1117/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την από 16-5-2016 κλήση του ενάγοντος- εκκαλούντος - καλούντος κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων- καθ’ ων η κλήση νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του τμήματος αυτού, κατά το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η από 10-4-2007 (αρ. εκθ. κατ. .../ 2007) έφεση που άσκησε ο εκκαλών κατά των εφεσιβλήτων εταιρειών, δηλαδή της κοινοπραξίας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ‘ , της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ και της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ και κατά της 2506/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Legislator headnote
AI generated1117/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4662/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο Π. Κ. με την από 18/2/2014 αίτησή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1117 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1117/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος - καλούντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των εφεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "..." 2)ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ράπτη, η οποία δήλωσε ότι η 2η έχει απορροφηθεί από την 1η και κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες αναφέρει ότι παρίσταται η καθολική διάδοχος της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ... ... SpA και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και η 2η ήταν απούσα.
Των καθών η κλήση: 1)ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", οι οποίες έχουν έδρα στην ... Αττικής και εκπροσωπούνται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ράπτη που κατέθεσε προτάσεις και η 2η ήταν απούσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2003 αγωγή του ήδη εκκαλούντος - καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2506/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6837/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 191/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4662/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο Π. Κ. με την από 18/2/2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1418/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και διακράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον του.
Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 16/5/2016 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίσθηκε δε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 16-5-2016 κλήση του ενάγοντος- εκκαλούντος - καλούντος κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων- καθ’ ων η κλήση νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του τμήματος αυτού, κατά το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η από 10-4-2007 (αρ. εκθ. κατ. .../ 2007) έφεση που άσκησε ο εκκαλών κατά των εφεσιβλήτων εταιρειών, δηλαδή της κοινοπραξίας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ‘ , της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ και της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ και κατά της 2506/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
2. Από τις υπ’ αριθμ. .../10-6-2016 και .../10-6-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Λ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών Π. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 16-5-2016 κλήσης αυτού, απευθυνόμενης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την κάτω απ’ αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του τμήματος παραπομπής του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις εφεσίβλητες εταιρείες με τις επωνυμίες ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ και ‘ ‘ ...’ ‘ (2η και 4η των εφεσιβλήτων). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όμως, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστησαν οι ως άνω εφεσίβλητες εταιρείες, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον αυτές κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, πρέπει η διαδικασία να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α’ ΚΠολΔ).
3. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 19-3-2003 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που στρέφονταν κατά: α) της κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ , β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ και γ) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ , επικαλείτο ότι εργάστηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, της οποίας οι λοιπές εναγόμενες εταιρείες αποτελούν κοινοπρακτούντα μέλη, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, με δίπλωμα οδήγησης Δ’ κατηγορίας, στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία στο όρος ...
και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων, για το χρονικό διάστημα από 5-7-1999 έως 25-10-2002, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι από την ανωτέρω εργασιακή σχέση έχει τις ακόλουθες απαιτήσεις κατά των εναγομένων: α) για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και νομίμων αποδοχών δικαιούται το ποσό των 1.883 ευρώ, β) για την πρόσθετη εργασία του ανειδίκευτου εργατοτεχνίτη που παρείχε κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δικαιούται το ποσό των 9.999 ευρώ, γ) για αμοιβή λόγω υπερεργασίας και ιδιόρρυθμων υπερωριών το ποσό των 9.015 ευρώ, δ) για αμοιβή από παράνομες υπερωρίες το ποσό των 81.163 ευρώ, ε)για επιδίκαση αμοιβής και προσαύξησης 75% λόγω εργασίας του κατά τις αναφερόμενες Κυριακές, επιδίκαση αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα που εργάστηκε, καθώς και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του το ποσό των 24.798 ευρώ, στ) για μη λήψη αδειών και για διαφορές αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας δικαιούται το ποσό των 18.048 ευρώ, ζ) για διαφορές επιδομάτων δώρων εορτών το ποσό των 4.101 ευρώ, η) για ημερομίσθια εξαιρετέων αργιών το ποσό των 674 ευρώ και θ) για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 1.479 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2.506/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή πρόσβαλε με την από 10-4-2007 έφεσή του ο ενάγων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την 6837/2008 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 26-10-2009 αναίρεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, με την 191/2011 απόφασή του, αναίρεσε αυτή κατά ένα μέρος για ανεπαρκείς αιτιολογίες και συγκεκριμένα: α) ως προς τα κονδύλια για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και για αμοιβή κατά τα Σάββατα που εργάστηκε, καθώς και αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του και β) ως προς τα κονδύλια για διαφορά αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας των ετών 2000, 2001 και 2002 και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Στη συνέχεια, με την από 9-5-2011 κλήση του, ο ενάγων επανέφερε την από 10-4-2007 έφεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την 4.662/2012 απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ και έκανε δεκτή αυτή κατ’ ουσία ως προς τις λοιπές εναγόμενες (Κοινοπραξία Σήραγγας ..., ...
ΑΕ, ...) μόνο ως προς τη δικαιούμενη αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1999 έως και Οκτώβριο του έτους 2002, επιδικάζοντας σ’ αυτόν για την αιτία αυτή το ποσό των 370,82 ευρώ. Κατά της τελευταίας απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 18-2-2014 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1418/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την ανωτέρω εφετειακή απόφαση ως προς τα κεφάλαια της αποζημίωσης λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης για όσες Κυριακές εργάσθηκε ο ενάγων, δεχόμενο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ, και της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 2000 και 2001, του δικαιούμενου ποσού αποδοχών αδείας των ίδιων ετών, της αποζημίωσης αδείας έτους 2002 και της καταβολής των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας των παραπάνω ετών, δεχόμενο τους σχετικούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 237 ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 84/2017, 894/2015, 1145/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 4662/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, από 10-4-2007, έφεση του ενάγοντος κατά της 2506/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η έρευνα δε θα περιορισθεί μόνο στους λόγους έφεσης, με τους οποίους ο ενάγων παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα των προαναφερόμενων κεφαλαίων της αγωγής του.
5. Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια και άρθρο 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο.
Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών (ΑΠ 191/2011, 339/2011, 436/2010).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου α.ν., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β’ του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26-1-1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 19/29-4-2002) αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ’ αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα (12) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια τριάντα (30) εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο.
Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμησή της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και αν δεν χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%.
Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής). Επίσης, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικά το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημόσια τάξης, είναι άκυρη.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του α.ν. 539/1945 και το άρθρο 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται με βάση τις συνήθεις αποδοχές του εργαζόμενου, στις οποίες περιλαμβάνεται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα, καθώς και η αναλογία από αμοιβή για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, εφόσον παρέχονται σταθερά και μόνιμα.
Περιλαμβάνονται ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις του μισθού, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα. 6.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Η. Α. και Κ. Π., που δόθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την .../7-11-2003 ένορκη βεβαίωση του Δ.
Χ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία δόθηκε μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, κατ’ άρθρο 671παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ (βλ τις .../3-11-2003, .../3-11-2003 και .../3-11-2003 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Λ.) και από τις .../7-10-2004 και .../12-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις των Χ.
Κ. και Ε. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την .../5-10-2004 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Α. Τ., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη στις 5-7-1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη κοινοπραξία, με την επωνυμία ‘ ‘ Κοινοπραξία Σήραγγας ...- Εργοτάξιο ...’ ‘ , προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου - μπετονιέρας (ωφέλιμου φορτίου άνω των 13 τόνων) στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων στο όρος ...
και απασχολήθηκε πράγματι μεταφέροντας σκυρόδεμα από το παρασκευαστήριο στις σήραγγες μέχρι τις 25-10-2002, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Κοινοπρακτούντα μέλη της ανωτέρω εργοδότριας ήταν οι εταιρείες: α) ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ , που συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την εταιρεία ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ και έτσι η τελευταία κατέστη καθολική διάδοχός της, β) οι εταιρείες ‘ ‘ ...’ ‘ και ‘ ‘ ...’ ‘ , που συγχωνεύτηκαν με απορρόφηση από την εταιρεία ‘ ‘ ...
‘ και γ) οι ιταλικές εταιρείες ‘ ‘ ... SA’ ‘ και ‘ ‘ ... SA’ ‘ . Με την .../10-12-2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών εγκρίθηκε η απορρόφηση από την εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ του αποσχισθέντος και εισφερθέντος σε αυτή κατασκευαστικού κλάδου της τότε ανώνυμης εταιρείας ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ (η σχετική ανακοίνωση καταχώρισης στο ΜΑΕ δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ .../14-12-2007- Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ ).
Ακολούθως, με την .../17-12-2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, εγκρίθηκε η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας ‘ ‘ ...’ ‘ σε ‘ ‘ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ . Η σχετική ανακοίνωση καταχώρησης στο ΜΑΕ δημοσιεύθηκε στο .../24-12-2007 ΦΕΚ, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Με την .../13-12-2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης εγκρίθηκε η συγχώνευση των εταιρειών ‘ ‘ ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ και ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ , με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και τη διαγραφή της τελευταίας από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Η σχετική ανακοίνωση καταχώρισης της ανωτέρω απόφασης στο ΜΑΕ δημοσιεύθηκε στο .../13-12-2007 ΦΕΚ- Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Στη συνέχεια, με την .../9-7-2008 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, εγκρίθηκε η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας ‘ ‘ ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ σε ‘ ‘ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ (τέταρτη εφεσίβλητη). Η σχετική ανακοίνωση καταχώρισης της εν λόγω απόφασης στο ΜΑΕ δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ .../11-7-2008, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Η εταιρεία ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ διασπάσθηκε στη συνέχεια και απορροφήθηκε κατά περίπτωση από την εταιρεία ‘ ‘ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ και από την εταιρεία ‘ ‘ ...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ (τρίτη εφεσίβλητη). Η από 31-12-2011 εγκριτική απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Βορείου Τομέα Αθηνών και η ανακοίνωση καταχώρισης στο ΜΑΕ δημοσιεύθηκαν στο ...-1-2012 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Όπως έγινε αμετάκλητα δεκτό, κατά την πρόσληψή του ο ενάγων γνωστοποίησε στην ως άνω εργοδότριά του ότι είναι έγγαμος με ένα ενήλικο τέκνο, ότι έχει επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης Δ’ κατηγορίας και επί πλέον ότι έχει προϋπηρεσία ως οδηγός από το έτος 1974, κατέθεσε δε στην πρώτη εναγομένη τα αιτηθέντα σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης, ο ενάγων εργάσθηκε και επί 77 Κυριακές, επί οκτάωρο, για τις οποίες δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης στην επόμενη εβδομάδα, που ακολουθούσε κάθε Κυριακή που εργάσθηκε. Ειδικότερα, από 5-7-1999 μέχρι 31-12-1999 εργάσθηκε επί 11 Κυριακές, από 1-1-2000 έως 30-9-2000 εργάσθηκε επί 19 Κυριακές, από 1-10-2000 έως 31-12-2000 εργάσθηκε επί 6 Κυριακές, από 1-1-2001 έως 31-8-2001 εργάσθηκε επί 16 Κυριακές, από 1-9-2001 έως 31-12-2001 εργάσθηκε επί 9 Κυριακές και από 1-1-2002 έως 24-10-2002 εργάσθηκε επί 15 Κυριακές.
Αν και ο ενάγων παρείχε εργασία κατά τις προαναφερόμενες ημέρες Κυριακών, η εναγομένη εργοδότρια δεν τον αποζημίωνε για τη μη χορήγηση σ’ αυτόν της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) και συνεπώς δικαιούται το 1/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε μία από τις Κυριακές που εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.
Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του τα παρακάτω χρηματικά ποσά : α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999 το ποσό των 342,70 ευρώ, δηλαδή 265.400 ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός:25=10.616 δραχμές το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο Χ 11 Κυριακές =116.776 δραχμές ή 342,70 ευρώ.
β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-9-2000 το ποσό των 591,94 ευρώ, δηλαδή 265.400 δραχμές ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός:25=10.616 δραχμές το ημερομίσθιο Χ 19 Κυριακές = 201.704 δραχμές ή 591,94 ευρώ. γ) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2000 έως 31-12-2000 το ποσό των 196,06 ευρώ, δηλαδή 278.380 δραχμές ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός:25= 11.135 δραχμές το ημερομίσθιο Χ 6 Κυριακές = 66.810 δραχμές ή 196,06 ευρώ.
δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-8-2001 το ποσό των 521,06 ευρώ, δηλαδή 277.436 δραχμές ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός: 25=11.097 δραχμές το ημερομίσθιο X 16 Κυριακές=177.552 δραχμές ή 521,06 ευρώ. ε) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2001 έως 31-12-2001 το ποσό των 307,75 ευρώ, δηλαδή 291.308 δραχμές ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός: 25 = 11.652 δραχμές το ημερομίσθιο Χ 9 Κυριακές = 104.868 δραχμές ή 307,75 ευρώ και στ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 24-10-2002 το ποσό των 512,85 ευρώ, δηλαδή 854,90 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός για όλες τις Κυριακές που εργάσθηκε ο ενάγων :25 = 34,19 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 Κυριακές = 512,85 ευρώ.
Επομένως, για την ανωτέρω αιτία ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.478,36 ευρώ (342,70 + 591,94 + 196,06 + 527,06 + 307,75 + 512,85=2.478,36 ευρώ).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο από την αποζημίωση για στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω εργασίας τις 77 Κυριακές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων με τον τρίτο λόγο της έφεσής του.
7 .Kατά τις διατάξεις των άρθρων 450παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύουν για απόδειξη, η επίδειξη δε μπορεί να ζητηθεί, εφόσον την υποχρέωση έχει διάδικος, και με τις προτάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ζητεί να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητες να επιδείξουν το ειδικό βιβλίο αδειών που κατέχουν και ήταν υποχρεωμένες να τηρούν βάσει του άρθρου 4 παρ. 3 του αν 539/1945, το οποίο περιλαμβάνει τον αριθμό και το ονοματεπώνυμο των μισθωτών που απασχολούσαν, την ημερομηνία πρόσληψης, την προϋπηρεσία, τον αριθμό των δικαιούμενων ημερών αδείας, τη χρονολογία έναρξης και λήξης της άδειας, τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας και την υπογραφή του μισθωτού, προκειμένου να αποδειχθεί ο ουσιώδης ισχυρισμός του ότι δεν έλαβε τις ετήσιες κανονικές άδειες που εδικαιούτο και το δικαιούμενο επίδομα αδείας.
Το αίτημα αυτό είναι ορισμένο και νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων που προεκτέθηκαν. Οι εφεσίβλητες προσκομίζουν και επικαλούνται την καρτέλα εργασίας του εκκαλούντος για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, στην οποία σημειώνονται οι ημέρες που έλαβε άδεια αυτός και σε κάθε σελίδα αυτής, κάτω από την ένδειξη ‘ ‘ υπογραφή εργαζόμενου’ ‘ , υπάρχει η υπογραφή του εκκαλούντος, εκτός από τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2002.
Προσκομίζουν, επίσης, οι εφεσίβλητες την κατάσταση μισθοδοσίας των εργαζομένων του έργου του επίμαχου χρονικού διαστήματος, στην οποία αναφέρονται ονομαστικά όλοι οι εργαζόμενοι στο έργο αυτό, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές τους, οι ώρες εργασίας καθενός τις Κυριακές και αργίες, οι ώρες της υπερωρίας, της υπερεργασίας, οι αποδοχές αυτών από την προσαύξηση του 75%, από υπερωρίες, εργασία νυκτερινή κλπ .
Περαιτέρω, οι εφεσίβλητες προσκομίζουν και επικαλούνται τις αποδείξεις πληρωμής του εκκαλούντος ολόκληρου του χρονικού διαστήματος που εργάσθηκε στο παραπάνω έργο, οι οποίες επίσης φέρουν την υπογραφή του, κάτω από την ένδειξη ‘ ‘ Ο λαβών’ ‘ . Από τα παραπάνω έγγραφα, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και παρά την μη προσκόμιση από μέρους των εφεσιβλήτων του βιβλίου αδειών που όφειλαν να τηρούν, αποδεικνύεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο ενάγων έλαβε άδεια το διάστημα που εργάσθηκε στην εναγομένη Κοινοπραξία, η χρονολογία έναρξης και λήξης της άδειας που έλαβε, οι αποδοχές που έλαβε κάθε μήνα και το ποσό του επιδόματος αδείας που έλαβε.
Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε τέσσερις (4) ημέρες άδεια το έτος 1999, στις 16 και 17 Αυγούστου και στις 20 και 21 Νοεμβρίου, παρότι δεν εδικαιούτο άδεια. Το έτος 2000 έλαβε συνολικά έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες άδεια και συγκεκριμένα στις 16 και 28 Απριλίου, στις 26 Μαίου, από 14 έως 18 Αυγούστου, στις 12 Σεπτεμβρίου και από 27 έως 29 Δεκεμβρίου.
Το έτος 2001 έλαβε άδεια είκοσι έξι (26) εργάσιμων ημερών και συγκεκριμένα από 2 έως 5 Ιανουαρίου, στις 13 και 17 Απριλίου, από 6 έως 17 Αυγούστου, στις 31 Οκτωβρίου, από 1 έως 9 Νοεμβρίου και από 24 έως 31 Δεκεμβρίου. Το έτος 2002 έλαβε άδεια είκοσι δύο (22) εργάσιμων ημερών και ειδικότερα από 2 έως 4 Ιανουαρίου, στις 18 Μαρτίου, στις 24 Ιουνίου, από 12 έως 14 και από 16 έως 23 Αυγούστου και από 14 έως 21 Οκτωβρίου.
Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο ενάγων έλαβε τμηματικά την άδειά του κατά τα παραπάνω έτη, παρότι αυτή κατά νόμο πρέπει να χορηγείται ολόκληρη, διότι στην προκείμενη περίπτωση συνέτρεχε επείγουσα ανάγκη της εναγομένης κοινοπραξίας, η οποία είχε τρεις βάρδιες για την σύντομη κατά το δυνατόν περαίωση του έργου που είχε αναλάβει, αλλά και κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων για τμηματική καταβολή αυτής.
Ο ενάγων, λόγω της παραπάνω προϋπηρεσίας του και του γεγονότος ότι εργαζόταν με σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, εδικαιούτο άδεια 25 ημερών, αποδοχές αδείας τριάντα (30) ημερομίσθια και επίδομα αδείας δέκα τρία (13) ημερομίσθια. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου ωφέλιμου φορτίου άνω των 13 τόνων, που εργάζονταν εντός σήραγγας, με προϋπηρεσία από το έτος 1974, έγγαμου με ενήλικο τέκνο, ανέρχονταν, βάσει των παρακάτω ΔΑ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων’ ‘ , δηλαδή της ...1999, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 29-3-1999 με την .../1999 Υπουργική απόφαση (ΦΕΚ .../27-5-1999), της ΔΑ 8/2000(ΠΚ 4/5-4-2000) και της διορθωτικής 11/2000 (Π.Κ.
Υπουργού Εργασίας 8/27-4-2000), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-4-2000 με την Υπουργική απόφαση 11.219/2000 (ΦΕΚ Β" 678), της ΔΑ 19/2001 (ΠΚ Υπουργού Εργασίας 13/15-6-2001), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 1-1-2001 και της ΔΑ 14/2002 (ΠΚ Υπουργού Εργασίας 6/1-7-2002), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 1-7-2002, με την Υπουργική απόφαση 14.174/2002 (ΦΕΚ Β’ 469/2003), καθώς και της από 30-3-2001 ΣΣΣΕ ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας’ ‘ (ΠΚ Υπουργού Εργασίας 27/2-4-2001) στα παρακάτω ποσά:
Για το έτος 2000 στο ποσό των 261.700 δραχμών, δηλαδή 170.000 δραχμές ο βασικός μισθός λόγω μη συμπλήρωσης διετίας στον ίδιο εργοδότη+17.000 δραχμές το επίδομα γάμου+20.000 δραχμές το επίδομα ειδικών συνθηκών βαρέως οχήματος άνω των 13 τόνων +44.200 δραχμές το επίδομα τριετιών (κλιμάκιο 12-15 έτη) +10.500 δραχμές το διορθωτικό ποσό εγγάμου = 261.700 δραχμές.
Από 1-1-2001 έως 30-6-2001 στο ποσό των 268.591 δραχμών, δηλαδή 175.100 δραχμές ο βασικός μισθός μέχρι 2 έτη στον ίδιο εργοδότη + 17.150 δραχμές το επίδομα γάμου +20.000 δραχμές το επίδομα ειδικών συνθηκών βαρέως οχήματος άνω των 13 τόνων + 45.526 δραχμές το επίδομα τριετιών (κλιμάκιο 12-15 έτη) + 10.815 δραχμές το διορθωτικό ποσό εγγάμου = 268.591 δραχμές.
Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 έως 31-12-2001 στο ποσό των 277.271 δραχμών, δηλαδή 181.754 δραχμές ο βασικός μισθός με δύο χρόνια στον ίδιο εργοδότη + 18.175 δραχμές το επίδομα γάμου + 20.000 δραχμές το επίδομα ειδικών συνθηκών βαρέως οχήματος άνω των 13 τόνων + 47.256 δραχμές το επίδομα τριετιών (κλιμάκιο 12-15 έτη) + 10.086 δραχμές το διορθωτικό ποσό εγγάμου= 277.271 δραχμές.
Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως τη λύση της σύμβασης με καταγγελία ο βασικός μισθός του ενάγοντος ήταν 850, 32 ευρώ (277.271 δραχμές ο βασικός μισθός της 31-12-2001 Χ 4.5 % αύξηση βάσει της ΔΑ 14/2002= 289.748 δραχμές και το ισόποσο σε ευρώ 850,32. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει για αποδοχές αδείας, με βάση τις συνήθεις αποδοχές του κατά την 31-12-2000, 31-12-2001 και 25-10-2002 (ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του), στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναλογία από ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και υπερεργασία που πραγματοποιούσε ο ενάγων τακτικά κατά μήνα, καθώς και η προσαύξηση του 75% για εργασία τις Κυριακές, που επίσης τακτικά ανά μήνα πραγματοποιούσε ο ενάγων, τα παρακάτω ποσά :
Α) Το ποσό των 1.299,24 ευρώ για το έτος 2000, δηλαδή μηνιαίες αποδοχές ύψους 261.700 δραχμών + αναλογία από αμοιβή υπερεργασίας και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης 90.875 δραχμές κατά μέσο όρο το μήνα + αναλογία από προσαύξηση για εργασία Κυριακών 16.356 δραχμές κατά μέσο όρο το μήνα, ήτοι σύνολο 368.931 δραχμές ή 1.082,70 ευρώ :25= 43,31 ευρώ Χ 30 ημερομίσθια = 1.299,24 ευρώ , Β) Το ποσό των 910,80 ευρώ για το έτος 2001, δηλαδή μηνιαίες αποδοχές της 31ης Δεκεμβρίου 2001 181.754 δραχμές + αναλογία από αμοιβή υπερεργασίας και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης κατά μέσο όρο το μήνα 60.911 δραχμές + αναλογία από προσαύξηση για εργασία Κυριακών 15.971 δραχμές κατά μέσο όρο το μήνα= 258.636 δραχμές ή 759 ευρώ : 25 = 30,36 Χ 30 ημερομίσθια= 910,80 ευρώ και Γ) το ποσό των 1.179,60 ευρώ για το έτος 2002, δηλαδή 850,32 ο μηνιαίος μισθός της 25-10-2002 + αναλογία από αμοιβή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης 4,61 ευρώ (46,16 ευρώ: 10= 4,61 ) κατά μέσο όρο το μήνα + αναλογία για προσαύξηση για εργασία Κυριακών κατά μέσο όρο το μήνα 38,47 ευρώ (384,70: 10), ήτοι σύνολο 983 ευρώ:25 = 39,32 X 30 ημερομίσθια = 1179, 60 ευρώ.
Για το διάστημα που εργάσθηκε δικαιούται για αποδοχές αδείας το ποσό των 888,58 ευρώ, δηλαδή τα 18/25 των 1.179,60 ευρώ για τους 9 μήνες εργασίας του και το ο, 833333 του μήνα για τις 25 ημέρες του Οκτωβρίου που εργάσθηκε (849,31 +39,27). Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η εναγομένη Κοινοπραξία, όλους τους μήνες του έτους 2000 κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των δραχμών 265.400 για κάθε ένα από τους μήνες Ιανουάριο έως Αύγουστο και το ποσό των 278.380 δραχμών για κάθε ένα από τους μήνες Σεπτέμβριο έως και Δεκέμβριο του έτους 2000.
Ειδικότερα, τους παραπάνω μήνες ο ενάγων πληρώνεται για εργασία 25 ημερών κάθε μήνα, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ημέρες άδειας αυτού, οι οποίες είναι οι παρακάτω και για τις οποίες δικαιούται τα πιο κάτω ποσά. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο ενάγων, που σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής αυτού για το έτος 2000 έλαβε όλους τους μήνες του έτους αυτού αμοιβή για εργασία 25 ημερών, δικαιούται τη διαφορά, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 950,51 ευρώ, δηλαδή 1299,24 ευρώ η οφειλόμενη αμοιβή για αποδοχές αδείας του έτους 2000 μείον το ποσό των 62,30 ευρώ, που καταβλήθηκε το μήνα Απρίλιο, το ποσό των 31,15 ευρώ που καταβλήθηκε το μήνα Μάιο, το ποσό των 124,60 ευρώ που καταβλήθηκε το μήνα Αύγουστο, το ποσό των 32,67 ευρώ που καταβλήθηκε το Σεπτέμβριο και το ποσό των 98,01 ευρώ, που καταβλήθηκε το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 ίσον 950,51 ευρώ (1.299,24 -348,73=950,51).Το έτος 2001 ο ενάγων έλαβε 26 ημέρες άδειας, όπως προεκτέθηκε.
Στις αποδείξεις πληρωμής αυτού του έτους, όλους τους μήνες του χρόνου, πληρώθηκε για εργασία 25 ημερών, στις οποίες (ημέρες) περιλαμβάνονται και οι ημέρες που έλαβε την κανονική του άδεια. Έτσι, αν από το δικαιούμενο ποσό των 910,80 ευρώ αφαιρεθεί το ποσό των 44.388 δραχμών που έλαβε τον Ιανουάριο του έτους 2001, το ποσό των 22.194 δραχμών που έλαβε τον Απρίλιο του έτους αυτού, το ποσό των 99.873 δραχμών που έλαβε τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το ποσό των 11.652 δραχμών που έλαβε τον Οκτώβριο, το ποσό των 81.564 δραχμών που έλαβε το Νοέμβριο και το ποσό των 46.608 δραχμών που έλαβε το Δεκέμβριο του 2001, δικαιούται τη διαφορά, η οποία ανέρχεται σε 25,80 ευρώ, δηλαδή 910,80 ευρώ - 305.279 δραχμές ή 896 ευρώ = 25, 80 ευρώ.
Το έτος 2002 ο ενάγων εργάσθηκε μέχρι τις 25-10-2002, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, δηλαδή 9 μήνες και 25 ημέρες και συνεπώς δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ύψους 888,58 ευρώ (τα 18/25 των αποδοχών του Οκτωβρίου 2002 με τις αναλογίες που προαναφέρθηκαν, που ανέρχονται συνολικά σε 1.179,60 ευρώ, για τους 9 μήνες και το 0,833333 του μήνα για τις 25 ημέρες του Οκτωβρίου ).
Αυτός (ενάγων) πληρώθηκε από την εναγομένη κοινοπραξία για 25 ημέρες εργασίας κάθε μήνα, στις ημέρες αυτές περιλαμβάνονται και οι ημέρες της κανονικής άδειας που έλαβε. Του καταβλήθηκαν δε τα παρακάτω ποσά για τις ημέρες της άδειας που έλαβε το έτος 2002 και συγκεκριμένα το ποσό των 102,51 ευρώ το μήνα Ιανουάριο, το ποσό των 34,17 ευρώ το μήνα Μάρτιο, το ποσό των 68,34 ευρώ το μήνα Μάϊο, το ποσό των 34,17 ευρώ το μήνα Ιούνιο, το ποσό των 312,30 ευρώ το μήνα Αύγουστο και το ποσό των 205,02 το μήνα Οκτώβριο και συνολικά το ποσό των 756,51 ευρώ.
Επομένως, δικαιούται ως διαφορά αποδοχών αδείας του έτους 2002 το ποσό των 132,07 ευρώ (888,58 - 756,51= 132,07 ευρώ). Περαιτέρω, για επίδομα αδείας των παραπάνω ετών ο ενάγων δικαιούται τα ποσά των 649,80 ευρώ για το έτος 2000 ( 1299,60 Χ1/2), των 455,40 ευρώ για το έτος 2001 (910,80Χ1/2) και των 444,29 ευρώ (888,58 Χ1/2) για το έτος 2002. Από τις αποδείξεις πληρωμής που προσκομίζουν οι εναγόμενες προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε για επίδομα αδείας των παραπάνω ετών στις 31-7-2000 το ποσό των 132.700 δραχμών ή 389, 43 ευρώ και στις 30-9-2000 του καταβλήθηκε επιπλέον ποσό 248 δραχμών ή 0,72 ευρώ για την ίδια αιτία, στις 31-7-2001 το ποσό των 138.718 δραχμών ή 203,54 ευρώ το συμπληρωματικό ποσό των 11.648 δραχμών ή 34,15 ευρώ στις 30-9-2001 και στις 31-7-2002 το ποσό των 427,45 ευρώ.
Επομένως, για διαφορές του επιδόματος αδείας των ετών 2000, 2001 και 2002 δικαιούται τα ποσά των 259,65, 217,81 και 21,84 ευρώ αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης δια του συμψηφισμού (ΑΠ 450/2013), που παραδεκτά πρότειναν οι εναγόμενες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τόσο με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις τους, πρέπει να υποχρεωθούν αυτές να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 950,51 ευρώ για υπόλοιπο αποδοχών αδείας του έτους 2000, το ποσό των 25,80 ευρώ για υπόλοιπο αδείας του έτους 2001 και το ποσό των 132,07 ευρώ για υπόλοιπο αδείας του έτους 2002, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2001, 1-1-2002 και 26-10-2002 αντίστοιχα.
Επίσης, πρέπει αυτές να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 259,65 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας 2000, το ποσό των 217,81 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας 2001 και το ποσό των 21,84 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας του έτους 2002 και μάλιστα νομιμότοκα από τις 1-1-2001, 1-1-2002 και 26-10-2002 αντίστοιχα.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα σχετικά κονδύλια, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του. 8. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, προς τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 εδ.
α’ του α.ν. 539/1945, που ορίζει ότι θεωρείται ανύπαρκτη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, που περιλαμβάνει την εγκατάλειψη του δικαιώματος του μισθωτού για άδεια ή την παραίτησή του από το δικαίωμα αυτό, και αν ακόμη προβλέπει την καταβολή αυξημένης αποζημίωσης σ’ αυτόν, και του άρθρου 3 παρ. 8 του ίδιου νόμου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 του ν.δ. 4547/1966 και ορίζει ότι οι αποδοχές μαζί με το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της άδειας, συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι είναι άκυρη οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου περί συμψηφισμού (καταλογισμού) των τυχόν υπέρτερων των νομίμων καταβαλλόμενων αποδοχών προς τις οφειλόμενες αποδοχές και το επίδομα αδείας, διότι είναι αντίθετη προς τον κοινωνικό σκοπό του νόμου, που είναι η εξασφάλιση της οικονομικής δυνατότητας του αδειούχου μισθωτού να απολαύσει την άδειά του, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, επιβάλλεται ως άνω η προκαταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών και του επιδόματος αδείας κατά την έναρξη αυτής (ΑΠ 1033/2011, 1921/1990).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959, είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία οι αμοιβές ή αποζημιώσεις που οφείλονται στο δεύτερο για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών, που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες.
Από την ίδια διάταξη εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 180/2015, 1254/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της, κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25.825/1951 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές ή αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν συμψηφίζονται προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ενδεχομένως ανώτερες των νομίμων, ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.
Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνο ο εκ μέρους του εργοδότη μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
Μία τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παράνομων/ κατ’ εξαίρεση υπερωριών), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων ( Ολ ΑΠ 930/1990, 87/1971, ΑΠ 180/2015, 1208/2013, 339/2011, 430/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι εφεσίβλητες ισχυρίσθηκαν, με τις έγγραφες προτάσεις της παρούσας συζήτησης, παραδεκτά κατ’ άρθρο 527 αριθμ 1 ΚΠολΔ, ότι έχει συμφωνηθεί εγγράφως μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης (με τις αποδείξεις πληρωμής, που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος) ο καταλογισμός των αξιώσεων του πρώτου με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες κάθε μήνα αποδοχές σ’ αυτόν και με τον τρόπο αυτό έχουν εξοφλήσει τις οφειλόμενες αποδοχές αδείας των ετών 2000, 2001 και 2002, οι οποίες αντιστοιχούν σε 22 ημερομίσθια, καθώς και τα επιδόματα αδείας των ετών αυτών, που ανέρχονται στα ποσά των 132.948 και 150.366 δραχμών για τα έτη 2000 και 2001, αντίστοιχα, και 433,22 ευρώ για το έτος 2002.
Επίσης, έχουν εξοφλήσει την προσαύξηση του 75% λόγω εργασίας του εκκαλούντος κατά τις Κυριακές που εργάσθηκε, διότι ο ενάγων έχει λάβει επί πλέον των νομίμων αποδοχών του το συνολικό ποσό των 9.431,83 ευρώ, δηλαδή 6.863,28 ευρώ επί πλέον των νόμιμων αποδοχών για μισθούς, αμοιβές από υπερωρίες, υπερεργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, 1.654,85 ευρώ επί πλέον για δώρα εορτών, 175,67 ευρώ επί πλέον του επιδόματος αδείας και 738,04 ευρώ επί πλέον της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.
Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι μη νόμιμος όσον αφορά τις αξιώσεις του ενάγοντος για αποδοχές και επιδόματα αδείας, διότι απαγορεύεται και είναι άκυρη η συμφωνία περί συμψηφισμού (καταλογισμού) των υπέρτερων των νομίμων καταβαλλόμενων αποδοχών προς τις οφειλόμενες αποδοχές και τα επιδόματα αδείας.
Επιπλέον, ο ανωτέρω ισχυρισμός, όσον αφορά τον συμψηφισμό (καταλογισμό) των ως άνω υπέρτερων αποδοχών με την αξίωση του ενάγοντος λόγω προσαύξησης για εργασία κατά τις προαναφερόμενες Κυριακές, είναι προεχόντως απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον δεν αποδεικνύεται η σύναψη συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης Κοινοπραξίας περί καταλογισμού των αμοιβών αυτών με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές.
Για πρώτη φορά, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, οι εναγόμενες επικαλέσθηκαν τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας, η οποία δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε βέβαια προκύπτει η ύπαρξη συμφωνίας περί καταλογισμού από τις αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος, που προσκομίζουν αυτές.
9. Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή.
Αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη. αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο. αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένων χρεών, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος.
Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητες, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, ισχυρίζονται ότι το παρόν Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 422 εδ. β’ ΑΚ, αναφορικά με τις επί μέρους καταβολές ποσών εκ μέρους τους προς τον εκκαλούντα, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την ολοσχερή εξόφληση των αξιώσεών του.
Η ένσταση αυτή, με το παραπάνω περιεχόμενο, είναι εντελώς αόριστη και απορριπτέα, διότι δεν επικαλούνται οι εφεσίβλητες τις γενόμενες καταβολές και ειδικότερα το χρόνο που αυτές έγιναν και τα ποσά κάθε καταβολής.
10. κατ’ ακολουθία όλων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η από 10-4-2007 έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις της και μέσα στα όρια που διαγράφονται με τις ανωτέρω αναιρετικές αποφάσεις και, αφού κρατηθεί, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, και εκδικασθεί εκ νέου η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 19-3-2003 αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 2.478, 36 ευρώ νομιμότοκα από το τέλος κάθε μήνα που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, το ποσό των 1.210,16 (950,51+259,65) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2001, το ποσό των 243,61 (25,80 +217,81) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2002 και το ποσό των 153,91 (21,84+132,07) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 26-10-2002 και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος- ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας θα επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των εναγομένων - εφεσιβλήτων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 10-4-2007 έφεση.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση αυτή κατά της 2506/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαια.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 19-3-2003 αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τις εναγόμενες, εις ολόκληρον την καθεμία, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ογδόντα έξι ευρώ και τεσσάρων λεπτών (4.086,04), νομιμότοκα ως εξής: 1) το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (2.478,36 ) με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, και έως την εξόφληση, 2) το ποσό των χιλίων διακοσίων δέκα ευρώ και δέκα έξι λεπτών (1.210,16) με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2001 και μέχρι την εξόφληση, 3) το ποσό των διακοσίων σαράντα τριών ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (243,61) με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2002 και έως την εξόφληση και 4) το ποσό των εκατόν πενήντα τριών ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (153,91) με το νόμιμο τόκο από την 26-10-2002 και έως την εξόφληση.
Και
Καταδικάζει τις εναγόμενες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο (2) βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια ( 600 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ