1117/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1117/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για τη τύχη της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "... Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του τραυματισμού του ασκούσε παράλληλα και ελεύθερο επάγγελμα αναλαμβάνοντας εργολαβικά ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις θέρμανσης σε κτίρια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1117 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1117/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Γ. Χ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Μαρμαρινό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Χ. Κ., κατοίκου ..., 2. Της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α" που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, με την από 19-4-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή- προσεπίκληση του 1ου των αναιρεσιβλήτων και την από 13-8-2007 πρόσθετη παρέμβαση της 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδος. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι δύο αγωγές και η πρόσθετη παρέμβαση, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2008 μη οριστική και 142/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 520/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 4-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς η αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 177/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για τη τύχη της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "... Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του τραυματισμού του ασκούσε παράλληλα και ελεύθερο επάγγελμα αναλαμβάνοντας εργολαβικά ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις θέρμανσης σε κτίρια.
Για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, όπως δήλωση έναρξης σχετικού επιτηδεύματος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, υποβολή δηλώσεων φόρου εισοδήματος, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, είσπραξης προκαταβολής της αμοιβής, αγοράς υλικών, συντεταγμένες μελέτες, συμβάσεις για εκτέλεση συναφών έργων προγενεστέρου διαστήματος.
Το μοναδικό έγγραφο, που επικαλείται και προσκομίζει σχετικά, είναι το από 20-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από το Α.Τ Λευκάδας του αντισυμβαλλομένου του Ζ. Μ., πολιτικού μηχανικού. Από το έγγραφο αυτό σε συνδυασμό και με τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του ανωτέρω πολιτικού μηχανικού, ανέλαβε την εκτέλεση της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης σε ανεγειρόμενη οικοδομή στη θέση Περιβόλα Λευκάδας αντί αμοιβής ποσού 7.500 ευρώ.
Χρόνος εκτέλεσης του έργου συμφωνήθηκε το καλοκαίρι του έτους 2003. Το έργο αυτό δεν κατέστη δυνατόν να εκτελέσει ο ενάγων λόγω του τραυματισμού του και έτσι απώλεσε το παραπάνω ποσό, το οποίο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του.
Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι είχε αναλάβει εργολαβικά την εγκατάσταση του συστήματος θέρμανσης στις οικοδομές των Π. Φ. και Α. Κ. στη Λευκάδα καθώς και την ηλεκτρολογική εγκατάσταση σε ακίνητο του Λ. Ν. στα Νέα Λιόσια Αττικής και συνακόλουθα απώλεσε λόγω της ανικανότητας του να εργαστεί την συμφωνημένη αμοιβή ποσού 2.000, 1.000 και 4.500 ευρώ αντίστοιχα.
Μόνο από τις καταθέσεις των μαρτύρων χωρίς την ενίσχυση τους από έγγραφα αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του γεγονότος της άσκησης από τον ενάγοντα του ελεύθερου επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου κατά το χρόνο του τραυματισμού του. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το γεγονός ότι είχε αναλάβει την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου στην οικοδομή του Ζ.
Μ. αφού αυτό συνιστά μεμονωμένη περίπτωση ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες ως προς την παράλληλη άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος (ηλεκτρολόγου) του τραυματισθέντος, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με το ανωτέρω ζήτημα.
Επομένως, το δικαστήριο δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ και σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, που ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αποδεικτική βαρύτητα των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 2016/2007).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, λόγος αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει βάσει αυτών την αληθινή έννοια κανόνα του δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου, πρέπει, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρονται στο αναιρετήριο πρωτίστως τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία φέρονται ότι παραβιάστηκαν και επιπλέον, ο κανόνας του δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν ή όχι, η έννοια την οποία προσέδωσε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα που εφάρμοσε και την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως εσφαλμένη και η κατά την εκδοχή του ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν ούτε ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 424/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, και κατά το έτερο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις από τις οποίες προέκυπτε το ύψος των απωλεσθέντων εισοδημάτων του, συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, κάνοντας μάλιστα ρητή αναφορά σε αυτές. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, και κατά το αντίστοιχο σκέλος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές αιτιάσεις που προσβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την ουσία της υποθέσεως που, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 600/2010).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ.520/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ