Legislator Case Law & Legislation
1117/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor accident judgment due to lack of interest and insufficient evidence.

Case Number 1117/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a workplace accident. The appellant argued that the lower court failed to consider his own submitted documents and incorrectly classified the incident as a labor accident. The court ruled that the appellant had already presented sufficient evidence and failed to demonstrate a legal interest in overturning the final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 81(3), 558 of the Code of Civil Procedure; An appeal cannot be filed against a third party who intervened unless they actively fought the case, and the appellant must demonstrate a legal interest to challenge the finality of the judgment.

Keywords

AI generated
labor accident workplace injury appeal dismissal legal interest third party intervention evidence sufficiency court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 80, 81(3), 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 551/1928
Article 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1117 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1117/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ.-Μ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1)Εταιρίας με την επωνυμία "Α.Ν.Ε.Ε. ΤΕΧΝΑΒΑ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Τριανταφύλλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Καρακατσάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3) Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Τριανταφύλλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 4) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Ζέμπερη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 17-1-2013 δύο ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 1ης και 2ης ήδη αναιρεσιβλήτων, και με τις από 26-3-2013 προτάσεις, ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της 4ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 3268/2013 μη οριστική και 316/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 476/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-10-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Οι πληρεξούσιοι των 2ου και 4ου των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 3 και 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010). Πάντως, αν η αναίρεση του καθού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 880/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (ΑΠ 4/2020,ΑΠ 1295/2019). 2.Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Ο ενάγων με την από 18-12-2012 (αρ. εκθ.καταθ.10.141/2012) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισε στις 25.10.2010 με την πρώτη εναγομένη, προσλήφθηκε από την τελευταία, προκειμένου να εργασθεί ως εργατοτεχνίτης, στις εργασίες καθαρισμού των πυθμένων πέντε δεξαμενών, από τα υπολείμματα νερού και πετρελαίου, κυριότητας της δεύτερης εναγομένης, αντί των εκεί αναφερόμενων αποδοχών.

Ότι, εργοδηγός και προϊστάμενος του κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας ήταν ο τρίτος εναγόμενος, προστηθείς από την πρώτη εναγομένη. Ότι, κατά την 19.2.2011, ενώ εργαζόταν στο εν λόγω έργο, υπέστη εργατικό ατύχημα, συνεπεία υπαιτιότητας των εναγομένων, της πρώτης εναγομένης εργοδότριας αυτού, της δεύτερης εναγομένης, κυρίας του έργου και υπεύθυνης για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και του τρίτου εναγομένου εργοδηγού προστηθέντος από την πρώτη, υπό τις συνθήκες που ειδικά περιγράφονται στην αγωγή λόγω παράβασης των αναφερομένων στην αγωγή νόμων, αναφορικά με την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στις εν λόγω εγκαταστάσεις.

Ότι συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος υπέστη σωματική βλάβη, κάκωση αριστερού γόνατος και υποχρεώθηκε να απέχει από την εργασία του για το από 19-2-2011 έως 20-6-2013 χρονικό διάστημα. Ζήτησε, ως εκ τούτου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν α) το ποσό των 200.000 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του εν λόγω ατυχήματος και β) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 55.604,38 Ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά που προκύπτει από το συνολικά απωλεσθέν εισόδημα του, συνεπεία αδυναμίας του προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 19.2.2011 έως 20.6.2013, αφαιρουμένου του ποσού που έλαβε από το ΙΚΑ ως επίδομα ασθενείας, υπό τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής και των συνεκδικασθεισών μ' αυτήν α) από 17-1-2013 (αρ.εκ. καταθ.406/2013) ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και της σωρευόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ν.Ε.Ε. ΤΕΧΝΑΒΑ Α.Ε" κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS "ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης β)από 17-1-2013 (αρ.εκθ.

καταθ.474/2013) ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και της σωρευόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής της δεύτερης εναγομένης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά της ίδιας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS" ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, με τις οποίες, οι ανωτέρω εναγόμενες - προσεπικαλούσες εταιρείας επικαλούμενες ότι η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε δυνάμει των εκεί ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους κινδύνους κατά την εκτέλεση του έργου καθαρισμού των δεξαμενών για σωματικές βλάβες των εργαζομένων, προσεπικαλούν την τελευταία να παρέμβει προς υποστήριξη τους στην ανοιγείσα με την κύρια αγωγή δίκη και σε περίπτωση ήττας τους, να τους καταβάλει η τελευταία, ό,τι οι ίδιες υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα.

Η προσεπικαλούμενη - παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο άσκησε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης και με τις από 26-3-2013 προτάσεις της πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης εταιρείας "Α.Ν.Ε.Ε.

ΤΕΧΝΑΒΑ ΑΕ", προσεπικαλούσας-παρεμπιπτόντως ενάγουσας της με αρ. κατάθεσης.406/2013 προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3268/2013 απόφασή του ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τα εκεί κρίσιμα ζητήματα, σχετικά με τη φύση, έκταση κλπ της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, στη συνέχεια δε με την 316/2015 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και ακολούθως και τις παρεμπίπτουσες αγωγές.

Ύστερα από άσκηση έφεσης του ενάγοντος κατ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη 476/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν. Η υποκείμενη προς κρίση αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος απευθύνεται και κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία κατά τα προαναφερόμενα άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ της εδώ πρώτης αναιρεσίβλητης (πρώτης εναγομένης) και κατά του αναιρεσείοντος (ενάγοντος).

Ωστόσο, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και οι λόγοι της αναίρεσης δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, η απευθυνόμενη κατά της ανωτέρω αναιρεσίβλητης αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου η ως άνω αναιρεσίβλητη να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναίρεσης) η τελευταία νομίμως παρίσταται, ζητώντας να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική της δαπάνη.

3. Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ("εργατικό ατύχημα"), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ' αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, το οποίο δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 959/2018, 139/2014).

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ως εκ τούτου, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915). (ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008).

Πταίσμα του εργοδότη μπορεί να θεμελιωθεί και στην μη τήρηση απ` αυτούς διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για την διαφύλαξη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με το άρθ. 662 ΑΚ. Παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά συνιστά και η παράλειψη του εργοδότη, στο πλαίσιο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης κινδύνων, να εφοδιάσει τον εργαζόμενο με τον προβλεπόμενο από το νόμο αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 7 του Π.Δ/τος 396/1994 (ΦΕΚ Α 220), με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της με αριθ. 89/656 Οδηγίας, στον οποίο (εξοπλισμό) κατά το παράρτημα

ΙΙ του ως άνω Π.Δ/τος, υπό τον τίτλο "Ενδεικτικός και μη εξαντλητικός κατάλογος διαφόρων εξοπλισμών ατομικής προστασίας", στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 αυτού, περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η παροχή παπουτσιών (μπότες) ασφαλείας, βιδωτών καρφιών για πάγο, χιόνι, ολισθηρά εδάφη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Ν. 3850/2010 (Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων - ΦΕΚ Α84/2-6-2010) "Ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.

Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο (παρ. 1). Ειδικότερα ο τεχνικός ασφάλειας:

α) συμβουλεύει σε θέματα... κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων,... προμήθειας μέσων και εξοπλισμού, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας..., β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης (παρ. 2)", ενώ κατά το άρθρο 15 του ιδίου ως άνω νόμου "1.

Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας... 2.

Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους...".

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ.1 του ίδιου νόμου 3850/2010 ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων, που έχουν σχέση με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία, στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις, μέχρι την αποκατάσταση τους..

Και τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 42 αρ.1, 5, 6 του ίδιου νόμου ο εργοδότης. έχει υποχρέωση: 1. να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. 5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων και 6.

Ο εργοδότης υποχρεούται: α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων, β) να εφαρμόζει τις υποδείξεις των επιθεωρητών υγείας και ασφάλειας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους, γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.

σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Τέλος, ο παθών εργαζόμενος διατηρεί το δικαίωμα αποζημιώσεως του εναντίον κάθε "τρίτου" υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος προσώπου, εφ` όσον το πρόσωπο αυτό είναι "διάφορο του κατά τον νόμον τούτον (551/1915) υπόχρεου προς αποζημίωσιν", δηλαδή πρόσωπο άλλο από τον εργοδότη, τους προστηθέντες απ` αυτόν και τους εργαζομένους στην επιχείρηση εργατοϋπαλλήλους. (ΑΠολ.1117/1986).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008 και 14/2005).

5. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2) δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα :Ότι ο ενάγων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στον Πειραιά, την 25.10.2010, μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης, νομίμως εκπροσωπούμενης, προσλήφθηκε προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη, στις εργασίες καθαρισμού των πυθμένων πέντε δεξαμενών πετρελαίου, από τα υπολείμματα νερού και πετρελαίου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, που ευρίσκονται στις εγκαταστάσεις αυτής στα Διυλιστήρια ΕΛ.ΠΕ./ΒΕΑ, στον Ασπρόπυργο Αττικής.

Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων απασχολήθηκε έκτοτε με την ως άνω ειδικότητα, στο εν λόγω έργο, αντί συμφωνηθεισών αποδοχών ύψους 2.160 ευρώ μηνιαίως, με πλήρες ωράριο, μέχρι την 19.2.2011, οπότε συνέβη το ένδικο συμβάν, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Ότι με την από 27-7-2010 έγγραφη σύμβαση έργου που είχε καταρτισθεί μεταξύ των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων η πρώτη απ' αυτές είχε αναλάβει το έργο καθαρισμού των δεξαμενών πετρελαίου των εγκαταστάσεων διύλισης που διατηρεί η εκεί εργοδότρια στον Ασπρόπυργο Αττικής, με αριθμούς Ρ-8760 Α, P-8769 C.

Ότι στις 19-02-2011 και περί ώρα 12.30, ο ενάγων εργαζόταν εντός της εκ των ανωτέρω δεξαμενής Ρ-8760 Α, ως μέλος συνεργείου καθαρισμού της εν λόγω δεξαμενής. Ότι ο καθαρισμός βρισκόταν στη φάση του καθαρισμού των άκρων της δεξαμενής, κατά την οποία, το συνεργείο μετέφερε με φτυάρια τα υπολείμματα του πετρελαίου και της λάσπης από τα τοιχώματα στο κέντρο της δεξαμενής, για να μπορέσει στη συνέχεια ο μηχανισμός απορροής, τον οποίον χειρίζονταν δύο άλλοι εργαζόμενοι Αγγλικής ιθαγένειας να απορροφήσει τη λάσπη, επειδή ο μηχανισμός δεν έχει πρόσβαση στις άκρες της στρογγυλής δεξαμενής, λόγω της κοιλότητας της.

Ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του, ο ενάγων εμφάνισε έντονο πόνο στο αριστερό του πόδι στο ύψος του γονάτου, με αποτέλεσμα να διακόψει άμεσα την εργασία του και να κατευθυνθεί στο γιατρό των εγκαταστάσεων της δεύτερης εναγομένης, ο οποίος έδωσε στον ενάγοντα οδηγίες για περαιτέρω εξετάσεις. Ότι, ακολούθως, ο ενάγων μεταφέρθηκε από τον τρίτο εναγόμενο στο "ΤΖΑΝΝΕΙΟ Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά", όπου αρχικά διαγνώσθηκε "κάκωση γονάτου", συνεστήθη αποφυγή βαδίσματος και ορθοστασίας για επτά ημέρες και εκ νέου εξέταση του ενάγοντος .Ότι στη συνέχεια, την 14.3.2011, με υποδείξεις των γιατρών, πραγματοποίησε μαγνητική τομογραφία, το συμπέρασμα της οποίας ήταν "...

μικρή εστία ρήξης στο σώμα του έσω μηνίσκου, επεκτεινόμενη στην κάτω αρθρική επιφάνεια. Μικρή κύστη Baker. Καλοήθους μορφολογίας οστική αλλοίωση στην κνημιαία μετάφυση" .Ότι συνεστήθησαν φυσιοθεραπείες και αποχή από την εργασία για έναν (1) ακόμη μήνα Ότι, στη συνέχεια, ενώ η κατάσταση της υγείας του ενάγοντα δεν έδειχνε βελτίωση, αυτός εισήχθη στη Γενική Κλινική "Πειραϊκό Θεραπευτήριο Α.Ε.", και υποβλήθηκε σε αρθροσκοπική έσω μηνισκεκτομή από το χειρουργό ιατρό κ.

Ρ., ο οποίος στην από 30.4.2011 ιατρική βεβαίωση αναφέρει ότι "... Ο κ. Κ. - Μ. Π.... πάσχων από ρήξη οπίσθιου κέρατος έσω μηνίσκου αριστερού γόνατος. Ο ασθενής αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με αρθροσκόπηση του αριστερού γόνατος. Υπεβλήθη σε μερική έσω μηνισκεκτομή και χονδροπλαστική έσω μηριαίου κονδύλου αριστερά...".

Ότι στη συνέχεια, συνεστήθησαν στον ενάγοντα, κάθε μήνα, κινησιοθεραπείες και ενδυνάμωση, μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2011, οπότε συνεστήθη στον ενάγοντα η διενέργεια νέας μαγνητικής τομογραφίας αριστερού γόνατος, κατά την οποίαν διαπιστώθηκε "... Μικρή οριζόντια ρήξη στο σώμα του έσω μηνίσκου. Μικρή κύστη Baker.

Καλοήθους μορφολογίας οστική αλλοίωση στην κνημιαία μετάφυση" .Ότι η κατάσταση της υγείας του ενάγοντα παρουσιάστηκε σταθερή και κατά το έτος 2012, οπότε αυτός εξετάστηκε από το Χειρούργο Ορθοπεδικό Σ. Κ., Διευθυντή στο Νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες, με αριθμ.

πρωτ. …/…/….3.2012 και …/…/….11.2012 βεβαιώσεις εξέτασης τακτικών εξωτερικών ιατρείων του ως άνω ιατρού, σύμφωνα με τις οποίες "Ο ασθενής έχει υποβληθεί στο παρελθόν σε αρθροσκοπική έσω μηνισκεκτομή (ΑΡ) γονάτου. Κατά τη σημερινή του εξέταση συνεχίζει να παρουσιάζει συμπτωματολογία "block" του γονάτου ... Η μαγνητική τομογραφία τόσο στις 14.3.2011 όσο και 27.9.2011 παρουσιάζει ρήξη του έσω μηνίσκου.

Συνιστάται νέα αρθροσκόπηση και μηνισκεκτομή του (ΑΡ) γόνατος..." και "Ο ασθενής έχει υποβληθεί στο παρελθόν σε αρθροσκοπική έσω μηνισκεκτομή (ΑΡ) γόνατος. Συνεχίζει να παρουσιάζει συμπτωματολογία "block" του γονάτου ... Μαγνητικές τομογραφίες τόσο στις 14.3.2011, 27.9.2011 και 31.10.2012 παρουσιάζουν εικόνα ρήξεως του έσω μηνίσκου.

Συνιστάται νέα αρθροσκόπηση". Ότι συνεπεία της προπεριγραφείσας κατάστασης της υγείας του,ο ενάγων απείχε από την εργασία του από την 19-2-2011 έως και την αρχική συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, συνεχίζει δε να απέχει έως και σήμερα. Ότι ο διορισθείς πραγματογνώμων με την υπ' αριθμ. 3268/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την αριθμό 282/2014 έκθεση κατάθεσης ιατρική πραγματογνωμοσύνη του, σε απάντηση των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν με την ως άνω, μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναφέρει, ότι ο ενάγων συνεπεία γυρίσματος του ποδιού, που είναι και μηχανισμός που συνθλίβεται ένας μηνίσκος, υπέστη ρήξη του έσω μηνίσκου, ότι άλγει μονίμως κατά το αριστερό του γόνατο, ότι βαδίζει υποβοηθούμενος από βακτηρία, ότι παρότι υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση η ρήξη του μηνίσκου δεν αποκαταστάθηκε κι ότι η ρήξη του μηνίσκου οφείλεται στον τραυματισμό του την 19-02-2011, η αιτία δε της σημερινής του κατάστασης είναι το ατύχημα που υπέστη στις 19-02-2011 και δεν οφείλεται σε φυσιολογική εξασθένηση του οργανισμού.

Ότι ο ενάγων υπέστη τραυματισμό στις 19-02-2011, γεγονός που τον υποχρέωσε να διακόψει την εργασία του και να μεταφερθεί στο γιατρό, όπως προεκτέθηκε .Διαλαμβάνεται ακολούθως ότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή ο τραυματισμός αυτός συνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας του στη δεξαμενή και συγκεκριμένα ενώ ήταν μόνος του εντός αυτής, είχε στα χέρια του το γεμάτο λάσπη φτυάρι και έκανε στροφή προκειμένου να το αδειάσει προς το κέντρο της δεξαμενής οπότε έσβησε το φως του προβολέα (ο οποίος ήταν ελαττωματικός λόγω βραχυκυκλώματος) και στην προσπάθεια του να κινηθεί στο σκοτάδι, γλίστρησε και έπεσε, διότι δεν έφερε τον κατάλληλο εξοπλισμό (αντιολισθητικά παπούτσια, γάντια χοντρά) με αποτέλεσμα να χτυπήσει το αριστερό του πόδι στο ύψος του γονάτου.

Όμως, ο ίδιος, κατά την από 10.3.2011 κατάθεση του ενώπιον του αρμοδίου επιθεωρητή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία έλαβε χώρα σε σύντομο, σε σχέση με το επίδικο συμβάν χρόνο, υποστήριξε ότι "... κάποια στιγμή κόλλησε το αριστερό πόδι και γύρισε στο σημείο του γονάτου", ενώ στο τέλος αυτής αναφέρει "ο φωτισμός εντός της δεξαμενής ήταν επαρκής με δύο προβολείς και ανοικτές 7 ανθρωποθυρίδες, φορούσα όλα τα κατάλληλα ατομικά μέσα μάσκα, μπότες, φόρμα κλπ".

Στη συνέχεια, ωστόσο, αρκετούς μήνες μετά το ένδικο συμβάν, ο ενάγων, κατά την από 8.12.2011 δήλωση ατυχήματος ενώπιον του ΙΚΑ, αναφέρει το πρώτον, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, ότι αυτό οφείλεται σε "Γλίστρημα στο εσωτερικό δεξαμενής πετρελαίου προς καθαρισμό, λόγω ανεπαρκών και μη προβλεπομένων μέσων και εξοπλισμού εργασίας" τα οποία, ισχυρίζεται, ως προεκτέθη και με την υπό κρίση αγωγή.

Ότι στην από 8-11-2011 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση του προς την πρώτη εναγομένη συγκοινοποιούμενη στο Υποκατάστημα ΙΚΑ Πειραιά, στο Υποκατάστημα ΙΚΑ Κρανιδίου, στο ΚΕΠΕΚ και στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών αναφέρει ότι υπέστη σοβαρότατο εργατικό ατύχημα και συγκεκριμένα κάκωση αριστερού γονάτου από αιτία, η οποία δεν έχει ακόμα πλήρως διευκρινιστεί.

Ότι σε κάθε περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα, αντιθέτως ο μάρτυρας του τρίτου εναγομένου, I. T., ο οποίος, κατά την ημέρα του επίδικου συμβάντος, ήταν μέλος στο συνεργείο καθαρισμού της πρώτης εναγομένης, στην κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, αφού ανέφερε ότι ο ενάγων, όπως και όλοι οι εργαζόμενοι, έφερε τον κατάλληλο εξοπλισμό, ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το φως, κι ότι ο ενάγων δεν έμεινε καθόλου μόνος του στη δεξαμενή....

Ότι με τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα προήλθε από πτώση του στο εσωτερικό της δεξαμενής αλλά προήλθε σε μια στροφή του σώματος για αλλαγή κατεύθυνσης, οπότε το αριστερό του πόδι κόλλησε στη λάσπη που υπήρχε στον πυθμένα της δεξαμενής, με αποτέλεσμα να γυρίσει το γόνατο και να υποστεί κάκωση.

Ότι οι μάρτυρες Ε. Δ., μηχανικός της πρώτης εναγομένης, Κ. Π., υπεύθυνος στη διακίνηση της δεύτερης εναγομένης και T. I., εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης, κατέθεσαν ότι τηρούνταν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και είχε χορηγηθεί ο απαιτούμενος εξοπλισμός στους εργαζομένους, γεγονός που εκτός από την πρώτη εναγομένη, ήλεγχε και η δεύτερη αυτών, η οποία και χορηγούσε άδεια εκτέλεσης εργασίας, σε περίπτωση δε που είχε διαπιστωθεί κάποια έλλειψη ή παράλειψη θα είχε διακοπεί η άδεια εκτέλεσης εργασίας από τη δεύτερη εναγομένη, κάτι που δεν συνέβη στις 19-02-2011 .

Σημειώνεται δε ότι μόνη η κατάθεση της μάρτυρος Π. Ρ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν είναι ικανή προκειμένου να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, καθόσον η ίδια, αρραβωνιαστικιά του ενάγοντα, δεν γνώριζε τις συνθήκες εργασίες που επικρατούσαν στα διυλιστήρια, ούτε ήταν παρούσα στο περιστατικό της 19-02-2011, όσα δε κατέθεσε σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, ήταν όσα είχε περιγράψει σ' αυτήν ο ενάγων.

Ότι ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε στην από 10.3.2011 κατάθεση του ενώπιον του αρμοδίου επιθεωρητή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, ότι φορούσε όλα τα κατάλληλα ατομικά μέσα μάσκα, μπότες, φόρμα κλπ. 'Οτι δεν αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος είχε εγκαταλείψει μόνο του και χωρίς επίβλεψη τον ενάγοντα, αφού αυτός επέβλεπε μεν τις εργασίες στη συγκεκριμένη δεξαμενή, όμως ως προϊστάμενος έπρεπε να επιβλέπει και τις εργασίες σε άλλη δεξαμενή, δεν υπήρχε δε κίνδυνος για τους εργαζόμενους, αφού σύμφωνα με τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί, ουδέποτε παρέμεναν μόνοι εντός της δεξαμενής.

Ότι υπήρχε γιατρός στο χώρο των εγκαταστάσεων της δεύτερης εναγομένης, ο οποίος έδωσε στον ενάγοντα τις πρώτες βοήθειες και οδηγίες για περαιτέρω εξετάσεις. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά και με ρητή αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας τις οποίες υιοθετεί και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων κατέληξε ότι δεν αποδείχθηκαν τα ιστορούμενα από τον ενάγοντα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά σχετικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα ο κατά τους ισχυρισμούς του τραυματισμός, ούτε πταίσμα των εναγομένων στην επέλευση του και τέλος ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα.

6. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα εκ μέρους του αναιρεσείοντος επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα "πίνακες εισόδου εξόδου σε κλειστό χώρο κατά την 25-11-2010, 26-11-2010, 27-28 και 29-11-2010, 1-12-2010 και 3-12-2010 στα οποία υπάρχει παρατήρηση ότι τα φώτα στη συγκεκριμένη δεξαμενή δεν λειτουργούσαν και τον πίνακα εισόδου-εξόδου κατά την 19-2-2011 (ημέρα του ατυχήματος) στο οποίο αναγράφεται ότι στις 8 και 45 και 10 και 20 όχι φως, ο Β.

βγαίνει έξω για καφέ-όχι παπούτσια για μένα" τα οποία μπορούσαν να χρησιμεύσουν σε απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του α) για το ηλεκτρολογικό πρόβλημα στην δεξαμενή που επέφερε πλήρη συσκότιση σ'αυτήν, όταν έλαβε χώρα το ατύχημα και β) για τη μη επίβλεψη των μέτρων ασφαλείας λόγω της απουσίας του τεχνικού ασφαλείας, ήτοι περί ελλείψεων των μέτρων ασφαλείας τα οποία είχαν νόμιμη υποχρέωση να λάβουν οι εναγόμενοι και θεμελιώνουν την υπαιτιότητα των εναγομένων στην επέλευση του ένδικου τραυματισμού.

Παρατηρείται, όμως, ότι στους πίνακες εισόδου-εξόδου του έτους 2010 και στον αντίστοιχο της 19-2-2011, ημέρας του ατυχήματος, οι παρατηρήσεις για τη διακοπή του φωτισμού δεν συμπίπτουν με το χρονικό σημείο του τραυματισμού καθόσον αυτός κατά την αγωγή και τις παραδοχές έλαβε χώρα στις 19-2-2011 ώρα 12 και 30 και ως εκ τούτου, και εάν είχαν ληφθεί υπ' όψη τα έγγραφα αυτά δεν θα αποδείκνυαν έλλειψη φωτισμού στο χώρο εργασίας για τον κρίσιμο χρόνο ούτε παράλειψη του τεχνικού ασφαλείας επιτήρησης των μέτρων όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή σαφέστατη διαβεβαίωση του δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία και αν δεν μνημονεύονται ρητά, λαμβάνονται όλα υπόψη", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων των διατάξεων περί αδικοπραξίας στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, τα προαναφερόμενα έγγραφα, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγηση τους., όπως ο τελευταίος αβασίμως υποστηρίζει.

Εξάλλου, ενόψει και της ρητής μνείας στην προσβαλλόμενη σε συγκεκριμένα έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, της αναφοράς και αξιολόγησης του περιεχομένου τους, όπως ειδικότερα μεταξύ άλλων της από 10-3-2011 κατάθεσης του ενάγοντος ενώπιον του αρμόδιου επιθεωρητή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και των εκεί κατατεθέντων από τον ίδιο περί των συνθηκών του ατυχήματος, της από 8-11-2011 εξώδικης πρόσκλησης δήλωσης του ίδιου προς την πρώτη εναγομένη, της από 8-12-2011 δήλωσης ατυχήματος του ίδιου προς το ΙΚΑ, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Ι.

Τ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (από τα οποία τα δυο τελευταία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) δεν γεννάται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα κατόπιν συνεκτίμησης όλων των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των οποίων και των εγγράφων που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και δεν περιορίστηκε σε "μόνη" την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Π.

Ρ. .Υπό τα διαλαμβανόμενα, από προφανή παραδρομή προτάσσεται στην προσβαλλόμενη ότι "μόνη" η κατάθεση της μάρτυρος Π. Ρ. ... δεν είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, καθόσον η ίδια αρραβωνιαστικιά του ενάγοντα δεν γνώριζε τις συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στα διυλιστήρια.... αφού στην ίδια την απόφαση, πριν από την ανωτέρω αξιολογική κρίση της μαρτυρικής κατάθεσης, γίνεται αναφορά ειδικώς σε αποδείξεις (έγγραφα και μάρτυρες) που ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει.

Επομένως, δεν γεννάται αμφιβολία για μη λήψη υπόψη των ανωτέρω εγγράφων αποδείξεων και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος Περαιτέρω, με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδιαστικές κρίσεις αιτιολογίες σε σχέση με τις συνθήκες και τον τρόπο τραυματισμού του αναιρεσείοντος δεχόμενο ότι ο τραυματισμός προήλθε σε μια στροφή του σώματος για αλλαγή κατεύθυνσης, οπότε το αριστερό του πόδι κόλλησε στη λάσπη που υπήρχε στον πυθμένα της δεξαμενής με αποτέλεσμα να γυρίσει το γόνατο και να υποστεί βλάβη, ότι τηρήθηκαν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας εκ μέρους των εναγομένων και ότι δεν συνέβαλε πταίσμα των τελευταίων στην επέλευση του ατυχήματος .Επομένως ο από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Ακόμη, υπό τις διαλαμβανόμενες ανωτέρω παραδοχές το ένδικο ατύχημα συνιστά εργατικό ατύχημα, εφόσον κατ' αυτές επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του αναιρεσείοντος λόγω της επενέργειας εξωτερικού αιτίου που δεν θα συνέβαινε αν δεν παρείχετο εργασία υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, όμως, η αντίθετη ανωτέρω εσφαλμένη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης ότι δηλαδή δεν πρόκειται περί εργατικού ατυχήματος, δεν επιδρά στο διατακτικό, τούτο διότι, το αποδεικτικό πόρισμα στηρίζεται επαρκώς στις λοιπές αιτιολογίες.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.551/15 πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

7.Με τις σκέψεις αυτές πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2018 αίτηση για αναίρεση της 476/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία, ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ