Supreme Court dismisses appeal in internal bank promotion dispute, upholding lower court's rejection of employee's advancement claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an employee against the Athens Court of Appeal's decision rejecting her promotion claim. The employee argued she met the criteria for advancement, while the bank contended that other colleagues with superior seniority and performance records qualified for the position instead. The court ruled that the bank's internal organization and the specific criteria for promotion, including comparative assessment against other candidates, were validly applied by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; The internal organization of a bank constitutes a contractual agreement that regulates promotions, and the General Council's free decision on advancement based on comparative criteria is legally binding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1117 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1117/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1760/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 11-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ, 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, που κυρώθηκε με το Ν. 3234/1927 και έχει ισχύ νόμου προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Εσωτερικό Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ως άνω Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 22-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, η προαγωγή των υπαλλήλων της στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου γίνεται κατ' απόλυτη επιλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της, θα πρέπει δε να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, δηλαδή πέντε χρόνια στον βαθμό του Τμηματάρχη, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει ο κρινόμενος υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα και ε) να έχει επιδείξει ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στην διάθεση αυτού και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτήν.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική εξέλιξή του και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αιρέσεως, υπό την οποία τελεί η προαγωγή του υπαλλήλου, παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστης εκ μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ).
Κατάφωρα δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια, μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη στην καλή πίστη με την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης, αμυνόμενος κατά της αγωγής, μπορεί να προτείνει την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι, όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών έστω και απλώς αυτού ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραλειφθείς στις επίμαχες προαγωγές συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγικές αυτές κρίσεις προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατ' αυτής, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) προσελήφθη από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στις 19-7-1976, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μετά από επιτυχία της σε δημόσιο διαγωνισμό που διενεργήθηκε από την εναγομένη, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου.
Κατά την πρόσληψή της τοποθετήθηκε στο Υποκατάστημα της Λάρισας, όπου και υπηρετεί μέχρι σήμερα. Αρχικά υπηρέτησε στην Υπηρεσία Χορηγήσεων. Στη συνέχεια απασχολήθηκε στο Λογιστήριο και στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών Συναλλάγματος. Επί τετραετία απασχολήθηκε ως Γραμματέας της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων, συντάσσουσα εισηγήσεις χορηγήσεως ή μη βιοτεχνικών δανείων σε βιοτέχνες της Θεσσαλίας.
Μετά το 1990 άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή, ενεργώντας πιστωτικούς ελέγχους στις μεγάλες τράπεζες και συντάσσοντας πορίσματα, που αποστέλλονταν στο Κεντρικό Κατάστημα. Ακόμη της ανατέθηκε η Γραμματεία του Παραρτήματος του Ταμείου Υγείας των υπαλλήλων. Προήχθη στον βαθμό του Υπολογιστή από 1-10-1978 και λόγω συντμήσεως από 1-10-1977, στο βαθμό του Υπολογιστή Α' από 1-10-1981, στο βαθμό του Λογιστή από 1-10-1986, στο βαθμό του Αρχιλογιστή από 1-10-1991 και στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1994.
Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο οποίο φοίτησε ως υπότροφος του ΙΚΥ. Γνωρίζει την Αγγλική και την Γαλλική γλώσσα "πολύ καλά" (για την Γαλλική γλώσσα διαθέτει πτυχίο Certificat de la Langue Franchaise). Έχει παρακολουθήσει έξι σεμινάρια, με τίτλους "Σεμινάριο Προαγωγικό" το 1976, "Βελτίωση ανθρωπίνων σχέσεων - συνεργασίας" το 1979, "Εποπτεία Τραπεζών και Τραπεζικοί Κίνδυνοι" το 1990, "Πρόληψη Νομ.
Εσόδων - εγκληματικές ενέργειες" το 1998, "Λειτουργία συστήματος ΕΡΜΗΣ και αξιολόγηση προσωπικού" το 1999, "Εκπαίδευση στη χρήση πληροφορικών συστημάτων παρακολούθησης άμεσων επενδύσεων". Υπηρετεί στην Υπηρεσία Εποπτείας και Στατιστικής Οικονομικής Συγκυρίας στο Υποκατάστημα της Λάρισας από 15-12-1994 και από 6-10-1998 της ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένης της Υπηρεσίας αυτής.
Στα φύλλα επιδόσεως των ετών 1999 - 2002 βαθμολογήθηκε: Το 1999 με 3 "εξαίρετη" και 14 "πολύ καλή", το 2000 με 5 "εξαίρετη" και 12 "πολύ καλή", το 2001 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή" και το 2002 με 15 "εξαίρετη" και 2 "πολύ καλή". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 15-12-2003 για τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε να προαγάγει την ενάγουσα στον βαθμό αυτόν, ενώ προήγαγε τους ομοιόβαθμους συναδέλφους της: 1) Γ.
Α., 2) Ι. Γ., 3) Ι. Ε., 4) Χ. Μ., 5) Μ. Α., 6) Ε. Α., 7) Κ. Ε., 8) Π. Κ., 9) Κ. Κ. και 10) Ε. Π., οι οποίοι διέθεταν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Ο. Γ. Α. προσελήφθη στις 20-4-1972 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1995. Είναι απόφοιτος Λυκείου και γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα. Απασχολήθηκε σε διάφορες οργανικές μονάδες της Τράπεζας, στο Υποκατάστημα Πειραιά (Υπηρεσία Ταμείων) και στο Κεντρικό Κατάστημα, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα από 1-12-1988 ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαλογής και Καταμέτρησης και από 1-6-2000 ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Διαλογής και Καταμέτρησης της Διεύθυνσης Ταμείων.
Έχει παρακολουθήσει οκτώ σεμινάρια, συνέβαλε στη σύνταξη του Σχεδίου Κανονισμού της Υπηρεσίας Παραλαβής Χρηματικού Ταμιών και Χρηματαποστολών και απασχολήθηκε σε πολλές επιτροπές. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 2000 και 2001 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και για το έτος 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". 2) Ο Ι.
Γ. προσελήφθη στις 14-11-1979 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1999. Είναι απόφοιτος Λυκείου, καθώς και του Τμήματος Λογιστικής των ΚΑΤΕΕ (τίτλος ισότιμος των ΤΕΙ), γνωρίζει Αγγλικά και έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια. Απασχολήθηκε σε διάφορες οργανικές μονάδες της Τράπεζας, στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης, στο ΙΕΤΑ, στο Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του ΙΕΤΑ, στον τομέα Διοίκησης - Τμήμα Διαχείρισης.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 11-10-1989, Προϊστάμενου Υπηρεσίας Διαχείρισης Μεταλλικών Δίσκων από 29-4-1991 και Προϊστάμενου Υπηρεσίας Β' Διαχείρισης Τραπεζογραμματίων και Αξιών από 17-3-1993. Αποσπάσθηκε στο Συνδικαλιστικό Σωματείο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΤΕ) στις 12-5-1997. 3) Ο Ι.
Ε. προσελήφθη στις 7-11-1974 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-1-1995. Είναι απόφοιτος Λυκείου και της Σχολής Λογιστών του Υπουργείου Παιδείας, φοιτά δε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζει καλά Αγγλικά και έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια. Εργάσθηκε στο Τμήμα Εργασιών Εξωτερικού στο Υποκατάστημα Πειραιά, με απόσπαση στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περιθάλψεως του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΠΣΥΤΕ), στο Τμήμα Οργάνωσης και στο Τμήμα Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Υποστήριξης Διαδικασιών της Διεύθυνσης Πληροφορικής.
Άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών του Ταμείου Υγείας του ΣΥΤΕ από 27-6-2001. Συμμετείχε σε διάφορες Επιτροπές του Ταμείου Υγείας, καθώς και σε Επιτροπές Αξιολόγησης Προσφορών. Διετέλεσε Αναλυτής Συστημάτων Β' και συμμετείχε σε Κλιμάκια για την επεξεργασία οργανωτικών και διαδικαστικών θεμάτων.
Η βαθμολογία του για τα έτη 1999 και 2000 ήταν 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και για τα έτη 2001 και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετος". 4) Ο Χ. Μ. προσελήφθη στις 24-1-1972 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1993. Είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου και της Σχολής Λογιστών του Υπουργείου Παιδείας. Γνωρίζει πολύ καλά Αγγλικά και έχει παρακολουθήσει επτά σεμινάρια.
Υπηρέτησε στο Τμήμα Σχέσεων με τις Εξαγωγικές Επιχειρήσεις, στο Τμήμα Ελέγχου της Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, στο Τμήμα Λογιστικού Ελέγχου και στο Τμήμα Γραμματείας και Δημοσίων Σχέσεων, όπου από 17-2-2003 ήταν Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος. Προηγουμένως, είχε διατελέσει, επίσης, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος από 28-12-1993 και Προϊστάμενος Υπηρεσίας από 22-7-1992.
Συμμετείχε και σε διάφορες Επιτροπές. Η βαθμολογία του για το έτος 1999 ήταν 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και για τα έτη 2000, 2001 και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετος". 5) Ο Μ. Α. προσελήφθη στις 11-9-1973 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1991. Είναι πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας (1968), γνωρίζει Αγγλικά και παρακολούθησε επτά σεμινάρια.
Άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Λογιστηρίου και Γραμματείας από 3-11-1994. Εκπόνησε πρόταση τροποποιήσεως δελτίων πληροφοριών πιστούχων και συμμετείχε στην εκστρατεία "Ενημέρωση Ευρώ". Διετέλεσε αναπληρωματικό μέλος του Περιφερειακού Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων. Η βαθμολογία του για τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετος". 6) Η Ε.
Α. προσελήφθη στις 19-7-1976 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1994. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά (1975). Γνωρίζει πολύ καλά Αγγλικά (είναι κάτοχος διπλώματος LOWER) και έχει παρακολουθήσει δέκα σεμινάρια. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 16-3-1995.
Η βαθμολογία της για το έτος 1999 ήταν 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", για το έτος 2000 ήταν 14 "εξαίρετη" και 3 "πολύ καλή", για δε τα έτη 2001 και 2002 ήταν 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή". 7) Ο Κ. Ε. προσελήφθη στις 11-8-1980 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1996. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής και γνωρίζει καλά Αγγλικά.
Λόγω διαδοχικών αποσπάσεών του στον Σύλλογο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΤΕ) δεν ανέλαβε θέσεις ευθύνης. Επίσης, λόγω των αποσπάσεών του αυτών, δεν βαθμολογήθηκε για τα έτη 2001 και 2002, ενώ για το έτος 1999 η βαθμολογία του ήταν 1 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός" και για το έτος 2000 βαθμολογήθηκε με 13 "εξαίρετος". 8) Ο Π.
Κ. προσελήφθη στις 19-7-1976 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1992. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ (Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων), γνωρίζει καλά Αγγλικά και παρακολούθησε επτά σεμινάρια. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 28-6-1995 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 21-12-1995.
Συμμετείχε σε διάφορες Επιτροπές, όπως στην Επιτροπή του Ν. 1262/1992, στην Επιτροπή Παρακολούθησης ΜΟΠ Β. Αιγαίου και στην Επιτροπή Αξιολόγησης Προτάσεων ΠΕΠ Β. Αιγαίου. Διετέλεσε Πρόεδρος ΟΕΕ/Π.Τ. Αν. Αιγαίου και Πρόεδρος του Γ.Ν. Μυτιλήνης "Βοστάνειο". Η βαθμολογία του καθ' όλα τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετος". 9) Ο Κ.
Κ. προσελήφθη στις 31-10-1974 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1992. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής - Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων (1976). Γνωρίζει Αγγλικά και έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια. Υπηρέτησε στην Διεύθυνση Προσωπικού (Υπηρεσία Ασφαλείας), στην Διεύθυνση Ταμείων (Αποθεματικών και Εφοδιασμού, Διαλογής και Καταμέτρησης) και στην Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου (Πρακτορείο Περιστερίου).
Άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης από 3-11-1994, καθήκοντα Πράκτορα στο Πρακτορείο Περιστερίου από 2-1-1987 και καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών από 8-6-2000. Συμμετείχε στην Επιτροπή Αξιολόγησης Ταμιακών Μηχανών, καθώς και στη σύνταξη Σχεδίου Οργανισμού - Κανονισμού της Διεύθυνσης Ταμείων.
Βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το έτος 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το έτος 2001 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το έτος 2002 με 17 "εξαίρετος" και 10) Ο Ε. Π. προσελήφθη στις 16-7-1984 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1998. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης (Οικονομικό Τμήμα) και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών.
Γνωρίζει καλά τη Γερμανική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει πέντε σεμινάρια. Υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα (Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών, Διεύθυνση Διοικητικού, Τεχνική Υπηρεσία) και στο Υποκατάστημα Σερρών (Υπηρεσία Εργασιών Εξωτερικού, Υπηρεσία Στατιστικής και Εποπτείας). Άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 15-2-1995.
Η βαθμολογία του το έτος 2001 ήταν 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός" και το έτος 2002 ήταν 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) με εκείνα των παραπάνω προαχθέντων δέκα συναδέλφων της, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι: 1) Έναντι του Γ.
Α. η ενάγουσα υστερεί ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 4 και πλέον έτη, υστερεί ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Υπηρεσίας από το 1988 (10 έτη πριν από την ενάγουσα), Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 18-7-1994 και καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος (που δεν άσκησε ποτέ η ενάγουσα) από 8-6-2000, υστερεί και ως προς τη βαθμολογία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης και τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 8), ενώ υπερέχει η ενάγουσα έναντι εκείνου ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς τον τίτλο σπουδών και ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει εκτός από την Αγγλική και τη Γαλλική γλώσσα. 2) Έναντι του Ι.
Γ. η ενάγουσα υστερεί ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 11-10-1989 και καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 29-4-1991, ενώ η ενάγουσα ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από 6-10-1998. Υπερτερεί δε η ενάγουσα έναντι εκείνου ως προς τη γενική και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς τον τίτλο σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και τον αριθμό των σεμιναρίων. 3) Έναντι του Ι.
Ε. υστερεί η ενάγουσα ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 1 έτος και 8 μήνες), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός ανέλαβε και καθήκοντα Διευθυντή (που ποτέ δεν άσκησε η ενάγουσα) από 27-6-2001 και ως προς τη βαθμολογία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης, ενώ υπερτερεί η ενάγουσα έναντι εκείνου ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 3 μήνες), ως προς τον τίτλο σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και την επιμόρφωση με σεμινάρια. 4) Έναντι του Χ.
Μ. υστερεί η ενάγουσα ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 4 και πλέον έτη), ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 1 έτος και 6 μήνες), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο συγκρινόμενος ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 22-7-1992 και Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος από 28-12-1993, αλλά και από 17-2-2003 ασκούσε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος, ενώ η ενάγουσα άσκησε μόνο καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από 6-10-1998, υστερεί επίσης και ως προς τη βαθμολογία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης, υπερτερεί δε η ενάγουσα έναντι εκείνου ως προς τον τίτλο σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και είναι ισάξιοι ως προς την επιμόρφωση με σεμινάρια. 5) Έναντι του Μ.
Α. υστερεί η ενάγουσα ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 3 σχεδόν έτη), ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 3 έτη), ως προς την ανάληψη υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Λογιστηρίου και Γραμματείας από 3-11-1994 (4 έτη πριν από την ενάγουσα), ως προς τη βαθμολογία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης και (όλως ελαφρά) ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, ενώ υπερτερεί η ενάγουσα έναντι εκείνου ως προς τον τίτλο σπουδών και ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών. 6) Έναντι της Ε.
Α. υστερεί η ενάγουσα ως προς την ανάληψη υπεύθυνων καθηκόντων, αφού η συγκρινόμενη ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 16-3-1995, δηλαδή 3 και πλέον έτη πριν από την ενάγουσα, η οποία υστερεί έναντι εκείνης και ως προς τη βαθμολογία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης και τον αριθμό των σεμιναρίων (6 η ενάγουσα και 10 η συγκρινόμενη), ενώ έχουν την ίδια γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και δεν διαφέρουν ως προς τον τίτλο σπουδών, υπερτερεί δε η ενάγουσα ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών. 7) Έναντι του Κ.
Ε. υπερτερεί η ενάγουσα ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 4 έτη) και ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 2 περίπου έτη), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, τα σεμινάρια και τη γνώση ξένων γλωσσών και είναι ισάξιοι ως προς τον τίτλο σπουδών. 8) Έναντι του Π. Κ. υστερεί η ενάγουσα ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 2 και πλέον έτη), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο συγκρινόμενος ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 28-6-1995, άσκησε δε και καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 21-12-1995, ενώ η ενάγουσα άσκησε μόνο καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από 6-10-1998, υστερεί δε η ενάγουσα και ως προς την βαθμολογία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης (η βαθμολογία του συγκρινόμενου είναι απόλυτα άριστη).
Είναι ισάξιοι ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ως προς τον τίτλο σπουδών και ως προς τη παρακολούθηση σεμιναρίων και υπερτερεί η ενάγουσα μόνο ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών. 9) Έναντι του Κ. Κ. υστερεί η ενάγουσα ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 1 έτος και 8 μήνες), ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 2 έτη και 6 μήνες), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης από 3-11-1994 και καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών από 8-6-2000, ενώ η ενάγουσα άσκησε μόνο καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από 6-10-1998, υστερεί δε η ενάγουσα και ως προς τη βαθμολογία της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης.
Είναι ισάξιοι ως προς τον τίτλο σπουδών και υπερτερεί η ενάγουσα του συγκρινόμενου ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 2) και 10) Έναντι του Ε. Π. υστερεί η ενάγουσα ως προς την ανάληψη υπεύθυνων καθηκόντων, αφού αυτός ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 15-2-1995 (3 και πλέον έτη πριν από την ενάγουσα) και ως προς τους τίτλους σπουδών, καθόσον ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος Α.Ε.Ι.
και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι εκείνου ως προς τη γενική και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 8 και 4 έτη αντίστοιχα), υπερτερεί ελαφρά ως προς την βαθμολογία και την επιμόρφωση με σεμινάρια και υπερτερεί ως προς τις ξένες γλώσσες (γνωρίζει μία επιπλέον ξένη γλώσσα).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα υπερέχει καταφανώς μόνο έναντι του συγκρινόμενου με αυτήν συναδέλφου της Κ. Ε. και ως εκ τούτου έπρεπε να προαχθεί αυτή έναντι εκείνου, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για σημαντική και - πολύ περισσότερο - για κατάδηλη υπεροχή αυτής έναντι όλων των άλλων προς σύγκριση προτεινομένων ως άνω συναδέλφων της, οι οποίοι προήχθησαν στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 15-12-2003.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της αναιρεσείουσας και των άνω προαχθέντων συναδέλφων της, δεν προκύπτει καταφανής υπεροχή αυτής έναντι εκείνων (εκτός του Κ. Ε.), ενόψει κυρίως του ότι η αναιρεσείουσα υστερεί έναντι όλων, δηλαδή και των εννέα, προαχθέντων συναδέλφων της ως προς το αυξημένης βαρύτητας και ουσιαστικής αξίας προσόν της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ως προς δε τα υπόλοιπα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, σε άλλα είναι ισοδύναμη με αυτούς, σε άλλα υπερέχει και σε άλλα υστερεί έναντι αυτών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όμως, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, η εναγόμενη Τράπεζα προέβαλε, με διακωλυτική ένσταση, προς σύγκριση με την ενάγουσα άλλους, επίσης παραλειφθέντες συναδέλφους της, ως υπερέχοντες αυτής, και συγκεκριμένα τους Ν.
Ρ., Ι. Σ., Χ. Φ. και Α. Χ. Ως προς αυτούς δέχθηκε το Εφετείο ότι: 1) Ο Ν. Ρ. προσελήφθη στις 28-5-1973 στον Λογιστικό Κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1990. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δασολογίας της Γεωπονοδασολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1975) και έχει παρακολουθήσει 12 σεμινάρια.
Διετέλεσε Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Λοιπών Εργασιών στο Τμήμα Εποπτείας του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης από 9-10-1995 και Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Συναλλαγματικών Ελέγχων του ίδιου Τμήματος από 26-3-1997, ενώ από 15-7-2002 είναι Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης.
Γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα, έχει δε παρακολουθήσει και σχετικά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και τα έτη 2000, 2001 και 2002 με 17 "εξαίρετος". Ο εν λόγω συγκρινόμενος - συνεχίζει το Εφετείο - υπερτερεί της ενάγουσας ως προς την γενική αρχαιότητα κατά 3 και πλέον έτη, την ειδική αρχαιότητα κατά 4 έτη, ως προς τις θέσεις ευθύνης (κυρίως δε γιατί διετέλεσε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος, καθήκοντα που δεν άσκησε ποτέ η ενάγουσα), ως προς την βαθμολογία και τα σεμινάρια, είναι δε ισοδύναμος με εκείνη ως προς τον τίτλο σπουδών και υστερεί ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών. 2) Ο Ι.
Σ. προσελήφθη στις 14-4-1973 στο Λογιστικό Κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1990. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Νομικής Σχολής και έχει παρακολουθήσει 4 σεμινάρια. Γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα (είναι κάτοχος από το 1987 του διπλώματος First Certificate Gambridge). Ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Χορήγησης Συναλλάγματος στο Υποκατάστημα Πειραιά το 1985, Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ενέγγυων Πιστώσεων και Αξιών στο Υποκατάστημα Πειραιά το 1987, Προϊστάμενου Υπηρεσίας Λοιπών Εργασιών Συναλλάγματος το 2001 και Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού το 2003.
Διετέλεσε από 2-3-1993 Ελεγκτής στην Υπηρεσία Εποπτείας του Τμήματος Στατιστικής και Εποπτείας του Υποκαταστήματος Πειραιά. Βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", το 2000 το ίδιο, το 2001 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και το 2002 με 17 "εξαίρετος". Ο Ι. Σ. υπερτερεί της ενάγουσας - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - ως προς την γενική αρχαιότητα κατά 3 και πλέον έτη, την ειδική αρχαιότητα κατά 4 και πλέον έτη, ως προς τις θέσεις ευθύνης (για πρώτη φορά ανέλαβε θέση ευθύνης ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας το 1985, δηλαδή 13 έτη νωρίτερα από την ενάγουσα και κυρίως διετέλεσε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος, καθήκοντα που δεν άσκησε ποτέ η ενάγουσα) και ελαφρά ως προς την βαθμολογία.
Είναι ισοδύναμοι ως προς τον τίτλο σπουδών και υστερεί έναντι της ενάγουσας ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων (κατά 2) και ως προς τις ξένες γλώσσες (η ενάγουσα γνωρίζει μία επιπλέον ξένη γλώσσα). 3) Ο Χ. Φ. προσελήφθη στις 11-8-1972 στο Λογιστικό Κλάδο. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1988. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Παντείου και παρακολούθησε 5 σεμινάρια.
Γνωρίζει την Αγγλική και την Γαλλική γλώσσα. Ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Υπηρεσίας στο Τμήμα Ελέγχου Εισαγωγών από 10-6-1986, Αναπληρωτή Προϊστάμενου του ίδιου Τμήματος από 3-12-1990, Αναπληρωτή Προϊστάμενου Τμήματος από 3-6-1993. Εκπόνησε εργασία - κωδικοποίηση με θέμα "Ο ναύλος των εισαγόμενων εμπορευμάτων".
Διετέλεσε εισηγητής στην Επιτροπή Ελέγχου Τιμολογίων, στην ΥΣΕΕ, στην ΕΡΘΕ, στο Συμβούλιο Ερεύνης Τιμών. Βαθμολογήθηκε το 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", το έτος 2001 και 2002 με 17 "εξαίρετος". Ο Χ. Φ. υπερτερεί - όπως δέχεται το Εφετείο - της ενάγουσας ως προς την γενική αρχαιότητα κατά 4 έτη, την ειδική αρχαιότητα κατά 6 έτη, ως προς τις θέσεις ευθύνης (πρώτη θέση ευθύνης το 1984, δηλαδή 14 έτη πριν από την ενάγουσα και κυρίως διετέλεσε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος, καθήκοντα που δεν άσκησε ποτέ η ενάγουσα), υπερτερεί δε και ως προς την βαθμολογία.
Είναι ισοδύναμοι ως προς τον τίτλο σπουδών και τη γνώση ξένων γλωσσών, η δε ενάγουσα υπερτερεί, όλως ελαφρά, μόνο ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 5) και 4) Ο Α. Χ. προσελήφθη στις 4-10-1971 στον Λογιστικό Κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-1-1988. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής (Οικονομικό Τμήμα) και έχει παρακολουθήσει 15 σεμινάρια.
Γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική και την Γαλλική γλώσσα. Υπηρέτησε στα Υποκαταστήματα Καβάλας και Θεσσαλονίκης. Ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Λογιστικών Εργασιών του Τμήματος Λογιστηρίου και Γραμματείας στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης από 24-8-1983, Προϊστάμενου Υπηρεσίας Λογιστικού Ελέγχου του ίδιου Τμήματος από 4-10-1995, Προϊστάμενου Υπηρεσίας Λογιστικών Εργασιών του ίδιου Τμήματος από 20-3-1997 και Αναπληρωτή Προϊστάμενου του ίδιου Τμήματος από 21-1-2003.
Βαθμολογήθηκε το 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2002 με 17 "εξαίρετος". Ο Α. Χ. υπερτερεί - είπε το Εφετείο - της ενάγουσας ως προς την γενική αρχαιότητα κατά 5 έτη, την ειδική αρχαιότητα κατά 7 σχεδόν έτη, ως προς τις θέσεις ευθύνης (πρώτη θέση ευθύνης ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας το 1983, δηλαδή 15 έτη πριν από την ενάγουσα και κυρίως διετέλεσε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος, καθήκοντα που δεν άσκησε ποτέ η ενάγουσα), ως προς τα σεμινάρια και την βαθμολογία.
Είναι ισοδύναμοι ως προς τον τίτλο σπουδών και τη γνώση ξένων γλωσσών. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι παραπάνω αντιπροτεινόμενοι προς σύγκριση με την ένσταση της εναγομένης, επίσης παραλειφθέντες, τέσσερις συνάδελφοι της ενάγουσας, υπερείχαν οπωσδήποτε έναντι εκείνης ως προς τα προσόντα προαγωγής και επομένως αυτοί και όχι η ενάγουσα είχαν δικαίωμα προαγωγής, καθόσον και αν ακόμη δεν είχε προαχθεί ο προταθείς από την ενάγουσα προς σύγκριση ως άνω συνάδελφός της Κ.
Ε., την θέση του και πάλι δεν θα καταλάμβανε η ενάγουσα, αλλά κάποιος εξ αυτών των τεσσάρων μη προαχθέντων συναδέλφων της, που υπερείχαν εκείνης. Κατόπιν αυτών το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την διακωλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ένδικη αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ ως προς τους ως άνω τέσσερις υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, τους οποίους αφορά ο εδώ ερευνώμενος δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, που πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση της Β. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 295/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ