Supreme Court dismisses appeal against labor court decision rejecting vague employment claim as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by six individuals against a First Instance Court decision that rejected their employment lawsuit as vague. The appellants argued the lower court erred in applying equality principles and substantive law, but the Court held that an appeal under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure is inadmissible when the lower court rejects a claim as inadmissible due to vagueness. Consequently, the appeal was rejected and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559(19) is inadmissible when the court of first instance rejects a claim as inadmissible due to vagueness, as the appellate court cannot review the merits in such circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1117 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1117/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Κ. Φ. του Β., κατοίκου ..., 3) Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 4) Ν.-Α. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 5) Η. Ν. του Ε., κατοίκου ... και 6)Ι. Δ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σωτηροπούλου-Πηλίχου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..Α.Ε", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1433/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1727/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Η πληρεξούσια των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14-10-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1727/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 9-1-2013 έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1433/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η από 6-12-2005 αγωγή αυτών.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 15-9-2021 (βλεπ. σχετ. επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Ν. Β. στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως) και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματέα του Εφετείου στις 14-10-2021 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 517/2017, 862/2015, 291/2015, 1864/2011). Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, 34/2015, 1192/2012, 220/2012, 1125/2011).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 , 3, 4 παρ.1, 3, 4 και 8, 5 παρ.1, 3 και 5, 6, 22 παρ.1, 2 και 3, 23 παρ. 1,2 και 3 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ... που δημοσιεύθηκε με την υπ` αριθ. 2842/442 από 24/25 Οκτωβρίου 1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974, επέχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τη ...
με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, ενώ έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών υπαγόμενο σε ορισμένες μόνο διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού κατά την παρ.1 του άρθρου 42 αυτού και το οποίο μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως.
Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων. Ειδικότερα ο κλάδος των τεχνικών υποδιαιρείται σε κατηγορίες, στις οποίες περιλαμβάνεται εκείνη των τεχνολόγων (Τ3), της οποίας η τελευταία βαθμίδα (ε) περιλαμβάνει τρία μισθολογικά κλιμάκια (7-8-9), όπου απαιτείται ως τυπικό προσόν η κτήση πτυχίου αναγνωρισμένης σχολής Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισοτίμου αλλοδαπής και εκείνη των τεχνικών (Τ4), της οποίας η τελευταία βαθμίδα (στ) περιλαμβάνει έξι μισθολογικά κλιμάκια (9-10-11-12-13-14), όπου απαιτείται ως τυπικό προσόν πτυχίο αναγνωρισμένης Μέσης ή Κατώτερης Τεχνικής σχολής ή αντίστοιχο πτυχίο σχολής ...
ή σχολής μαθητείας του Υπουργείου Εργασίας και τυχόν κατά νόμο απαιτουμένη επαγγελματική άδεια της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτήν εμπειρία. Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης.
Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης. Ο πριν την ένταξη διανυθείς χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για τη πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του διοικητή, κατόπιν πρότασης της ιεραρχίας. Μισθολογικές προαγωγές ενεργούνται κάθε φορά μόνο κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο και μέχρι του ανωτάτου μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο μισθωτός.
Η μισθολογική προαγωγή γίνεται μετά τη συμπλήρωση τριετίας στο κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ο δε μισθωτός παραπέμπεται προς κρίση, εφόσον συμπληρώνει την τριετία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του χρόνου κρίσης. Για οποιαδήποτε μισθολογική προαγωγή εντός της ίδιας βαθμίδας απαιτείται ο μισθωτός, εκτός από τις λοιπές προϋποθέσεις, να έχει και τα τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα προσόντα και υπηρεσιακή επίδοση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της επιχείρησης, ενώ για την προαγωγή σε ανωτέρα βαθμίδα απαιτείται επιπροσθέτως όπως υφίσταται κενή οργανική θέση και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση που υπερβαίνει σαφώς και καταδήλως τις βασικές απαιτήσεις της επιχείρησης, κατά την αιτιολογημένη κρίση των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 22 οργάνων.
Ουδείς μπορεί να προσληφθεί απ` ευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό. Για τη πρόσληψη δε του άνω μισθωτού απαιτείται να πληροί ο τελευταίος τις αναγραφόμενες στη παρ.5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις.
Μετάταξη του προσωπικού από κατηγορία σε κατηγορία του ιδίου ή άλλου κλάδου είναι δυνατή για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας, εφόσον ο μετατασσόμενος έχει τα προσόντα που απαιτούνται από τη κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής όπου μετατάσσεται. Η μετάταξη λαμβάνει χώρα με απόφαση του διοικητή, μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως, ενώ ο χρόνος έναρξης της μετάταξης καθορίζεται με την απόφαση του διοικητή.
Τέλος με την από 28.2.1990 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "Για του όρους αμοιβής και εργασίας προσωπικού της ..." (πρακτικό κατάθεσης Υπ. Εργασίας 22/7.3.1990, πράξη κατάθεσης Ειρηνοδικείου Αθηνών 13/28.3.1990), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β` 227) έλαβε χώρα από 1.1.1990 ανακλιμάκωση της μισθολογικής εξέλιξης του ήδη υπηρετούντος στην ...
τακτικού προσωπικού σε συνάρτηση με τη στάθμη του τίτλου σπουδών, εφόσον ο εν λόγω τίτλος απαιτείτο ως τυπικό προσόν για τη πρόσληψη, ένταξη, μισθολογική εξέλιξη ή μετάταξη στην κατηγορία στην οποία βρίσκεται κάθε τακτικός μισθωτός την υπόψη ημερομηνία. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΚΠ-...
συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της αναιρεσείουσας ..., η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/..., σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Η υποχρέωση αυτή της ... που αντιστοιχεί σε σχετική αξίωση του μισθωτού έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθ.288 ΑΚ). Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από τη ..., που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με την μη ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της, είτε με την ένταξη αυτού σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 1892/2017, 698/2015, 244/2013, 1151/2007, 185/2005).
Περαιτέρω όμως από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/... συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και τη κατάταξη του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 698/2015, 1252/2008).
Επομένως στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ... να κατατάξει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/..., απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η κατά τα ανωτέρω κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1892/2017, 772/2017, 1415/2015, 1596/2012, 1133/2011, 646/2008).
Η συνδρομή της ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, που αποτελεί κατά τα ήδη προεκτεθέντα αναγκαία προϋπόθεση για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού της ... σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού, από την οποία εξαρτάται η εν συνεχεία μισθολογική εξέλιξη του, με την οποία θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή σχετικό δικαίωμα του εργαζόμενου, απαιτείται να αναφέρεται ρητά στο οικείο δικόγραφο και δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά (ΑΠ 1892/2017, 1415/2015).
Επίσης, επί της αγωγής, με την οποία ζητείται η ένταξη υπαλλήλου της ... με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (αρθρ. 4 και 22 παρ.1 εδαφ. β' Συντάγματος), από το ότι η εργοδότρια ενέταξε σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της άλλους μισθωτούς της, που διέθεταν τα αυτά με τον ενάγοντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρείχαν υπό τις αυτές συνθήκες την ίδια εργασία προς εξυπηρέτηση της αυτής κατηγορίας αναγκών της επιχειρήσεως, αναγκαία στοιχεία αυτής αποτελούν ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων μισθωτών, στους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και του ενάγοντος, η εργασία, που παρείχαν οι ίδιοι και ο ενάγων κα οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρεχόταν η εργασία , ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η ανωτέρω αρχή (ΑΠ 1364/2019, 59/2015, 648/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 6-12-2005 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ... (...) κατά τους αναγραφόμενους στην αγωγή χρόνους, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι όλοι τους τυγχάνουν πτυχιούχοι Ανώτερων Δημοσίων Σχολών Δοκίμων Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού Μηχανικών και ότι στη συνέχεια με σχετικές αποφάσεις του Διοικητή, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του συμβουλίου κρίσεων, εντάχθηκαν κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στην κατηγορία των Τεχνικών (Τ4) με εισαγωγικό κλιμάκιο 10.
Ότι η εναγομένη ..., κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του ΚΚΠ-... και ενεργώντας παράνομα, αντισυμβατικά και αντίθετα στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ τους ενέταξε στην κατηγορία των Τεχνικών (Τ4) και στο ως άνω αναφερόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ έπρεπε να τους εντάξει στην κατηγορία των Τεχνολόγων (Τ3) με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 8, καθόσον αυτοί είχαν όλα τα προβλεπόμενα από τον οικείο ΚΚΠ-...
τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν, κυρίως μεν σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΚΠ της αναιρεσίβλητης σε συνδυασμό με το άρθρο 288 Α. Κ., επικουρικά δε σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι η αναιρεσίβλητη κατέταξε στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3 άλλους πτυχιούχους Ανώτερων Δημοσίων Σχολών Δοκίμων Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού Μηχανικών, που έχουν τα ίδια με αυτούς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη ...
κακώς τους ενέταξε στην κατηγορία Τ4 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 και ότι αυτή όφειλε κατά τους χρόνους ένταξης αυτών να τους εντάξει στην κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη όφειλε να τους προαγάγει στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια με βάση τις οικείες ρυθμίσεις του ΚΚΠ-...
και της από 28.2.1990 ΕΣΣΕ μετά την πάροδο της απαιτουμένης τριετίας από τους αναγραφόμενους στην αγωγή για κάθε ενάγοντα χρόνους και γ) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να τους καταβάλει για το χρονικό διάστημα από την 1.1.2000 έως τις 31.12.2005, τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την ορθή ένταξή τους και της μετά ταύτα μισθολογικής τους εξέλιξης μεταξύ των αντίστοιχων ως άνω μισθολογικών κλιμακίων, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, αφότου ήταν καταβλητέα κάθε μερικότερη διαφορά.
Το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως των εναγόντων κατά της υπ' αριθμ. 1433/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκρινε ότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή ήταν αόριστη στο σύνολό της, διότι, α) δεν εκτίθετο στο δικόγραφό της ότι κατά τους συγκεκριμένους χρόνους που έλαβε χώρα η ένταξη των αναιρεσειόντων στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις στην κατηγορία Τ3 και στα μισθολογικά κλιμάκια 8 και β) δεν προσδιορίζουν ποιες συγκεκριμένες εργασίες πρόσφεραν κατονομαζόμενοι μισθωτοί, στους οποίους εκδηλώθηκε ευνοϊκή μεταχείριση, ποια τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και ποιοι οι όροι και συνθήκες εργασίας αυτών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί πράγματι ο νόμος για την ένταξη των μισθωτών της αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού αυτής.
Πράγματι, με δεδομένο το ότι για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού και για την εν συνεχεία προαγωγή ή εξέλιξή του απαιτείται η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς.
Το γεγονός ότι η επιχείρηση είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες των εργαζομένων, διότι τους απασχολούσε ως έκτακτους, δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχων κενών οργανικών θέσεων, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/... το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις.
Και το γεγονός ότι αργότερα η επιχείρηση κατέταξε τους εργαζόμενους στην προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, δεν σημαίνει, επίσης, ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία από την οποία οι εργαζόμενοι επιδιώκουν την κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή.
Γι` αυτό, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης, υπήρχε κενή οργανική θέση, στην οποία η διοίκηση της επιχείρησης, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη, παρέλειψε να κατατάξει τους εργαζόμενους. Επιπλέον, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής, καθόσον αφορά τους μισθωτούς της αναιρεσίβλητης, στους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα εκάστου εξ αυτών, η εργασία, που παρείχε ο καθένας από τους εν λόγω μισθωτούς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες παρεχόταν η εργασία τους, προκειμένου τα στοιχεία αυτά να συγκριθούν με των αναιρεσειόντων και να διαπιστωθεί εάν η εναγομένη εταιρεία, εξαιρώντας τους ενάγοντες από την ένταξη στην ίδια με αυτούς κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο, παραβίασε ή όχι την αρχή της ισότητας.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).
Με τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 44/1990, 3/1997, ΑΠ 19/2021, 103/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή τους, ως αόριστη, παραβιάζοντας τους αναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν υπεισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, όπως εν προκειμένω το Εφετείο, που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.
Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1727/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ