Legislator Case Law & Legislation
1117/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring law interpretation and procedural rules.

Case Number 1117/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a first-instance judgment regarding debt restructuring under Law 3869/2010. The State argued that certain debts did not qualify for the special procedure, but the Court found the lower court correctly interpreted the one-year verification requirement and the nature of administrative fines versus tax obligations. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and no court costs were awarded due to specific provisions in the restructuring law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 4 of Law 3869/2010; Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: Debts must be verified broadly one year prior to application and strictly at the time of application to qualify for restructuring; administrative fines linked to tax obligations are subject to the law if not paid on time.

Keywords

AI generated
debt restructuring law Law 3869/2010 administrative fines tax obligations verification period civil procedure code state appeal

Cited Legislation

AI generated
Law 3869/2010
Law 356/1974 (ΚΕΔΕ)
Code of Civil Procedure (ΚΠολΔ) Article 562, paragraph 2
Code of Civil Procedure (ΚΠολΔ) Article 746
Code of Civil Procedure (ΚΠολΔ) Article 8, paragraph 6, section b

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1117 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1117/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ATTICA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)" (πρώην "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)", που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2019 εν μέρει μη οριστική και 57/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 6-5-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 4/6-5-2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 69/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εκ των εφεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και "Attica Bank A.E." οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 28-1-2021 ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.

και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση, που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017). Ο ομόδικος δεν υποχρεούται να στρέψει την αναίρεση και κατά του αναγκαίου ομοδίκου του, εκτός αν έχει ειδικό έννομο συμφέρον προς τούτο. Σε κάθε όμως περίπτωση, οι μη ασκήσαντες αναίρεση ομόδικοι πρέπει να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου, αλλιώς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους (Α.Π. 1230/2008).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου (Α.Π. 1507/2017,Α.Π. 716/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022 και ...-2023, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Μ. Ν., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 6-5-2021 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 17-2-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας (1-11-2024) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους προς ους η κοινοποίηση πιστωτές του αναιρεσίβλητου [αναγκαίους ομοδίκους του αναιρεσείοντος στην ανοιγείσα δίκη (Α.Π. 1030/2021)], ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΑTTICA BANK" και ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", και ήδη "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ e-ΕΦΚΑ", αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι προς ους η κοινοποίηση πιστωτές ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι προς ους η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, την από 7-7-2017 (αριθμ.

έκθ. κατάθ. 158/7-7-2017), αίτηση κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, των ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", και "ATTICA BANK" και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)" με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών προς τους καθ' ων, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτός πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτών, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή του κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 148/2019 εν μέρει οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, η οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αίτηση ως προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ως προς το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς λοιπές πιστώτριες Τράπεζες, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος, ήδη αναιρεσίβλητου, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τις καταβολές των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης ως προς τον ορισμό των ως άνω καταβολών, προκειμένου, κατά τη νέα συζήτηση, να προσκομίσει ο επιμελέστερος των διαδίκων εκτίμηση από πιστοποιημένο εκτιμητή του κλάδου ακινήτων της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, η οποία θα αποτιμά την τρέχουσα εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του αιτούντος και θα περιέχει μνεία του εκτιμώμενου ποσοστού απομείωσης αυτής λόγω της αναγκαστικής εκτέλεσης του ακινήτου, καθώς και των εξόδων του πλειστηριασμού.

Ακολούθως, μετά την επανάληψη της συζήτησης, το Ειρηνοδικείο Ρόδου με την υπ' αριθμ. 57/2020 οριστική απόφασή του, ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010, τα χρέη του ήδη αναιρεσίβλητου, ορίζοντας μηδενικές μηνιαίες καταβολές και υποχρεώνοντας αυτόν για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα 360 μηνών ποσό 291,67 ευρώ.

Ακολούθως, ο αιτών-αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της ως άνω οριστικής απόφασης την από 30-7-2020 (αριθμ.έκθ. κατάθ. 69/2020) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, προκειμένου να συμπεριληφθούν στη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3869/2010 τα καθ'ων-εφεσίβλητα Ελληνικό Δημόσιο, ήδη αναιρεσείον, και ν.π.δ.δ. "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)".

Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 69/2021 τελεσίδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτήν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη (57/2020) απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αίτηση, δέχθηκε εν μέρει αυτή, υποχρέωσε τον αιτούντα να καταβάλει συμμέτρως στους πιστωτές του 300 ευρώ μηνιαίως, εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος και υποχρέωσε για την αιτία αυτή να καταβάλει συμμέτρως στους πιστωτές του το ποσό των 113.000 ευρώ σε 360 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 235,89 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της αναφερόμενα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α'και β' και 4 περ. α` και γ' του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Ρόδου στις 7-7-2017) και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν.3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. [...] 4.

Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε (α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε (β) [...], είτε (γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, (δ) [...]". Με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. α'του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4336/2015, επιτράπηκε η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και η ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών του φυσικού προσώπου προς το Δημόσιο, εφόσον αυτές συντρέχουν με χρέη του έναντι ιδιωτών πιστωτών.

Η δυνατότητα υπαγωγής, μαζί με τα χρέη προς τους ιδιώτες πιστωτές και των χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία αρχικά δεν υπάγονταν στο νόμο, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010, που έδωσε τη δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους.

Περαιτέρω, η τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α'του Ν. 3869/2010 προϋποθέτει, για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη προς το Δημόσιο μαζί με τα χρέη του προς ιδιώτες, τη δικαστική διάγνωση για τη χωρίς δόλο μόνιμη αδυναμία πληρωμής των εν γένει ληξιπρόθεσμων οφειλών του, κατόπιν συνεκτίμησης της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης, ήτοι με κριτήρια, που συνάδουν με τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος ότι " Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους".

Στη δικαστική διαδικασία συμμετέχουν όλοι οι πιστωτές, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους, τόσο ως προς την έκταση του περιορισμού, όσο και ως προς τον τρόπο ικανοποίησης των απαιτήσεών τους. Μόνο δε μετά τη συνεπή τήρηση της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του επέρχεται απαλλαγή του οφειλέτη, μεταξύ άλλων, και από μέρος των φορολογικών οφειλών του.

Άλλωστε, προβλέπονται περιορισμοί στα δυνάμενα να ρυθμιστούν χρέη προς το Δημόσιο, διότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 3869/2010 εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του, μεταξύ άλλων, τα χρέη από διοικητικά πρόστιμα (όπως της Τροχαίας, της αρμόδιας λιμενικής αρχής κ.λ.π.) ή από χρηματικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται συνήθως από τα ποινικά δικαστήρια ( Ολ.ΑΠ 4/2023).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1103/12-4-2004 του Υπουργείου Οικονομικών, η βεβαίωση των δημοσίων εσόδων πραγματοποιείται σε δύο στάδια.

Το πρώτο στάδιο χαρακτηρίζεται ως βεβαίωση με την ευρεία έννοια του όρου ή φορολογική βεβαίωση. Το δεύτερο στάδιο χαρακτηρίζεται ως βεβαίωση με τη στενή έννοια του όρου ή ταμειακή βεβαίωση ή βεβαίωση κατά ΚΕΔΕ. Βεβαίωση με την ευρεία έννοια είναι η διαδικασία προσδιορισμού από τις κατά νόμο διοικητικές ή άλλες αρχές, της χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου, του είδους της, της προέλευσής της, της αιτίας, για την οποία φέρεται, του έτους που αφορά και τον υπόχρεο προς πληρωμή.

Η βεβαίωση του εσόδου με την ευρεία έννοια του όρου, δεν παρέχει το δικαίωμα στο Δημόσιο να επιδιώξει την είσπραξη από τον υπόχρεο. Το έσοδο έχει μεν προσδιοριστεί (έχει αποκτηθεί ο νόμιμος τίτλος είσπραξης), όμως το Δημόσιο δεν έχει ακόμη αποκτήσει τίτλο ενεργοποίησης της εν γένει διαδικασίας είσπραξης του εσόδου.

Για να προχωρήσει το Δημόσιο στην επιδίωξη είσπραξης συγκεκριμένου εσόδου, πρέπει το έσοδο αυτό να βεβαιωθεί και με την στενή έννοια του όρου, ήτοι να βεβαιωθεί ταμειακά. Με άλλη διατύπωση, με την βεβαίωση εν ευρεία εννοία, το χρέος προς το Δημόσιο γεννάται και γίνεται απαιτητό, αλλά δεν έχει ακόμα καταστεί εισπράξιμο με εκτελεστό τίτλο (Α.Π. 1030/2021, Α.Π. 352/2020).

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, στη διαδικασία ρύθμισης του νόμου δύνανται να υπαχθούν οι οφειλές προς το Δημόσιο, εφόσον έχουν γεννηθεί ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης και βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου κατά τον παρόντα νόμο, εφόσον οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η οφειλή προς το Δημόσιο θα πρέπει να έχει βεβαιωθεί εν ευρεία εννοία ένα χρόνο τουλάχιστον πριν την κατάθεση της αίτησης και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης θα πρέπει, σωρευτικά, να έχει βεβαιωθεί και εν στενή εννοία. Ο χρόνος της εν στενή εννοία βεβαίωσης, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι τουλάχιστον ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης, αρκεί βέβαια κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης οι οφειλές του αιτούντος να έχουν βεβαιωθεί και εν στενή εννοία (Α.Π. 1030/2021, βλ.

και υπ' αριθμ. ΠΟΛ. 1036/2016/22-03-2016 Παροχή οδηγιών σχετικά με το χειρισμό υποθέσεων υπαγωγής οφειλετών στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις" του Προϊσταμένου του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης - Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.

α` Κ.Πολ.Δ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα στις 6-5-2021) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (A.Π. 1943/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 701/2020).

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 681/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 634/2022, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 65/2017).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ.

ΑΠ 15/2000, Α.Π. 634/2022, Α.Π. 1549/2021,Α.Π. 259/2017). Αν αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος, πρέπει να μεταφέρει στο εφετείο όλους τους ισχυρισμούς που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του εφετείου, αποκλειστικά κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π. 1295/2022, A.Π. 999/2022, Α.Π. 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1290/2022, Α.Π. 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 983/2021, Α.Π. 416/2022, Α.Π. 81/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1549/2021, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 73/2016). Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 και 560 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 247/2024, Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 336/2022, Α.Π. 1549/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : " Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος), ηλικίας σήμερα 51 ετών, είναι παντρεμένος με τη Γ.

Χ., ηλικίας 50 ετών και έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τον Ε., ηλικίας 26 ετών, ο οποίος εργάζεται ως πυροσβέστης και την Κ., ηλικίας 22,5 ετών, φοιτήτρια, όπως προκύπτει από την από 29.05.2017 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Τμήματος Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης της Διεύθυνσης Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών.

Τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της, ο αιτών είναι άνεργος, εγγεγραμμένος στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, χωρίς να λαμβάνει επίδομα ανεργίας και ως εκ τούτου στερείται εισοδήματος. Η σύζυγός του εργάζεται τα τελευταία 12 έτη ως υπάλληλος σούπερ-μάρκετ στην εταιρεία "Όμιλος Επιχειρήσεων Ι.

Χ. Σ. Α.Ε.". Το μέσο μηνιαίο εισόδημά της, το οποίο παράλληλα αποτελεί και το μέσο μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα, ανέρχεται σε 830,00 ευρώ περίπου. Στο παρελθόν, ο αιτών εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος-ελεύθερος επαγγελματίας. Ωστόσο, περί τα τέλη του έτους 2010 και αρχές του έτους 2011, διαπιστώθηκε ότι έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας, οπότε και αυξήθηκαν τα έξοδά του στην προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος υγείας που του παρουσιάστηκε, αναγκάστηκε δε να μεταβεί αρκετές φορές σε νοσοκομεία του εξωτερικού, προκειμένου να ακολουθήσει συγκεκριμένη θεραπεία για την καλύτερη αντιμετώπιση του προβλήματος του, με έξοδα, τα οποία κάλυψε από τις αποταμιεύσεις του και της συζύγου του, καταβάλλοντας όμως ταυτόχρονα τις μηνιαίες δόσεις του προς τους πιστωτές του (βλ.

και κατάθεση μάρτυρος). Πλην όμως, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, οπότε και την 31.12.2013, προέβη σε διακοπή εργασιών της επιχείρησής του, προκειμένου να αφοσιωθεί στη θεραπεία της πάθησής του. Έκτοτε παραμένει άνεργος. Το δε οικογενειακό τους εισόδημα έχει υποστεί μεγάλη μείωση τα τελευταία χρόνια, λόγω του προαναφερόμενου προβλήματος υγείας και της διακοπής της επαγγελματικής του δραστηριότητας αλλά και της μείωσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής κρίσης που έπληξε τους μισθούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, χωρίς αντίθετα να έχει μειωθεί, αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης τους, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, ΕΝΦΙΑ κλπ.).

Λαμβανομένων υπόψιν όσων κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν και των εύλογων δαπανών διαβίωσης όπως προσδιορίζονται στην Ε.Ο.Π. της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι οποίες, όμως, λειτουργούν μόνο ως κατευθυντήριες γραμμές (...), το Δικαστήριο κρίνει, δυνάμει και των άρθρων 336 § 4 και 744 ΚΠολΔ, ότι το ποσό που προκύπτει ως απολύτως απαραίτητο για τον αιτούντα προς κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του και της οικογένειάς του, ήτοι για διατροφή, πληρωμή λογαριασμών (ύδρευσης, ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας, κοινοχρήστων), για έξοδα θέρμανσης και μετακίνησης, ένδυση- υπόδηση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς και για άλλα τυχόν έκτακτα έξοδα, (τα τέκνα τους, ενήλικα πλέον, ενόψει των συνθηκών ηλικίας και ικανότητας προς εργασία δεν εμπίπτουν στην έννοια του προστατευόμενου μέλους (άρθρο 1486 ΑΚ) ανέρχεται συνολικά σε περίπου 700 ευρώ μηνιαίως, με βάση τις συνθήκες διαβίωσης του συγκεκριμένου οφειλέτη.

Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο οφειλέτης ο οποίος ζητεί να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης.

Όπως δε κατατέθηκε, για την κάλυψη των ανωτέρω αναγκών αλλά και την καταβολή της μηνιαίας δόσης, που ορίστηκε να καταβάλλει ο αιτών με την από 22.09.2017 προσωρινή διαταγή, τον συνδράμουν οικονομικά οι γονείς του, οι οποίοι είναι συνταξιούχοι. Επιπροσθέτως, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει από τους καθ' ων τα αναφερόμενα στην αίτηση δάνεια, τα οποία σύμφωνα με το νόμο θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010 τα ανέγγυα υπολογίζονται με τους νόμιμους τόκους έως την κοινοποίηση της αίτησης, ενώ τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα έως την έκδοση απόφασης.

Συγκεκριμένα, οφείλει: 1. προς την 1η των καθ' ων πιστώτρια ("Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε."), όπως προκύπτει από την από 10.01.2017 αναλυτική βεβαίωση οφειλών, σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες δανειακές συμβάσεις: α. ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης στεγαστικού δανείου με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 172.763,49 ευρώ (απαίτηση εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του, ιδιοκτησίας του), β.

ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης στεγαστικού δανείου, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 106.181,96 ευρώ (απαίτηση εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του), γ. ως οφειλέτης, δυνάμει σύμβασης πιστωτικής κάρτας, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 5.440,68 ευρώ, δ.

ως οφειλέτης, δυνάμει σύμβασης πιστωτικής κάρτας, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 33.140,13 ευρώ, ε. ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 16.626,40 ευρώ, στ. ως οφειλέτης δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 17.158,43 ευρώ, ζ.

ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 164,04 ευρώ, η. ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης στεγαστικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 3.945,62 ευρώ, θ. ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης στεγαστικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 1.413,07 ευρώ, ι.

ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ... (καταγγελμένη), ποσό 192,33 ευρώ, ια. ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ..., ποσό 102,23 ευρώ και ιβ. ως οφειλέτης, δυνάμει της υπ' αρ ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, με αριθμό λογαριασμού ..., ποσό 270,71 ευρώ, και συνολικά το ποσό των 357.399,09 ευρώ, 2.

Προς τη 2η των καθ' ων πιστώτρια ("Attica Bank A.E."), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 16.01.2017 αναλυτική βεβαίωση οφειλών: α. ως οφειλέτης, δυνάμει του με αριθμό λογαριασμού ... ελεύθερου δανείου, ποσό 16.268,63 ευρώ (ληξιπρόθεσμη οφειλή) και β. ως οφειλέτης δυνάμει της με αρ λογ ... πιστωτικής κάρτας, ποσό 7.727,32 ευρώ (ληξιπρόθεσμη οφειλή) και συνολικά το ποσό των 23.995,95 ευρώ, 3.

Προς τον τρίτο των καθ' ων-εφεσίβλητο [ήδη "Ηλεκτρονικός Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)"], το ποσό των 43.591,20 ευρώ και 4. Προς το τέταρτο των καθ' ων-εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείον), το ποσό των 27.263,57 ευρώ. Η συνολική του δε οφειλή ανέρχεται στο ποσό των 452.249,81 ευρώ. Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και συμβολαιογραφική πράξη, αποδείχθηκε ότι έχει την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ενός διώροφου διαμερίσματος, με στοιχεία πίνακα "Δδ3", συνολικής μικτής επιφάνειας 116 τ.μ., αποτελούμενο από ισόγειο 58 τ.μ.

και όροφο 58 τ.μ., που αποτελεί τμήμα οριζόντιας ιδιοκτησίας σε οικοδομή ανεγερθείσα επί ενός οικοπέδου, κειμένου εντός της πόλεως Ρόδου και επί της οδού Απόλλωνος, αριθμός 10. Το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της οικογένειάς του. Το απέκτησε δε, δυνάμει του υπ' αριθ. ....2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου, Α.

Κ.-Χ. και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 89.523 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ 2016). Περαιτέρω, ως προς την κινητή περιουσία του αιτούντος, στη φορολογική του δήλωση (Ε1) φαίνεται ότι έχει στην πλήρη κυριότητα του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασιακής κατασκευής Μitsubishi, εμπορικής ονομασίας Ραnzero, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το 2004, του οποίου η σημερινή εμπορική αξία εκτιμάται στο ποσό των 500 ευρώ (αξία ανταλλακτικών), για το οποίο όμως, ήδη από την 21.09.2006, έχουν κατατεθεί πινακίδες και άδεια κυκλοφορίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αφού έχει καταστραφεί ολοσχερώς λόγω ατυχήματος και δεν χρησιμοποιείται ούτε πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον.

Πέραν αυτών, δεν διαθέτει άλλο περιουσιακό στοιχείο. Ο αιτών αρχικά ήταν συνεπής στην αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων. Το σοβαρό πρόβλημα υγείας όμως, που του παρουσιάστηκε ξαφνικά, όπως προαναφέρθηκε και τον οδήγησε σε μεγάλες ιατρικές δαπάνες, η παύση των εργασιών της επιχείρησής του λόγω της σωματικής του αδυναμίας να τη συνεχίσει, η συνεχιζόμενη έκτοτε ανεργία του, αφού αδυνατεί να εξεύρει εργασία που να προσιδιάζει στις ιδιαίτερες ανάγκες του, η φοίτηση της κόρης του σε πανεπιστήμιο εκτός Ρόδου και η μείωση των μηνιαίων αποδοχών της συζύγου του, είχαν σαν αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει δυσχέρεια και να αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τις καθ' ων πιστώτριές του καθόσον το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημά του, από το ποσό των 2.000 ευρώ κατά το χρόνο έναρξης της δανειοδότησής του (2006), μειώθηκε στο ποσό των 850 ευρώ κατά το έτος 2015, ενώ έβαινε μειούμενο και κατά τα επόμενα έτη, μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης.

Η δε ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων έγινε σε χρονικό διάστημα που τα εισοδήματά του ήταν αυξημένα και μπορούσε να είναι συνεπής στην εξυπηρέτησή τους, μη δυνάμενος να προβλέψει τις επερχόμενες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και το πρόβλημα υγείας του. Συνεπεία των ανωτέρω, η σχέση μεταξύ ρευστότητας και των οφειλών του αιτούντος κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο είναι αρνητική, χωρίς να αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, των πολύ χαμηλών εισοδημάτων του και των συνεχώς αυξανομένων δανειακών του υποχρεώσεων.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει με μηνιαίες καταβολές επί τρία χρόνια, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010. Ειδικότερα, ο αιτών-εκκαλών υποχρεούται να καταβάλλει στους πιστωτές του, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι σε 36 (τριάντα έξι) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 300 ευρώ, καταβλητέες εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, το ποσό των 10.800 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενες στις απαιτήσεις των καθ' ων- εφεσίβλητων.

Σε κάθε δε επιμέρους οφειλή του έναντι εκάστου πιστωτή- καθ' ης η αίτηση αναλογούν τα εξής ποσά: 1. Για την πρώτη εφεσίβλητη, το ποσό των 225 ευρώ, 2. Για τη δεύτερη εφεσίβλητη, το ποσό των 21 ευρώ, 3. Για τον τρίτο εφεσίβλητο, το ποσό των 30 ευρώ και 4. Για την τέταρτη εφεσίβλητη, το ποσό των 24 ευρώ.

Συνεπώς, πρέπει να ρυθμιστούν οι οφειλές του αιτούντος κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές των ως άνω ποσών, απευθείας στους πιστωτές του, από τα εισοδήματά του επί τρία έτη, συμφώνως με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, με αφετηρία την 1η εργάσιμη ημέρα του πρώτου μήνα αμέσως μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης.

Μετά την καταβολή των ανωτέρω ποσών, θα έχει καταβληθεί έναντι της συνολικής οφειλής του αιτούντος, το ποσό των 10.800 ευρώ, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ήτοι (452.249,81- 10.800) 441.449,81 ευρώ, να παραμένει ακόμη ανεξόφλητο. Εν συνεχεία, η κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 ρύθμιση, εφόσον με τις καταβολές της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται εξόφληση των απαιτήσεων των τρίτου και τέταρτης των καθ' ων πιστωτών και είχε υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης της ανήκουσας στον αιτούντα κύριας κατοικίας, που έχει ήδη εξαιρεθεί από την εκποίηση καθώς όπως κρίθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 148/2019 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την ένταξη της κατοικίας του στη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 για εξαίρεση από την εκποίηση.

Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, προκειμένου να καθορισθεί το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, θα πρέπει αφενός να ληφθεί υπόψη η μεγίστη δυνατότητα αποπληρωμής του και αφετέρου το ότι θα καταβάλλει τέτοιο ποσό ώστε οι πιστώτριές του να βρίσκονται στην ίδια οικονομική θέση σε σύγκριση με την ικανοποίησή τους από τυχόν εκποίηση της κατοικίας από, αναγκαστική εκτέλεση.

Συνεπώς, σημασία πλέον για το τι θα καταβάλλει ο οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του έχει το εκτιμώμενο ποσό του πλειστηριάσματος, βάσει της τρέχουσας εμπορικής αξίας του ακινήτου, αφαιρουμένων των εξόδων της εκτέλεσης, ενώ η τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία (βλ.

αρθρ. 993 παρ. 2 εδ. γ' και 995 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ καθώς και Π.Δ. 59/2016 και υπ' αριθ. 54/2015 Απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος). Για τη διάσωση λοιπόν της κύριας κατοικίας του, ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει ποσό που θα ελάμβαναν οι πιστωτές του, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι ποσό που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του (βλ, αρθρ. 993 παρ. 2 εδ.

γ' και 995 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ), αφαιρουμένων των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Δεδομένου ότι ο αιτών προσκόμισε σύμφωνα με την υπ' αριθ. 54/15-12-2015 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτίμηση σχετικά με το εκτιμώμενο ποσό του πλειστηριάσματος της κύριας κατοικίας του, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 113.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 115.000 ευρώ εκτιμώμενη εμπορική αξία κύριας κατοικίας - 2.000 ευρώ έξοδα εκτέλεσης.

Λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής δυνατότητας του αιτούντος αλλά και της ηλικίας του, ορίζονται μηνιαίες καταβολές επί 360 μήνες, ήτοι επί 30 έτη, που θα αρχίσουν την 1η εργάσιμη ημέρα του 1ου μήνα μετά τη λήξη των καταβολών επί τριετία της προηγούμενης ρύθμισης, θα είναι δε καταβλητέες μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο εκάστου μηνός και κάθε μηνιαία καταβολή θα ανέρχεται στο ποσό των (113.000 : 360) 313,89 ευρώ.

Το ως άνω ποσό θα καταβληθεί συμμέτρως στους πιστωτές του και ειδικότερα: 1. Για την πρώτη εφεσίβλητη, το ποσό των 235,89 ευρώ, 2. Για τη δεύτερη εφεσίβλητη, το ποσό των 22 ευρώ, 3. Για τον τρίτο εφεσίβλητο, το ποσό των 31 ευρώ και 4. Για το τέταρτο εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείοντα), το ποσό των 25 ευρώ. Παράλληλα, θα πρέπει να του χορηγηθεί περίοδος χάριτος τριών ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών επί τριετία.

Η καταβολή των παραπάνω δόσεων θα γίνει εντόκως, αλλά χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Ο τόκος θα συμπεριλαμβάνεται στη δόση που ορίσθηκε και δεν θα προστίθεται σε αυτήν. Επισημαίνεται ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τους πιστωτές.

Από το σκέλος αυτό της ρύθμισης θα ικανοποιηθούν, προνομιακά, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, οι απαιτήσεις των πιστωτριών Τραπεζών, που απορρέουν από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις, οι οποίες είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης επί της ως άνω κατοικίας, Η απαίτηση αυτή, μετά το πέρας της προηγούμενης ρύθμισης, δηλαδή μετά τις καταβολές επί τριετία, θα έχει διαμορφωθεί, στο ποσό των (441.449,81 - 113.000) 328.449,81 ευρώ.

Συνεπώς, με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης, η οποία θα επιφέρει την μερική εξόφληση της οφειλής του εκκαλούντος, θα επέλθει απαλλαγή από το υπόλοιπο των χρεών του, καθώς δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το υπόλοιπο της απαίτησης των πιστωτριών, γιατί δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στους αιτούντες.

Κατά συνέπεια των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη του εκκαλούντος, με σκοπό την απαλλαγή του, με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, αφού δέχθηκε ως βάσιμο, το μοναδικό λόγο της έφεσης του αιτούντος, ήδη αναιρεσίβλητου, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της αίτησής του ως μη νόμιμης ως προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και το ν.π.δ.δ. "Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), έκρινε ότι δεν είναι αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2γ' του Ν. 3869/2010, δια της οποίας υπάγονται σε ρύθμιση με το νόμο των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων τα χρέη προς το Δημόσιο και οι ασφαλιστικές εισφορές, εξαφάνισε την πρωτόδικη 57/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, που είχε κρίνει διαφορετικά και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος προς τους πιστωτές του, μεταξύ των οποίων και τα χρέη προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ύψους 27.263,57 ευρώ κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.

Με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του :α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 4 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, κατά τις οποίες, όπως υποστηρίζει, απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων) για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του άνω Ν. 3869/2010 είναι οι απαιτήσεις να μην έχουν βεβαιωθεί (εν στενή εννοία) το τελευταίο έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης (7-7-2017), ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι αναλυτικά αναφερόμενες στο αναιρετήριο οφειλές του αναιρεσίβλητου προς το Ελληνικό Δημόσιο βεβαιώθηκαν ταμειακά εντός ενός (1) έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης και β) ότι οι κατωτέρω αναφερόμενες οφειλές του αιτούντος-αναιρεσίβλητου, ήτοι: 1) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή από πρόστιμο Φ.Π.Α. (μετά προσαυξήσεων/ προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 2) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 1219/89 (μετά προσαυξήσεων / προστίμων) ποσού 101,46 ευρώ, 3) ΑΤΒ ...- 2016 οφειλή από πρόστιμο Φ.Π.Α. (μετά προσαυξήσεων / προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 4) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή από πρόστιμο Φ.Π.Α. (μετά προσαυξήσεων/προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 5) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή από πρόστιμο Φ.Π.Α. (μετά προσαυξήσεων / προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 6) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή από πρόστιμο Φ.Π.Α. (μετά προσαυξήσεων / προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 7) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή από πρόστιμο Φ.Π.Α. (μετά προσαυξήσεων/ προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 8) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή από πρόστιμο Φ.Π.Α. (μετά προσαυξήσεων/προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 9) ΑΤΒ ...-2016 οφειλή πρόστιμο μητρώου (μετά προσαυξήσεων / προστίμων) ποσού 103,13 ευρώ, 10) ...-2016 οφειλή από πρόστιμο άλλων φόρων άρθρου 54 Ν.4174/13 (μετά προσαυξήσεων / προστίμων) ποσού 103,86 ευρώ και 11) ποσό 128,42 ευρώ εκ της οφειλής με ΑΤΒ ...-2014 ΕΝΦΙΑ οφειλή (που αφορά σε πρόστιμο άρθρου §7 Ν.4174/13), συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, καθώς τυγχάνουν εξαιρετέες, εσφαλμένα, συνεπώς, υπήχθησαν με βάση την προσβαλλόμενη απόφαση σε ρύθμιση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή όχι) είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε δε περίπτωση, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, ιδίως δε των προσκομιζόμενων από τον αναιρεσίβλητο από 28-1-2021 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, προκύπτει ότι ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο (της ανεπίτρεπτης ρύθμισης των χρεών του αιτούντος προς το Δημόσιο, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 και 4 του Ν. 3869/2010), δεν είχε προβληθεί με τις προτάσεις του καθ' ου-εφεσίβλητου-ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές, αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., γεγονός άλλωστε που δεν επικαλείται το αναιρεσείον.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο, για να υπαχθούν στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, θα πρέπει να έχουν βεβαιωθεί εν ευρεία εννοία ένα χρόνο τουλάχιστον πριν την κατάθεση της αίτησης και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης θα πρέπει, σωρευτικά, να έχουν βεβαιωθεί και εν στενή εννοία και συνεπώς ο χρόνος της εν στενή εννοία βεβαίωσης δεν απαιτείται να είναι τουλάχιστον ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που έκρινε τελεσίδικα, ότι οι οφειλές του αιτούντος, που, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, βεβαιώθηκαν ταμειακά εντός ενός έτους πριν από την κατάθεση της αίτησής του στις 7-7-2017, ήτοι εντός του έτους 2016, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 2 και 4 του Ν. 3869/2010, ούτε αυτές των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν.

δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, και ο ως άνω λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, αβάσιμος τυγχάνει ο ανωτέρω λόγος και κατά το μέρος, κατά το οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι οι προαναφερόμενες στο στοιχείο (β) επί μέρους οφειλές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, καθώς οι οφειλές αυτές δεν συνιστούν διοικητικά πρόστιμα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ.γ'του ίδιου νόμου, αλλά συναρτώνται με τις φορολογικές υποχρεώσεις του φορολογουμένου, οι οποίες επιβλήθηκαν από τη φορολογική αρχή λόγω της μη έγκυρης ή μη εμπρόθεσμης εξόφλησής τους και επομένως ορθά υπήχθησαν με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ρύθμιση.

Ενόψει όλων των παραπάνω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β` του ίδιου Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 4/6-5-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ