Legislator Case Law & Legislation
1117/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against lawyer's liability judgment due to statute of limitations error during litigation.

Case Number 1117/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a final judgment dismissing a lawyer's liability claim. The lower court incorrectly applied the statute of limitations rule, failing to recognize that the limitation period could not be extended or interrupted during the ongoing litigation. Consequently, the Supreme Court found the lower court's application of the law erroneous and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 73(1), 73(4), 73(5) of the Code of Civil Procedure; Article 261 of the Civil Code: The statute of limitations for a lawyer's liability claim cannot be interrupted or extended during the pendency of the main lawsuit, meaning the limitation period runs continuously regardless of the litigation status.

Keywords

AI generated
lawyer liability statute of limitations civil procedure limitation extension litigation pendency appeal admissibility legal malpractice

Cited Legislation

AI generated
Articles 73(1), 73(4), 73(5) of the Code of Civil Procedure
Article 261 of the Civil Code
Article 101(1) of Law 4139/2013
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1117 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1117/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ν. Α., Π. Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Λαδογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2072/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3174/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/5/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 8-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 3174/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 2072/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 30-6-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας περί καταβολής του αναφερομένου ποσού ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη αδικοπρακτική από βαρειά αμέλεια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, που συνιστά παράβαση των προβλεπομένων στον Κώδικα περί Δικηγόρων καθηκόντων του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 73 του ΕισΝΚΠολ, που καθιερώνουν το θεσμό της προσωπικής αστικής ευθύνης των αναφερομένων στην πρώτη από αυτές προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, ορίζουν αντίστοιχα ότι: "1. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου...υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο... 4.

Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. 5. Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας, όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων". Εξάλλου, αφετηρία για την έναρξη της ως άνω καθιερούμενης εξάμηνης αποσβεστικής (αποκλειστικής) προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος, κατά τον οποίο ο εντολέας έλαβε γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης του εντολοδόχου του (Ολ ΑΠ 18/1999, ΑΠ 1444/2017, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 1892/2014).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ συνάγεται ότι, επί αποσβεστικής προθεσμίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί παραγραφής, μόνον εφόσον επιτρέπει τούτο η φύση και η έννοια της αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι αυτή έχει ως σκοπό να τάξει λογικό όριο διάρκειας στο δικαίωμα, ανεξαρτήτως της επιμέλειας ή αδράνειας του δικαιούχου ως προς την άσκηση αυτού.

Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί αποσβεστικής προθεσμίας το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. β' του ΑΚ περί παραγραφής εν επιδικία και να θεωρηθεί ότι συμπληρώθηκε η αποσβεστική προθεσμία κατά τη διάρκεια της επιδικίας (Ολ ΑΠ 1388/1985, ΑΠ 332/2014, ΑΠ 194/2012, ΑΠ 288/2010, ΑΠ 1307/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.

Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013. Με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά ορίζονται τα εξής: "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής.

Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης... 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής.

Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο.

Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής τους κλπ. Ακόμη, η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

Εξάλλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ' αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος έφεσης εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα.

Στην παρούσα περίπτωση ο Ν. 4139/2013, προβλέποντας ότι το άρθρο 261 ΑΚ εφαρμόζεται σε όλες τις δίκες για τις οποίες δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση, επιτρέπει την άσκηση έφεσης από το διάδικο του οποίου η αξίωση κρίθηκε πρωτοδίκως παραγεγραμμένη, να επικαλεσθεί ως λόγο έφεσης την "εσφαλμένη" υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς αποδοχή της ένστασης παραγραφής, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις του νέου άρθρου 261 ΑΚ.

Επομένως, η νέα ρύθμιση ισχύει και για τις υποθέσεις, που η παραγραφή σε επιδικία έχει ήδη συμπληρωθεί, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της, εφόσον βέβαια δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Τούτο δε δεν αντίκειται στην από το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που συνιστά θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου, δεδομένου ότι ο νομοθέτης δεν απέβλεψε στην επίλυση συγκεκριμένων διαφορών, αλλά ρύθμισε κατά ενιαίο τρόπο μια κατηγορία σχετικών υποθέσεων (ΣτΕ 523/2015, ΣτΕ 1343/1991).

Επιπλέον, στην εν λόγω περίπτωση δεν δύναται να τύχουν ανάλογης εφαρμογής οι ρυθμίζουσες τα ανακύπτοντα ζητήματα διαχρονικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 του ΕισΝΑΚ, ενόψει του ειδικού και συγκεκριμένου χαρακτήρα της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-2013, ως προς το ζήτημα του διαχρονικού δικαίου της σχετικής ρύθμισης (ΑΠ 148/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 3/1997, AΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1229/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος, ήτοι το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ για την αγωγή κακοδικίας, όπως είναι η υπό κρίση αγωγή, η οποία κατατέθηκε την 2-7-2008 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συμπληρώθηκε σε επιδικία την 15-3-2013 δεδομένου ότι από την τελευταία διαδικαστική πράξη που ήταν η επίδοση της υπό κρίση αγωγής στον εναγόμενο, από την ενάγουσα την 14-9-2012 (βλ.

επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Α. Π. επί του δικογράφου της αγωγής που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος) έως την συζήτηση της αγωγής που έλαβε χώρα την 12-2-2015, (μετά από αναβολή της συζήτησης την 15-3-2012), αποδείχτηκε ότι δεν έγινε καμία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, γεγονός που δεν αμφισβητεί η ενάγουσα, ούτε άλλωστε η τελευταία επικαλείται ότι έχει συντρέξει κανένας λόγος αναστολής ή διακοπής της άνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 261 του ΑΚ που εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και στην προκείμενη περίπτωση της αγωγής κακοδικίας, αφού συμβιβάζονται με τη φύση της συγκεκριμένης αποσβεστικής προθεσμίας και το σκοπό που αυτή υπηρετεί, θα εφαρμοσθούν όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/20-3-2013, σύμφωνα με τα επίσης αναφερόμενα στην ίδια νομική σκέψη, παρά το γεγονός ότι στη διάταξη της παρ. 3 αυτού, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της, ορίζεται ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

Και τούτο διότι, η απαίτηση της ενάγουσας ήδη από την 15-3-2013, δηλαδή πριν την ισχύ της νέας διάταξης (δημοσίευση του άνω νόμου, την 20-3-2013), έχει υποπέσει στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, σε επιδικία, αφού η τελευταία διαδικαστική πράξη έγινε την 14-9-2012 και τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή (ότι δηλαδή η νέα αυτή διάταξη καταλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις εκκρεμείς υποθέσεις, στις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ανεξάρτητα από το ζήτημα εάν σε ορισμένες από τις υποθέσεις αυτές, η παραγραφή σε επιδικία έχει ήδη συμπληρωθεί, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 261 του ΑΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα), θα οδηγούσε στην επαναφορά της απαίτησης στην αρχική και πλήρη μορφή της, θα επρόκειτο δηλαδή για αναβίωση παραγεγραμμένων ήδη απαιτήσεων που θα επερχόταν μέσω της αναδρομικής παράτασης του χρόνου παραγραφής τους, με αποτέλεσμα η ρύθμιση να αντίκειται στην αρχή του κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα.

Επομένως, παρήλθε το κατά τα ανωτέρω χρονικό διάστημα του εξαμήνου, με συνέπεια την απόσβεση των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας, σύμφωνα με το άρθ. 73 παρ. ΕισΝΚΠολΔ, ενώ δεν υπάρχει ισχυρισμός της τελευταίας ότι ζήτησε, όπως είχε δικαίωμα, να ορισθεί δικάσιμος για την αγωγή, σε χρόνο μικρότερο του εξαμήνου από την κατά τα ανωτέρω αναβολή την 15-3-2012, επισημαίνοντας τον κίνδυνο παρέλευσης της άνω αποσβεστικής προθεσμίας, και σε καταφατική περίπτωση ότι το αίτημά τους αυτό απορρίφθηκε.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά πρέπει να γίνει δεκτός ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης του εναγομένου και να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή κακοδικίας ως απαράδεκτη λόγω συμπλήρωσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, σε επιδικία, παρέλκει δε μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων των εφέσεων.

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε σιωπηρά την άνω νομίμως προβληθείσα ενώπιόν του ένσταση συμπλήρωσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σε επιδικία, έσφαλε, γι' αυτό πρέπει κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο έφεσης του εναγομένου, να εξαφανισθεί. Ακολούθως, πρέπει...να γίνει δεκτή η υπό κρίση από 26-10-2015 (αρ.

κατ. 6331/2015) έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και, αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως απαράδεκτη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με κακή ερμηνεία και εσφαλμένη υπαγωγή τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθόσον εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Ειδικότερα, η παρούσα υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 20-3-2013, που τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, καθόσον επί της ασκηθείσας από 30-6-2008 αγωγής της αναιρεσείουσας δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ούτε είχε περατωθεί με άλλο τρόπο η δίκη και ως εκ τούτου δεν ετίθετο ζήτημα συμπλήρωσης της ως άνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του επιδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας από τις αναφερόμενες παράνομες πράξεις και παραλείψεις του αναιρεσιβλήτου εντολοδόχου της δικηγόρου κατά τη διάρκεια της επιδικίας.

Τούτο δε ισχύει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ανεξαρτήτως του ότι κατά το χρόνο ισχύος της νέας διάταξης του Ν. 4139/2013 (20-3-2013) είχε συμπληρωθεί ο πιο πάνω χρόνος (εξάμηνο) της προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας για το εν λόγω δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση στην ένδικη υπόθεση, εφόσον πρόκειται περί αποσβεστικής προθεσμίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί διακοπής αυτής και συμπλήρωσης του χρόνου της (εξάμηνο) κατά τη διάρκεια της επιδικίας, λόγω μη εφαρμογής της σχετικής διάταξης εξ αιτίας του ως άνω χαρακτήρα και της φύσης αυτής (προθεσμίας).

Επομένως, είναι βάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης, με τους οποίους επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επιπλέον, η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 181/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 204/2017), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων (τρίτου και τέταρτου) λόγων της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραδοχή των οποίων θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 8-5-2017 αίτηση της Μ. Α. του Ν., Π. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3174/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3174/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ