οφείλεται σε "πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου", αναφέρεται δε επίσης σ' αυτή "καρδία με βαρεία αθηρωμάτωση της αορτής και των στεφανιαίων αρτηριών.
Επί του μεσοκοιλιακού τοιχώματος παρατηρείται εκτεταμένη αιμορραγική διήθηση του μυοκαρδίου. Εικών προσφάτου εμφράγματος". Από τα περιστατικά αυτά και κυρίως από το γεγονός ότι η γενική συνέλευση του σωματείου των εργαζομένων είχε προγραμματιστεί για τις 12.30', ότι πρώτα εκλέχτηκε ο πρόεδρος της γενικής συνελεύσεως και πριν από τον θανόντα είχαν μιλήσει σ' αυτή άλλοι δύο συνάδελφοί του, ότι πρώτα επεχείρησαν να τον συνεφέρουν οι ίδιοι οι συνάδελφοί του και ακολούθως του προσέφερε τις πρώτες βοήθειες για δέκα περίπου λεπτά η νοσηλεύτρια της επιχειρήσεως και ότι διακομίστηκε νεκρός στο Κέντρο Υγείας Λαυρίου στις 13.20', το οποίο βρίσκεται σε απόσταση πέντε περίπου λεπτών από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης, πλήρως αποδεικνύεται, ότι ο θανών υπέστη την καρδιακή πάθηση οπωσδήποτε μετά τις 12.50' και μέχρι τις 13.10' - 13.15' έγιναν οι προαναφερόμενες προσπάθειες ανανήψεώς του, αμέσως δε μετά διακομίστηκε στο Κέντρο Υγείας Λαυρίου.
Επομένως, από τη στιγμή που ο θανών υπέστη το καρδιακό επεισόδιο μέχρι την παραλαβή του από το ασθενοφόρο μεσολάβησαν το πολύ 20-25 λεπτά. Το χρονικό αυτό διάστημα, μέσα στο οποίο έγιναν οι προσπάθειες ανανήψεώς του, αρχικά από τους παρόντες συναδέλφους του και στη συνέχεια από τη νοσηλεύτρια της εναγομένης, κρίνεται απολύτως εύλογο και αναγκαίο για την κινητοποίηση του προσωπικού της εναγομένης και για τη μεταφορά του στο Κέντρο Υγείας, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η πάροδος κάποιων λεπτών μέχρι να γίνει αντιληπτό ότι δεν επρόκειτο για απλό λιποθυμικό επεισόδιο.
Εξάλλου, ουδείς από τους μάρτυρες κατέθεσε ότι ήταν εφικτή η διακομιδή του παθόντος σε πιο σύντομο χρόνο με ελικόπτερο του ΕΣΥ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Επομένως, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης επέδειξαν την επιμέλεια που επιβάλλεται κατά την κοινή αντίληψη και απαιτείται στις συναλλαγές.
Ενισχυτικό του ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης καθώς και οι προστηθέντες από αυτή δεν αδράνησαν στη διακομιδή του ασθενούς στο νοσοκομείο είναι και το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική καταγγελία ή και απλή σχετική αναφορά σε βάρος της εναγομένης εκ μέρους των συναδέλφων του παθόντος - συνδικαλιστών του σωματείου των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ότι από αμέλεια των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και των προστηθέντων από αυτή οργάνων, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν να επιδείξουν, υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση των εκπροσώπων της εναγομένης για τη διακομιδή του παθόντος στο Κέντρο Υγείας Λαυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1568/1985 "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν κατά ετήσιο μέσο όρο πάνω από πενήντα (50) εργαζομένους ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες γιατρού εργασίας", ενώ στο άρθρο 36 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι "Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, καθορίζονται τα μέτρα υγιεινής, ασφάλειας και προστασίας της υγείας των εργαζομένων, που πρέπει να λαμβάνονται για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου κατά ειδικές εργασίες, είδη εργασιών ή δραστηριότητες για την εφαρμογή του νόμου αυτού".
Στον ίδιο νόμο προβλέπονται τα προσόντα και καθορίζονται τα καθήκοντα του γιατρού ασφαλείας (άρθρα 8-10). Με το άρθρο 3 του π.δ. 294/1988 προβλέφθηκε ελάχιστος χρόνος απασχολήσεως του γιατρού εργασίας ανά κατηγορία επιχειρήσεων 75 ωρών ετησίως και καθορίστηκε για καθεμία κατηγορία επιχειρήσεων οι ώρες ετήσιας απασχολήσεως ανά εργαζόμενο με βάση τον αριθμό των εργαζομένων και το σχετικό συντελεστή.
Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 3 του π.δ. 17/1996, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 26 του ν. 2224/1994, διαφοροποιήθηκε ο ελάχιστος χρόνος απασχολήσεως των γιατρών εργασίας ανάλογα με τον αριθμό των απασχολουμένων, πλην όμως για τις επιχειρήσεις που απασχολούν άνω των 50 ατόμων ορίστηκε και πάλι σε 75 ώρες ετησίως, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 3α του ίδιου ως άνω π.δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 159/1999, ορίστηκε ότι "ο συνολικός μέγιστος (ετήσιος) πραγματικός χρόνος απασχολήσεως ενός τεχνικού ασφαλείας ή ενός γιατρού εργασίας σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει τον προβλεπόμενο χρόνο απασχολήσεως μισθωτού".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι με αυτές καθορίστηκε ο ελάχιστος και ο μέγιστος συνολικός ετήσιος χρόνος απασχολήσεως των γιατρών εργασίας και καθορίστηκαν, επίσης, οι ώρες ετήσιας απασχόλησης ανά εργαζόμενο με βάση τον αριθμό των εργαζομένων και το σχετικό συντελεστή, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία υπάγεται η επιχείρηση, ουδόλως δε προκύπτει από αυτές υποχρέωση των επιχειρήσεων να απασχολούν το γιατρό υπηρεσίας τόσο χρόνο όσος είναι και ο χρόνος απασχόλησης των μισθωτών, ήτοι επί οκτάωρο.
Ενόψει, λοιπόν, του ότι η εναγομένη ανήκε, όπως δεν αμφισβητείται, στην πρώτη από τις κατηγορίες, στις οποίες κατατάσσονται οι επιχειρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ. 294/1988, και απασχολούσε 280 εργαζόμενους, όφειλε να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες γιατρού εργασίας επί 224 ώρες ετησίως (280 εργαζόμενοι Χ 0,8 - 224), ήτοι 19 ώρες το μήνα.
Η εναγομένη, πράγματι, συμμορφούμενη προς τις ανωτέρω διατάξεις, είχε συνάψει με την ιατρό Ζ1 την από 1.11.1995 σύμβαση αόριστης διάρκειας, δυνάμει της οποίας η τελευταία είχε αναλάβει την υποχρέωση να προσέρχεται πέντε φορές την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί δύο ώρες καθημερινά, στο συγκρότημα Λαυρίου της εναγομένης.
Επομένως, οι ώρες της μηνιαίας απασχολήσεως της ανωτέρω γιατρού ήταν κατά πολύ περισσότερες από τις 19 ώρες, κατά τις οποίες, όπως αναφέρθηκε, είχε υποχρέωση η εναγομένη να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του γιατρού εργασίας. Με την ίδια σύμβαση οι ώρες παρουσίας της εναγομένης καθορίστηκαν από 8.30' έως 9.00' και από 12.30' έως 14.00'.
Στη συνέχεια, όμως, και συγκεκριμένα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2001, το ανωτέρω ωράριο τροποποιήθηκε και ορίστηκε ως χρόνος απασχόλησης της γιατρού από 8.00' έως 10.00', το ως άνω δε νέο ωράριο γνωστοποιήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας καθώς και στους εργαζομένους της επιχειρήσεως. Τούτο προκύπτει και από το ....
έγγραφο της Επιθεωρήσεως Εργασίας Λαυρίου, το οποίο η εναγομένη προσκομίζει για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς όμως να προκύπτει ότι η μη προσκομιδή του στην πρωτόδικη δίκη οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια (άρθρο 529 ΚΠολΔ), και στο οποίο αναφέρεται ότι με την ..... κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας, που η εναγομένη κατέθεσε στην πιο πάνω υπηρεσία, αναγράφεται ως ωράριο απασχολήσεως της γιατρού εργασίας από 08.00 έως 10.00.
Η ανωτέρω γιατρός και στις 17.5.2002, οπότε έλαβε χώρα το προαναφερόμενο περιστατικό, είχε πράγματι προσέλθει κανονικά στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου και παρέμεινε καθ' όλο το καθορισμένο ωράριο. Επομένως, δεν υφίστατο υποχρέωση της εναγομένης, να απασχολεί την γιατρό εργασίας κατά το κρίσιμο χρόνο, που έλαβε χώρα η καρδιακή προσβολή του παθόντος.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα όσα αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι ο θάνατος του εργαζομένου Χ1 επήλθε πράγματι εξ αφορμής της εργασίας αυτού στην επιχείρηση της εναγομένης, δεδομένου ότι συνδέεται τοπικά και χρονικά με την παροχή της εργασίας του, αφού η διενέργεια της γενικής συνελεύσεως του σωματείου των εργαζομένων εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης με τη συναίνεση της τελευταίας και η συμμετοχή σ' αυτή του μισθωτού με διακοπή της πραγματικής του απασχολήσεως ισοδυναμεί με άσκηση υπηρεσιακού καθήκοντος.
Όμως, από το χρονικό σημείο που ο θανών εργαζόμενος υπέστη τη συγκεκριμένη καρδιακή πάθηση (έμφραγμα του μυοκαρδίου) και μετέπειτα, ουδόλως αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα της εναγομένης στην επέλευση του θανάτου αυτού, αφού η εναγομένη ούτε υποχρέωση είχε να χρησιμοποιεί κατά το συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες της γιατρού εργασίας, ούτε και καθυστέρησε για την άμεση μεταφορά του ασθενήσαντος μισθωτού της στο Κέντρο Υγείας Λαυρίου.
Επομένως, εφόσον στην επέλευση του θανάτου του ανωτέρω συγγενούς των εναγουσών, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, δεν συνετέλεσε πταίσμα των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και των προστηθέντων από αυτή οργάνων, οι ενάγουσες δεν δικαιούνται να ζητήσουν από την εναγομένη χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του ως άνω συζύγου και πατρός τους.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις κρίσεις του αυτές, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών και, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά το ως άνω μέρος της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ο δεύτερος και από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο τρίτος, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο τις αιτιάσεις: α) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα ότι η τελευταία αυτή απασχολούσε επί 2ωρο ημερησίως ως γιατρό εργασίας των εγκαταστάσεών της την γιατρό Ζ1 και β) ότι κατά παραβίαση του άρθρου 529 ΚΠολΔ έλαβε υπόψη του το ενώπιόν του για πρώτη φορά επικληθέν και προσκομισθέν .....
έγγραφο της Επιθεωρήσεως Εργασίας Λαυρίου, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην εν λόγω Επιθεώρηση το από 8.00 - 10.00΄ πρωϊνής ώρας από Δευτέρα έως Παρασκευή ωράριο της ανωτέρω γιατρού της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος και τούτο ειδικότερα: α) ως προς την πρώτη αιτίαση, διότι ο ανωτέρω περί απασχολήσεως γιατρού ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αλλά αιτιολογημένη άρνηση του περί υπαιτιότητάς της αγωγικού ισχυρισμού και β) ως προς τη δεύτερη αιτίαση, αφενός διότι ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδεται παραβίαση δικονομικής διατάξεως, όπως εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, και αφετέρου διότι η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον ενώπιόν του νέων αποδεικτικών μέσων είναι παραδεκτή ή μη είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Με τους πέμπτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι έλαβε υπόψη, χωρίς να γίνει νόμιμη επίκλησή του, το ως άνω .....έγγραφο της Επιθεωρήσεως Εργασίας Λαυρίου, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην Υπηρεσία αυτή το ωράριο εργασίας της γιατρού της αναιρεσίβλητης Ζ1, καθώς και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατά την εφετειακή δίκη εγγράφων προτάσεών της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη είχε ρητά και ειδικά επικαλεσθεί το προσκομισθέν απ' αυτή ως άνω έγγραφο. Ο δεύτερος από τους ανωτέρω λόγους είναι απαράδεκτος, διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπό την επίφαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη για εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού δεν αποδίδεται σ'αυτό διαγνωστικό λάθος, αλλά ότι κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως ορθό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2006 αίτηση των .... χήρας Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 9896/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ